Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Η μετοχή – φάντασμα που κατέστρεψε το πιο λαμπρό μυαλό στον πλανήτη

Πριν από τρεις αιώνες, το λαμπρότερο μυαλό της εποχής πιστεύει ότι έχει καταλάβει τους νόμους που διέπουν το Σύμπαν.

Έχει εξηγήσει τη βαρύτητα, έχει περιγράψει την κίνηση των πλανητών και έχει θέσει τα θεμέλια της σύγχρονης επιστήμης. Κι όμως, μέσα σε λίγους μήνες, θα πέσει θύμα μιας αυταπάτης τόσο απλής όσο και διαχρονικής: της πεποίθησης ότι οι τιμές μπορούν να ανεβαίνουν για πάντα.

Την άνοιξη του 1720, το Λονδίνο μοιάζει να έχει χάσει τη λογική του. Στα στενά γύρω από το Exchange Alley, το χρηματοοικονομικό κέντρο της εποχής, χιλιάδες άνθρωποι συνωστίζονται καθημερινά για να αγοράσουν μετοχές μιας εταιρείας που υπόσχεται αμύθητα πλούτη. Υπηρέτες, έμποροι, βουλευτές, αριστοκράτες, ακόμη και μέλη της βασιλικής αυλής μιλούν για μία μόνο επένδυση: Τη South Sea Company.

Στις 3 Ιουνίου 1720 η μετοχή της φτάνει τις 890 λίρες. Λίγες εβδομάδες αργότερα θα ξεπεράσει τις 1.000. Για πολλούς Βρετανούς, η άνοδος μοιάζει ασταμάτητη. Για κάποιους, είναι η ευκαιρία μιας ζωής. Για άλλους, η αρχή της καταστροφής.

Η εταιρεία που πουλούσε ένα όνειρο

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της ιστορίας είναι ότι η South Sea Company δεν χτίζει την αξία της πάνω σε κάποια πραγματική επιχειρηματική επιτυχία. Δεν ανακαλύπτει χρυσό. Δεν ελέγχει τεράστιους στόλους. Δεν πραγματοποιεί καν το εμπόριο που υπόσχεται.

Η εταιρεία δημιουργείται το 1711 ως ένας μηχανισμός διαχείρισης του βρετανικού δημόσιου χρέους. Η κυβέρνηση, πιεσμένη από τα χρέη των πολέμων, αναζητά τρόπο να τα αναχρηματοδοτήσει. Η South Sea Company προτείνει μια φαινομενικά ευφυή λύση: να ανταλλάξει κρατικά ομόλογα με μετοχές της.

Σε αντάλλαγμα λαμβάνει ένα τεράστιο προνόμιο. Το αποκλειστικό δικαίωμα εμπορίου με τις ισπανικές αποικίες της Νότιας Αμερικής.

Στη φαντασία των επενδυτών, οι «Νότιες Θάλασσες» μετατρέπονται σε μια ατελείωτη πηγή χρυσού, ασημιού και εξωτικών αγαθών.

Στην πραγματικότητα, η Ισπανία ελέγχει αυστηρά τις αποικίες της και οι εμπορικές δυνατότητες της εταιρείας είναι ελάχιστες.

Αλλά αυτό το μικρό πρόβλημα δεν φαίνεται να απασχολεί κανέναν.

Η μεγαλύτερη μηχανή προσδοκιών της εποχής

Η διοίκηση της εταιρείας αρχίζει να καλλιεργεί συστηματικά τον ενθουσιασμό. Κυκλοφορούν ιστορίες για τεράστια κέρδη που βρίσκονται προ των πυλών, διαδίδονται φήμες για αμύθητους θησαυρούς, πολιτικοί και επιφανείς παράγοντες συνδέουν το όνομά τους με το εγχείρημα.

Η τιμή της μετοχής ανεβαίνει και η άνοδος προσελκύει νέους αγοραστές, οι οποίοι με τη σειρά τους τροφοδοτούν ακόμη μεγαλύτερη άνοδο.

Σύντομα, η λογική εγκαταλείπει την αγορά. Εμφανίζονται δεκάδες νέες εταιρείες που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την επενδυτική μανία. Μία από αυτές ζητά κεφάλαια για «μια επιχείρηση εξαιρετικά κερδοφόρα, της οποίας ο σκοπός θα αποκαλυφθεί αργότερα».

Κι όμως, βρίσκει επενδυτές. Η φούσκα έχει πλέον αποκτήσει δική της ζωή.

Το λάθος του Ισαάκ Νεύτωνα

Ανάμεσα σε όσους παρακολουθούν το φαινόμενο βρίσκεται και ο Ισαάκ Νεύτων. Την εποχή εκείνη δεν είναι απλώς ο μεγαλύτερος επιστήμονας της Βρετανίας. Είναι ήδη ένας πλούσιος και σεβαστός δημόσιος λειτουργός, επικεφαλής του Βασιλικού Νομισματοκοπείου.

Αρχικά δείχνει αξιοθαύμαστη ψυχραιμία.  Αγοράζει μετοχές νωρίς και βλέπει την αξία τους να αυξάνεται. Και στη συνέχεια πουλά με σημαντικό κέρδος. Θα μπορούσε να είχε σταματήσει εκεί.

Όμως γύρω του η υστερία μεγαλώνει, γνωστοί, φίλοι και συνεργάτες πλουτίζουν καθημερινά.

Οι ιστορίες για εύκολα χρήματα πολλαπλασιάζονται. Κάθε εβδομάδα που περνά μοιάζει να αποδεικνύει ότι όσοι μένουν εκτός αγοράς χάνουν την ευκαιρία της ζωής τους.

Ο Νεύτων αρχίζει να αμφιβάλλει για την απόφασή του. Αυτό που σήμερα ονομάζουμε FOMO — ο φόβος ότι μένεις πίσω ενώ όλοι οι άλλοι κερδίζουν — αρχίζει να τον κυριεύει.

Έτσι παίρνει μια απόφαση που θα μείνει στην ιστορία. Ξαναμπαίνει στην αγορά.

Όχι χαμηλά ή στη μέση της ανόδου, αλλά σχεδόν στο απόγειο.

Το σύστημα καταρρέει

Για να διατηρεί τη ζήτηση, η South Sea Company εφαρμόζει πρακτικές που θυμίζουν σύγχρονες χρηματοοικονομικές απάτες. Παρέχει πίστωση στους ίδιους τους αγοραστές.

Επιτρέπει την αγορά μετοχών με δανεικά. Χρησιμοποιεί τη συνεχή άνοδο ως απόδειξη ότι η άνοδος θα συνεχιστεί. Όμως κάποια στιγμή η πραγματικότητα επιστρέφει.

Οι πιο ενημερωμένοι επενδυτές αρχίζουν να πουλούν. Σύμφωνα με πολλές ιστορικές καταγραφές, ακόμη και στελέχη της εταιρείας ξεφορτώνονται σιωπηλά μετοχές ενώ δημοσίως συνεχίζουν να μιλούν για λαμπρό μέλλον.

Η εμπιστοσύνη σπάει. Ο πανικός εξαπλώνεται με την ίδια ταχύτητα που είχε εξαπλωθεί η αισιοδοξία και η μετοχή καταρρέει. Από τις περίπου 1.000 λίρες κατρακυλά κοντά στις 150. Περιουσίες εξαφανίζονται. Ολόκληρες οικογένειες χρεοκοπούν.

Αριστοκράτες και έμποροι καταστρέφονται οικονομικά. Και ο Ισαάκ Νεύτων χάνει περίπου 20.000 λίρες — ποσό που αντιστοιχεί σε πολλά εκατομμύρια σημερινά δολάρια.

«Μπορώ να υπολογίσω τα άστρα, όχι την τρέλα των ανθρώπων»

Μετά την καταστροφή, ο Νεύτων φέρεται να λέει μια φράση που θα τον ακολουθεί για πάντα.

«Μπορώ να υπολογίσω την κίνηση των ουράνιων σωμάτων, αλλά όχι την τρέλα των ανθρώπων».

Είναι μια παραδοχή που αποκτά σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Ο άνθρωπος που εξήγησε τους νόμους του Σύμπαντος αναγνωρίζει ότι υπάρχει κάτι πιο απρόβλεπτο από τη βαρύτητα: Η ανθρώπινη ψυχολογία.

Η φούσκα που άλλαξε τη Βρετανία

Το σοκ είναι τόσο μεγάλο ώστε η κυβέρνηση αναγκάζεται να παρέμβει.

Ψηφίζεται ο περίφημος Bubble Act, ένας νόμος που περιορίζει δραστικά τη δημιουργία νέων ανωνύμων εταιρειών χωρίς ειδική κρατική άδεια. Για περισσότερο από έναν αιώνα, η βρετανική οικονομία θα κουβαλά τα σημάδια εκείνης της κατάρρευσης.

Η South Sea Bubble μετατρέπεται σε σύμβολο απληστίας, κερδοσκοπίας και συλλογικής αυταπάτης. Και τριακόσια χρόνια αργότερα, εξακολουθεί να μοιάζει εκπληκτικά σύγχρονη.

Γιατί οι πρωταγωνιστές αλλάζουν, αλλά το έργο παραμένει το ίδιο. Χθες ήταν οι μετοχές των «Νότιων Θαλασσών». Αργότερα οι σιδηρόδρομοι, οι dot-com εταιρείες και τα στεγαστικά δάνεια. Σήμερα μπορεί να είναι τα κρυπτονομίσματα, τα meme stocks ή η επόμενη μεγάλη τεχνολογική υπόσχεση.

Η ιστορία της South Sea Company θυμίζει κάτι που οι αγορές ξεχνούν ξανά και ξανά: η ευφυΐα δεν προστατεύει από την απληστία, η μόρφωση δεν εξουδετερώνει τον φόβο και κανένα μαθηματικό μοντέλο δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια τι θα κάνει ένα πλήθος όταν πιστέψει ότι βρήκε τον δρόμο προς τον εύκολο πλουτισμό.

Ίσως γι’ αυτό η πιο σημαντική κληρονομιά της μεγαλύτερης χρηματιστηριακής φούσκας του 18ου αιώνα δεν είναι η κατάρρευση μιας μετοχής. Είναι το μάθημα ότι ακόμη και το πιο λαμπρό μυαλό της ιστορίας μπορεί να παρασυρθεί όταν η λογική συγκρούεται με την ανθρώπινη φύση.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο