Κανένας επενδυτής της Wall Street δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία. Καμία μεγάλη βιομηχανία τεχνολογίας δεν αισθάνεται ότι απειλείται. Στα μάτια των περισσότερων, πρόκειται απλώς για έναν ακόμη υπολογιστή που απευθύνεται σε μια μικρή κοινότητα φανατικών της τεχνολογίας.
Μόνο που ο υπολογιστής αυτός διαθέτει κάτι που λείπει από όλους τους ανταγωνιστές του: είναι σχεδιασμένος για κανονικούς ανθρώπους. Το ημερολόγιο γράφει 10 Ιουνίου 1977 και ο Apple II κάνει το εμπορικό του ντεμπούτο.
Μέσα στα επόμενα χρόνια θα δημιουργήσει μια αγορά δισεκατομμυρίων δολαρίων, θα μετατρέψει ένα γκαράζ της Καλιφόρνιας σε επιχειρηματικό θρύλο και θα βάλει τα θεμέλια για τον μεγαλύτερο τεχνολογικό κολοσσό του πλανήτη.
Δύο φίλοι, ένα γκαράζ και μια παράξενη ιδέα
Το 1977 η Apple είναι σχεδόν άγνωστη.
Ο Στιβ Τζομπς είναι μόλις 22 ετών. Ο Στιβ Βόζνιακ είναι ένας χαρισματικός μηχανικός που λατρεύει να σχεδιάζει ηλεκτρονικά κυκλώματα.
Το πρώτο τους προϊόν, ο Apple I, έχει πουλήσει περιορισμένο αριθμό μονάδων κυρίως σε χομπίστες και μέλη των λεσχών υπολογιστών της Καλιφόρνιας. Ο Βόζνιακ βλέπει τον υπολογιστή ως τεχνικό επίτευγμα.
Ο Τζομπς βλέπει κάτι πολύ μεγαλύτερο. Πιστεύει ότι οι υπολογιστές μπορούν να γίνουν καταναλωτικό προϊόν. Και αυτό απαιτεί κάτι περισσότερο από καλή τεχνολογία. Απαιτεί καλή συσκευασία.

Η απόφαση που εξοργίζει τους μηχανικούς
Οι περισσότεροι προσωπικοί υπολογιστές της εποχής μοιάζουν με κιτ συναρμολόγησης.
Οι χρήστες αγοράζουν πλακέτες, καλώδια και εξαρτήματα και συναρμολογούν μόνοι τους το μηχάνημα. Ο Τζομπς θεωρεί ότι αυτό είναι αδιέξοδο. Επιμένει ότι ο νέος υπολογιστής πρέπει να μοιάζει με κανονική οικιακή συσκευή, να έχει πλαστικό περίβλημα. Και πάνω – κάτω να είναι έτοιμος να λειτουργήσει μόλις βγει από το κουτί.
Η απόφαση αυξάνει σημαντικά το κόστος παραγωγής. Όμως αποδεικνύεται καθοριστική.
Ο Apple II γίνεται ο πρώτος προσωπικός υπολογιστής που δεν απευθύνεται αποκλειστικά σε μηχανικούς και χομπίστες. Απευθύνεται σε κανονικούς ανθρώπους.

Το στοίχημα των 250.000 δολαρίων
Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Η Apple δεν διαθέτει χρήματα. Η μαζική παραγωγή απαιτεί κεφάλαια που οι δύο ιδρυτές δεν έχουν.
Τότε εμφανίζεται ο άνθρωπος που θα αλλάξει την ιστορία της εταιρείας. Ο Μάικ Μάρκουλα, πρώην στέλεχος της Intel και εκατομμυριούχος πριν ακόμη κλείσει τα 35 του χρόνια, βλέπει κάτι που οι περισσότεροι επενδυτές αδυνατούν να διακρίνουν. Δεν επενδύει απλώς χρήματα. Προσφέρει επιχειρηματικό σχέδιο, στρατηγική και αξιοπιστία.
Δεσμεύει περίπου 250.000 δολάρια σε επενδύσεις και πιστωτικές γραμμές, ποσό τεράστιο για μια startup της εποχής. Η Apple παύει να είναι μια παρέα νεαρών σε γκαράζ και μετατρέπεται σε πραγματική εταιρεία.
Η ημέρα που η Silicon Valley καταλαβαίνει τι έρχεται
Στις 10 Ιουνίου 1977 ξεκινούν επίσημα οι πωλήσεις. Ο Apple II ξεχωρίζει αμέσως. Διαθέτει έγχρωμα γραφικά, εχει ενσωματωμένο πληκτρολόγιο, είναι εύκολος στη χρήση συγκριτικά με τους ανταγωνιστές του. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι δείχνει… φιλικός.
Οι πωλήσεις αρχίζουν να επιταχύνονται. Οι πρώτοι πελάτες είναι σχολεία, μικρές επιχειρήσεις και οικογένειες. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, ο Apple II εξελίσσεται σε φαινόμενο.
Όταν το λογιστικό πρόγραμμα VisiCalc εμφανίζεται το 1979, ο υπολογιστής αποκτά το πρώτο πραγματικό «killer app» της ιστορίας. Χιλιάδες επιχειρήσεις αγοράζουν Apple II μόνο και μόνο για να χρησιμοποιήσουν το συγκεκριμένο πρόγραμμα.
Για πρώτη φορά ένας προσωπικός υπολογιστής μετατρέπεται σε εργαλείο παραγωγικότητας.
Το προϊόν που δημιούργησε μια αγορά
Ο Apple II παραμένει στην αγορά για περίπου 16 χρόνια και πουλά περισσότερα από έξι εκατομμύρια συστήματα. Για τα δεδομένα της εποχής, πρόκειται για ασύλληπτη επιτυχία.
Κυρίως όμως αποδεικνύει ότι υπάρχει μια τεράστια αγορά για προσωπικούς υπολογιστές.
Η IBM, η Microsoft και δεκάδες άλλες εταιρείες ακολουθούν τα επόμενα χρόνια.
Γεννιέται ολόκληρη η βιομηχανία του personal computing.
Χωρίς τον Apple II πιθανότατα δεν θα υπήρχε Macintosh. Χωρίς Macintosh δεν θα υπήρχε iPod.
Χωρίς iPod ίσως να μην υπήρχε ποτέ iPhone.
Το κουτί που άξιζε 4 τρισεκατομμύρια
Όταν ο Apple II φτάνει στα καταστήματα εκείνο το πρωινό του Ιουνίου, κανείς δεν φαντάζεται ότι η εταιρεία πίσω από το προϊόν θα γίνει κάποτε μία εισηγμένη επιχείρηση της οποίας η κεφαλαιοποίηση θα υπερβεί τα 4 τρισεκατομμύρια.
Ούτε ότι το γκαράζ στο Λος Άλτος θα μετατραπεί σε έναν από τους πιο διάσημους επιχειρηματικούς τόπους του πλανήτη.
Η μεγαλύτερη κληρονομιά του Apple II δεν είναι ο επεξεργαστής του ούτε τα τεχνικά χαρακτηριστικά του.
Είναι ότι απέδειξε ένα θεμελιώδες μάθημα της ψηφιακής οικονομίας: η τεχνολογία αλλάζει τον κόσμο όταν παύει να είναι κατανοητή μόνο από τους ειδικούς και γίνεται αρκετά απλή ώστε να τη θέλουν οι πολλοί.
Και αυτό ακριβώς ξεκινά στις 10 Ιουνίου 1977, όταν ένα πλαστικό κουτί με πληκτρολόγιο βγαίνει στην αγορά και αρχίζει, σχεδόν αθόρυβα, να αλλάζει την ιστορία της παγκόσμιας οικονομίας.