Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Ο ελιγμός της 1ης Απριλίου που έφερε ΗΠΑ και Κίνα στο χείλος της σύρραξης

Οι μεγάλες κρίσεις δεν ξεκινούν πάντα από συνειδητές αποφάσεις ή στρατηγικούς σχεδιασμούς. Συχνά γεννιούνται από μια στιγμή, από ένα λάθος ή από μια επικίνδυνη σύμπτωση.

Το ημερολόγιο γράφει 1 Απριλίου 2001 και πάνω από τη Νότια Σινική Θάλασσα ένα αμερικανικό αναγνωριστικό αεροσκάφος συγκρούεται με ένα κινεζικό μαχητικό, πυροδοτώντας μια κρίση που φέρνει τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα σε άμεση αντιπαράθεση και αποκαλύπτει, ίσως για πρώτη φορά τόσο καθαρά, τα όρια της μεταξύ τους σχέσης.

 

Η σύγκρουση που δεν έπρεπε να συμβεί

Το αμερικανικό αεροσκάφος είναι ένα EP-3, το οποίο εκτελεί αποστολή συλλογής πληροφοριών σε διεθνή εναέριο χώρο, στο πλαίσιο μιας πρακτικής που οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν νόμιμη και απαραίτητη για την παρακολούθηση στρατιωτικών δραστηριοτήτων.

Από την πλευρά της, η Κίνα αντιμετωπίζει αυτές τις πτήσεις ως πρόκληση, ιδίως όταν πραγματοποιούνται κοντά στις ακτές της.

Καθώς το αεροσκάφος πετά, δύο κινεζικά μαχητικά το προσεγγίζουν και αρχίζουν να εκτελούν ελιγμούς σε πολύ μικρή απόσταση. Τέτοιες αναχαιτίσεις δεν είναι ασυνήθιστες, αλλά ενέχουν πάντα υψηλό ρίσκο, καθώς απαιτούν ακρίβεια και ψυχραιμία.

Σε αυτή την περίπτωση, κάτι πάει λάθος. Ένα από τα μαχητικά συγκρούεται με το αμερικανικό αεροσκάφος, καταστρέφεται και ο πιλότος του χάνεται στη θάλασσα, ενώ το EP-3 υφίσταται σοβαρές ζημιές.

Το πλήρωμα δεν έχει άλλη επιλογή από το να πραγματοποιήσει αναγκαστική προσγείωση στο κοντινότερο διαθέσιμο σημείο, που είναι το νησί Χαϊνάν.

Πλήρωμα EP3/ U.S. Marine Corps.

Από ατύχημα σε κρίση

Η προσγείωση σε κινεζικό έδαφος μετατρέπει αμέσως το περιστατικό από ατύχημα σε διπλωματική κρίση. Το πλήρωμα συλλαμβάνεται από τις κινεζικές αρχές, ενώ το αεροσκάφος παραμένει στη βάση.

Στην Ουάσιγκτον, η κυβέρνηση απαιτεί την άμεση επιστροφή των στρατιωτικών, υποστηρίζοντας ότι η πτήση πραγματοποιούνταν σε διεθνή εναέριο χώρο και ότι η σύγκρουση ήταν αποτέλεσμα επικίνδυνων κινεζικών ελιγμών.

Στο Πεκίνο, η ερμηνεία είναι εντελώς διαφορετική. Η κινεζική ηγεσία θεωρεί ότι το αμερικανικό αεροσκάφος παραβίασε τον εναέριο χώρο της χώρας και ότι η ευθύνη βαραίνει τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η σύγκρουση των δύο αφηγήσεων καθιστά την αποκλιμάκωση ιδιαίτερα δύσκολη.

Δέκα ημέρες έντασης και διαπραγματεύσεων

Για σχεδόν δέκα ημέρες, η κρίση παραμένει ανοιχτή, με τις δύο πλευρές να ανταλλάσσουν δηλώσεις και να προσπαθούν να βρουν μια διατύπωση που θα επιτρέψει την αποκλιμάκωση χωρίς απώλεια κύρους.

Το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο η απελευθέρωση του πληρώματος, αλλά και η αναγνώριση ή μη ευθύνης για το περιστατικό.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφεύγουν να ζητήσουν ρητά συγγνώμη, ενώ η Κίνα επιμένει ότι αυτό είναι απαραίτητο.

Τελικά, επιτυγχάνεται ένας συμβιβασμός μέσω μιας προσεκτικά διατυπωμένης επιστολής, στην οποία η αμερικανική πλευρά εκφράζει «λύπη» για την απώλεια του Κινέζου πιλότου και για την προσγείωση χωρίς άδεια.

Η διατύπωση αυτή επιτρέπει και στις δύο πλευρές να παρουσιάσουν την εξέλιξη ως επιτυχία. Το πλήρωμα απελευθερώνεται και επιστρέφει στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η κρίση που αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο

Παρά την αποκλιμάκωση, το επεισόδιο δεν ξεχνιέται. Αντίθετα, αναδεικνύει με σαφήνεια ότι οι σχέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας έχουν ήδη εισέλθει σε μια νέα φάση. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για συνεργασία ή οικονομική αλληλεξάρτηση, αλλά για έναν αυξανόμενο στρατηγικό ανταγωνισμό.

Όπως σημειώνουν αναλυτές διεθνών σχέσεων, το περιστατικό του EP-3 αποτελεί μία από τις πρώτες ενδείξεις ότι η Κίνα είναι έτοιμη να υπερασπιστεί πιο ενεργά τα συμφέροντά της, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν προτίθενται να περιορίσουν την παρουσία τους στην περιοχή.

Ένα προμήνυμα του μέλλοντος

Αν το περιστατικό εξεταστεί εκ των υστέρων, μοιάζει λιγότερο με ένα μεμονωμένο ατύχημα και περισσότερο με προειδοποίηση.

Η εγγύτητα των στρατιωτικών δυνάμεων, η έλλειψη εμπιστοσύνης και η διαφορετική ερμηνεία των κανόνων δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η ένταση μπορεί να κλιμακωθεί γρήγορα.

Το 2001, η Κίνα δεν έχει ακόμη την ισχύ που θα αποκτήσει αργότερα, αλλά ήδη κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η κυρίαρχη δύναμη, αλλά αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι ο κόσμος αλλάζει.

Από το τότε στο σήμερα

Δύο δεκαετίες αργότερα, η σινοαμερικανική σχέση χαρακτηρίζεται από ανταγωνισμό σε πολλαπλά επίπεδα: εμπόριο, τεχνολογία, ενέργεια και στρατιωτική παρουσία.

Οι εντάσεις στη Νότια Σινική Θάλασσα και γύρω από την Ταϊβάν θυμίζουν ότι το περιβάλλον παραμένει εξαιρετικά ευαίσθητο.

Το επεισόδιο του 2001 αποκτά, έτσι, νέα σημασία. Δεν είναι απλώς ένα γεγονός του παρελθόντος, αλλά ένας πρόλογος για τις εξελίξεις που ακολουθούν.

Το μάθημα της κρίσης

Το πιο ουσιαστικό στοιχείο εκείνης της ημέρας είναι ότι δείχνει πόσο εύθραυστη μπορεί να είναι η ισορροπία μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Δεν απαιτείται μια στρατηγική απόφαση για να ξεκινήσει μια κρίση· αρκεί μια λανθασμένη εκτίμηση ή ένας επικίνδυνος ελιγμός.

Σε έναν κόσμο όπου οι μεγάλες δυνάμεις βρίσκονται συνεχώς σε επαφή —οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά— η πιθανότητα τέτοιων στιγμών δεν εξαφανίζεται. Αντίθετα, αυξάνεται.

Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα: ότι η σύγκρουση δεν χρειάζεται να σχεδιαστεί για να συμβεί. Μπορεί απλώς να προκύψει.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο