Του Γιώργου Χαρβαλιά
Είναι σπάνιο το χάρισμα να περιγράφεις τα πιο σύνθετα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα και τις περίπλοκες οικονομικές συνιστώσες που τα καθορίζουν με τρόπο εύληπτο για τον μέσο πολίτη. Και ακόμη πιο σπάνιο για αυτούς που διαθέτουν προικισμένο, αλλά μονοσήμαντο μαθηματικό μυαλό.
Ο Μιχάλης Σάλλας αποτελεί εξαίρεση. Παρότι μαθηματική ιδιοφυΐα, έχει αυτό το χάρισμα της πλατιάς μόρφωσης που τον καθιστά άκρως μεταδοτικό. Και εξίσου επιδραστικό.
Το τελευταίο του βιβλίο που είχε την καλοσύνη να μου εμπιστευθεί πριν καλά καλά κυκλοφορήσει αποτελεί το επιστέγασμα αυτής της ιδιαίτερης σοφίας. Αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και την πιο αντικειμενική αξιολόγηση της πορείας της Ελλάδας τον τελευταίο μισό αιώνα. Μιας πορείας που δυστυχώς δεν στάθηκε αντάξια ούτε των πραγματικών δυνατοτήτων της χώρας ούτε όμως και των προσδοκιών του λαού της.
Ο Μιχάλης Σάλλας είναι ένας κορυφαίος τραπεζίτης, ίσως ο τελευταίος Έλληνας τραπεζίτης των καιρών μας. Αλλά ταυτόχρονα είναι και ένας διανοούμενος. Που βασανίζεται από το ερώτημα που κατατρέχει πολλούς από εμάς: Τι έφταιξε και η πατρίδα μας δεν μπόρεσε να βρει τον βηματισμό της στην Ενωμένη Ευρώπη; Πώς κατέληξε μέσα από μια πολλά υποσχόμενη αναπτυξιακή διαδρομή τις πρώτες δεκαετίες της Μεταπολίτευσης στη δεύτερη ταχύτητα της ευρωζώνης; Και τι πρέπει να κάνει από δω και στο εξής για να ανατάξει τις δυνάμεις της και να διεκδικήσει τον ρόλο που της αναλογεί στον διεθνή περίγυρο;
Στο έργο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Τι πήγε λάθος στην Ελλάδα – και τι θα μπορούσε να διορθωθεί» που σε λίγες μέρες θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία της χώρας από τον εκδοτικό οίκο AΘens Bookstore, ο Μιχάλης Σάλλας καταγράφει με χειρουργική ακρίβεια μοιραία σφάλματα κυβερνήσεων, διαχρονικές παθογένειες ενός δυσλειτουργικού κράτους, αλλά και αυταπάτες μιας κοινωνίας που βολεύτηκε στην ευκολία μιας εφήμερης ευδαιμονίας.
Κάποιοι θα σπεύσουν ασφαλώς να πουν ότι και ο Σάλλας ως τραπεζίτης υπηρέτησε το σύστημα τις αδυναμίες του οποίου σήμερα αναδεικνύει. Πιθανώς αυτό ισχύει. Δεν είναι πρόθεσή μου να τον αγιοποιήσω ως δημόσιο πρόσωπο. Πλην, όμως, είμαι σε θέση να γνωρίζω πράγματα που τον διαφοροποιούν κατά πολύ από την υπόλοιπη «χορεία» των απονευρωμένων τεχνοκρατών του χρηματοπιστωτικού κλάδου και ιδιαίτερα των σημερινών.
Το πρώτο που διαφοροποιεί τον Σάλλα από τους υπόλοιπους είναι το μυαλό του. Η φαντασία του και η οραματική του προσέγγιση στα πράγματα. Το απίστευτο επιχειρηματικό του δαιμόνιο. Η διεισδυτική του ματιά. Αλλά και η αγάπη για τον τόπο.
Στα 40 του χρόνια πήρε στα χέρια του μια μικρή ζημιογόνο τράπεζα, την πρώτη «αποκρατικοποιημένη» της Μεταπολίτευσης, και μέσα σε δύο δεκαετίες την κατέστησε κολοσσό. Δεν ξέρω αν μπορείτε να αντιληφθείτε εύκολα την αλλαγή κλίμακας, αλλά η Πειραιώς ξεκίνησε με 200 εργαζομένους και μερίδιο αγοράς 0,1% και από τα χέρια του Σάλλα παραδόθηκε, το 2016, με 20.000 εργαζομένους, μερίδιο αγοράς 30% και ενεργητικό που προσέγγιζε τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ! Επί των ημερών του πραγματοποιήθηκαν 27 τραπεζικές συγχωνεύσεις και απορροφήσεις, ενώ η Πειραιώς, στις δόξες της, καταγράφηκε ως μία από τις φιλικότερες τράπεζες για τους συναλλασσόμενους.
Όμως εκτός από τη σφραγίδα στα τραπεζικά δρώμενα ο Μιχάλης Σάλλας άφησε και σπουδαίο πολιτιστικό έργο. Ολόκληρη η ανάπλαση της Στοάς Σπυρομίλιου με τη δημιουργία του CITY-LINK που αποτελεί κόσμημα για το ιστορικό κέντρο σε αυτόν οφείλεται. Ο ίδιος κληροδότησε στο τραπεζικό ίδρυμα ένα δίκτυο 9 πρότυπων θεματικών μουσείων βιομηχανικής κληρονομιάς από τη Σπάρτη ως το Σουφλί, τα οποία στήθηκαν με τη φροντίδα, το μεράκι και την απαράμιλλη αισθητική της συζύγου του Σοφίας Στάικου.
Αυτά βέβαια είναι λίγο πολύ γνωστά, αν και ο ίδιος απέφυγε να τα διαφημίσει. Αυτό που δεν είναι ίσως γνωστό και μπορώ να το καταθέσω με βεβαιότητα αφορά την πατριωτική του συνεισφορά την περίοδο των Μνημονίων, όταν σε πλείστες όσες περιπτώσεις επιχείρησε να αποτρέψει τα χειρότερα προσφέροντας σε διαδοχικές κυβερνήσεις εναλλακτικές διεξόδους διαφυγής. Δυστυχώς δεν εισακούστηκε παρά μόνο σε μία κρίσιμη περίπτωση, όταν την άνοιξη του 2013 κατάφερε και αιφνιδίασε την τρόικα διασώζοντας από βέβαιο «κούρεμα» (bail-in) τους Έλληνες καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου με την απορρόφηση των υποκαταστημάτων της από την Πειραιώς.
Για αυτή του την πρωτοβουλία ο Έλληνας τραπεζίτης έγινε αντιπαθής στον ξένο παράγοντα, που προσπάθησε να τον εξοντώσει ηθικά, επιστρατεύοντας τα ντόπια ενεργούμενά του και δημοσιογραφικά συστήματα μέσα και έξω από τη χώρα. Δεν τα κατάφεραν. Ο Σάλλας αποδείχτηκε σκληρός αντίπαλος και οι σκευωρίες έπεσαν στο κενό. Παρ’ όλα αυτά στο γραπτό του αποφεύγει τον αυτοαναφορικό λόγο και μόνο όποιος διαβάσει μέσα από τις γραμμές θα καταλάβει ότι κάποια από τα γεγονότα που περιγράφονται τα έχει ζήσει από κοντά.
Δεν είμαι βέβαιος ότι το βιβλίο του θα αρέσει στους πολιτικούς της χώρας μας. Γιατί, παρότι ασκεί την κριτική του με ιδιαίτερη ευγένεια και διακριτικότητα, περιγράφει τις αστοχίες της εκτελεστικής εξουσίας χωρίς να καταλήγει σε ελαφρυντικά στερεότυπα τύπου «μαζί τα φάγαμε». Κυρίως όμως δεν θα αρέσει γιατί ξεφεύγει από τη μοιρολατρική λογική της Ελλάδας-ευρωπαϊκού ουραγού και προτείνει τολμηρές λύσεις για τη μεταμόρφωση της.
Το «Τι πήγε λάθος στην Ελλάδα» είναι σίγουρα ένα διαφορετικό βιβλίο γραμμένο από έναν διαφορετικό τραπεζίτη-στοχαστή. Πιστεύω ότι το συγκεκριμένο έργο πνοής όχι μόνο πρέπει να μπει στις βιβλιοθήκες των σύγχρονων Ελλήνων, αλλά πρέπει επιπλέον να καθιερωθεί ως επιστημονικό βοήθημα για όλες τις πανεπιστημιακές σχολές στον χώρο των πολιτικών και οικονομικών σχολών του τόπου. Δεν θα ξανάρθει, φοβούμαι, η ευκαιρία για τις γενιές που φεύγουν, αλλά και για όσες έρχονται, να ξαναδιαβάσουν μια τόσο ψύχραιμη αποτίμηση του τι… μας συνέβη, πώς θα μπορούσαμε να το αποσοβήσουμε και τι πρέπει να γίνει από δω και μπρος.