Εικόνα βαθιάς θεσμικής και δημοκρατικής κρίσης στην Τουρκία περιέγραψαν οι συμμετέχοντες στην ακρόαση της Επιτροπής «Τομ Λάντος» του αμερικανικού Κογκρέσου, με τις αναφορές να εκτείνονται από τη συστηματική δίωξη της αντιπολίτευσης και την εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης έως τις πιέσεις κατά θρησκευτικών μειονοτήτων, τους πολιτικούς κρατούμενους και τη συρρίκνωση θεμελιωδών ελευθεριών.
Ανοίγοντας την ακρόαση με τίτλο «Μπορεί η Τουρκία να βρει τον δρόμο της πίσω προς την ελευθερία; Η εδραίωση του αυταρχισμού και η υπεράσπιση της τουρκικής δημοκρατίας» ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής και συμπρόεδρος της Επιτροπής, Κρις Σμιθ υποστήριξε ότι η κυβέρνηση Ερντογάν έχει αποδυναμώσει σε τέτοιο βαθμό τους δημοκρατικούς θεσμούς και έχει συγκεντρώσει τόση εξουσία ώστε η αποκατάσταση βασικών ελευθεριών, όπως το κράτος δικαίου, η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και οι ελεύθερες εκλογές, να καθίσταται ολοένα δυσκολότερη. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις καταγγελίες περί διακρατικής καταστολής επικριτών της τουρκικής κυβέρνησης στο εξωτερικό, τις διώξεις δημοσιογράφων, τη λογοκρισία του διαδικτύου και τις πιέσεις που ασκούνται σε θρησκευτικές μειονότητες, συμπεριλαμβανομένου του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.
Ο Δημοκρατικός βουλευτής και συμπρόεδρος της Επιτροπής, Τζιμ ΜακΓκόβερν συμφώνησε ότι η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας στην Τουρκία επιδεινώνεται, αλλά ταυτόχρονα άσκησε έντονη κριτική στην κυβέρνηση Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δυσκολεύονται να προβάλλουν πειστικά το μήνυμα της υπεράσπισης της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εξωτερικό όταν, όπως είπε, υπονομεύουν αντίστοιχες αρχές, αξίες και θεσμούς στο εσωτερικό τους.
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η παρέμβαση του Ελληνοαμερικανού βουλευτή, Γκας Μπιλιράκη, ο οποίος έδωσε έμφαση στην κατάσταση των θρησκευτικών ελευθεριών στην Τουρκία, τις πιέσεις που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι χριστιανικές κοινότητες της χώρας, καθώς και το ζήτημα της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.
Ο κ. Μπιλιράκης υπενθύμισε ότι η Χάλκη παραμένει κλειστή για περισσότερες από πέντε δεκαετίες παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της διεθνούς κοινότητας για την επαναλειτουργία της. Αναφέρθηκε μάλιστα στη δική του επίσκεψη στη Σχολή, χαρακτηρίζοντας «απαράδεκτη» την κατάσταση και ζήτησε από τους μάρτυρες να εξηγήσουν πώς οι συγκεκριμένοι περιορισμοί επηρεάζουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των χριστιανικών κοινοτήτων στην Τουρκία και ποια βήματα θα μπορούσαν να κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες ώστε να ενθαρρύνουν την Άγκυρα να συμμορφωθεί με τα διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα θρησκευτικών ελευθεριών.
Παράλληλα, ο βουλευτής έθεσε το ζήτημα της Αγίας Σοφίας, υπενθυμίζοντας ότι υπήρξε για περίπου μία χιλιετία ο σημαντικότερος ορθόδοξος ναός της Ανατολής πριν μετατραπεί σε τζαμί, στη συνέχεια σε μουσείο και εκ νέου σε τζαμί επί προεδρίας Ερντογάν.
Στην ακρόαση κατέθεσαν ο Χένρι Μπάρκι του Council on Foreign Relations, ο Μάικλ Ρούμπιν του Middle East Forum, ο πρώην πολιτικός κρατούμενος στην Τουρκία Σερκάν Γκιόλγκε και ο Αντριου Ο’Ντόνοχιου του Harvard University και του Carnegie Endowment for International Peace.
Ο Χένρι Μπάρκι παρουσίασε μια ιδιαίτερα απαισιόδοξη εικόνα, υποστηρίζοντας ότι οι χριστιανικές κοινότητες της Τουρκίας έχουν συρρικνωθεί δραματικά έπειτα από δεκαετίες πιέσεων και εμποδίων που, όπως είπε, είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική αποδυνάμωση τόσο των χριστιανικών όσο και των εβραϊκών κοινοτήτων της χώρας. Απέδωσε μέρος του προβλήματος σε βαθιά ριζωμένες φοβίες και αντιλήψεις που εξακολουθούν να υπάρχουν στην τουρκική πολιτική κουλτούρα αναφορικά με τους Έλληνες και τις μη μουσουλμανικές κοινότητες, εκφράζοντας παράλληλα αμφιβολίες για το κατά πόσο η διεθνής πίεση έχει μέχρι σήμερα αποδώσει ουσιαστικά αποτελέσματα.
Ο Μάικλ Ρούμπιν διαφώνησε με την άποψη ότι το θέμα αποτελεί «χαμένη υπόθεση», υποστηρίζοντας ότι η θρησκευτική ελευθερία λειτουργεί ως ο πλέον αξιόπιστος δείκτης για να αξιολογηθεί εάν μια χώρα κινείται προς μια ισχυρότερη δημοκρατία ή προς έναν βαθύτερο αυταρχισμό. Κατά τον Ρούμπιν, η διεθνής πίεση παραμένει αναγκαία τόσο για την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης όσο και για την προστασία των θρησκευτικών ελευθεριών ευρύτερα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η αναφορά του Ρούμπιν στη Θράκη. Ο αναλυτής επέκρινε την αυξανόμενη χρήση του όρου «τουρκική μειονότητα» για τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, υποστηρίζοντας ότι η Συνθήκη της Λωζάννης αναφέρεται ρητά σε μουσουλμανική και όχι σε τουρκική μειονότητα. Όπως είπε, η συστηματική υιοθέτηση διαφορετικής ορολογίας ενισχύει τα ευρύτερα αναθεωρητικά αφηγήματα που προωθεί η Άγκυρα.
Ο κ. Μπιλιράκης επανήλθε στη συνέχεια στο ερώτημα της «επόμενης ημέρας» μετά τον Ερντογάν και κατά πόσο υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις στην Τουρκία που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν διαφορετική πορεία στα ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θρησκευτικών ελευθεριών. Ο Ρούμπιν εμφανίστηκε απαισιόδοξος, υποστηρίζοντας ότι ο «ερντογανισμός» έχει πλέον επηρεάσει βαθιά όχι μόνο το κυβερνών κόμμα αλλά και ευρύτερα τμήματα του πολιτικού συστήματος. Επισήμανε ότι περισσότεροι από 30 εκατομμύρια Τούρκοι έχουν εκπαιδευτεί εξ ολοκλήρου υπό το πολιτικό και ιδεολογικό περιβάλλον που διαμορφώθηκε κατά την περίοδο Ερντογάν, ενώ αναφέρθηκε και στις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στη δικαιοσύνη, στην κοινωνία των πολιτών και στις ένοπλες δυνάμεις.
Σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές αποστροφές της ακρόασης, ο Ρούμπιν υποστήριξε ότι η Τουρκία θα χρειαστεί μια μακρά διαδικασία «αποδόμησης του ερντογανισμού» μετά την αποχώρηση του σημερινού προέδρου, καταλήγοντας στην εκτίμηση ότι «ο μελλοντικός πρόεδρος της Τουρκίας, ο μελλοντικός υπουργός Εξωτερικών και ο μελλοντικός επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών πιθανότατα βρίσκονται σήμερα σε τουρκική φυλακή».
Εξαιρετικό ενδιαφέρον είχε η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του βουλευτή Κρις Σμιθ και του Μάικλ Ρούμπιν σχετικά με τον αντισημιτισμό στην Τουρκία. Ο Ρούμπιν επανέλαβε την ανησυχία που είχε διατυπώσει και στη γραπτή κατάθεση του, σύμφωνα με την οποία το κλίμα που διαμορφώνεται στην Τουρκία καθιστά ολοένα δυσκολότερη τη θέση της εβραϊκής κοινότητας. Απαντώντας σε ερώτηση του Κρις Σμιθ σχετικά με τη δήλωσή του ότι «ήρθε η ώρα οι Εβραίοι να εγκαταλείψουν την Τουρκία», ο Ρούμπιν υποστήριξε ότι ο αντισημιτισμός αποτελεί διαχρονικά ένα εργαλείο που χρησιμοποιούν αυταρχικοί ηγέτες για να αποσπούν την προσοχή από τις αποτυχίες τους και να αποφεύγουν την πολιτική λογοδοσία. Προειδοποίησε μάλιστα ότι η συστηματική υποκίνηση μίσους αποκτά συχνά δική της δυναμική και μπορεί να παράγει αποτελέσματα τα οποία δεν είναι εύκολο να ελεγχθούν ακόμη και από αυτούς που την καλλιεργούν.
Η συζήτηση επεκτάθηκε και στη επικείμενη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Τουρκία. Ερωτηθείς ποιο μήνυμα θα έπρεπε να μεταφέρουν ο πρόεδρος Τραμπ και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην τουρκική ηγεσία, ο Μπάρκι χαρακτήρισε λάθος την ίδια την πραγματοποίηση της συνόδου στην Τουρκία, υποστηρίζοντας ότι προσφέρει πολιτική νομιμοποίηση στον Ερντογάν παρά τη στάση του σε ζητήματα δημοκρατίας και τη θέση του απέναντι στη Χαμάς μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου.
Από την πλευρά του, ο Ρούμπιν υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον θα πρέπει να αξιοποιήσει τη διεθνή προσοχή που θα συγκεντρώσει η σύνοδος για να αναδείξει τα ζητήματα δημοκρατίας, πολιτικών κρατουμένων και καταστολής στην Τουρκία. Παραπέμποντας στη γνωστή φράση του Ρόναλντ Ρίγκαν προς τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ «γκρεμίστε αυτό το τείχος», υποστήριξε ότι θα ήταν χρήσιμο ένας Αμερικανός ηγέτης να απευθύνει αντίστοιχο μήνυμα στον Ταγίπ Ερντογάν ζητώντας να «γκρεμίσει τη Σηλυβρία», τη φυλακή όπου κρατούνται πολλοί πολιτικοί κρατούμενοι και στελέχη της αντιπολίτευσης.