Του Νίκου Παπουτσόπουλου
Αιωνία ζωή, το όνειρο της σύγχρονης τεχνολογίας, η υπόσχεση μακροημέρευσης και ευδαιμονίας των ελιξιρίων και των εμβολιασμών στη μεταεποχή του μετανθρώπου, που υποστηρίζουν ανελέητες τηλεοπτικές παραϊατρικές διαφημίσεις, με την προβολή σάρκας ανέγγιχτης και απρόσβλητης από τη φθορά του χρόνου. Αιωνία ζωή πολιτικής τάξης αθλιότητας που επισυνάπτει το οικονομικό όφελος στα κέρδη της ανεκλάλητης ψηφοθηρίας. Όπου τη θεραπεία και αποκατάσταση οιουδήποτε πολιτικού και κομματικού σπίλου ή ρυτίδος, ή την των τοιούτων, αναλαμβάνουν αναστάσιμες ομάδες αληθείας που διατρανώνουν σε κάθε ευκαιρία τη δογματική ορθότητα των κυβερνητικών ελιγμών.
Σε κρεαταγορές και λαμπροφόρες της Ανάστασης υπεραγορές υπερισχύει αμετανόητη η αποκατάσταση και απαλοιφή των ρυτίδων του γήρατος σε πρόσωπα που λάμπουν στα glitter και τα strass, και ανακάμπτουν στιγμιαία σε εικόνες ψευδαίσθησης σε χρόνο ουτοπίας προ της μεγαλειώδους απόδρασης στις μυθικές χώρες του Κόλπου των Ονείρων. Σε αποδράσεις αναστάσιμες, όπως καλεί η μεταεποχή του μετανθρώπου που αναζητεί την αιωνία νεότητα σε εικόνες φαντασίωσης και ονείρων ή τελετουργικών επεμβάσεων για τη θεραπεία της φθοράς της ευμετάβλητης και ευάλωτης φύσης, προκειμένου να καταλύσει τον τόπο και τον χρόνο. Αυτήν την αναστάσιμη απόδραση κρύβουν οι φυγές από την πραγματικότητα σε χώρες μακρινές, εξωτικές, όπου η αλλοίωση προσώπων και μορφών υποδηλώνουν μιάν άλλη μεταμόρφωση, μια διαφορετική Ανάσταση.
Οικονομικές πασχάλιες πολιτικές «μικροπαροχές» περιορίζουν και καθηλώνουν την κοινωνία στα γήινα, σε κόσμο υλικό, φθαρτό, εκεί όπου κυρίαρχη θέση κατέχουν η ύλη, το κέρδος, ο πλούτος, η εκμετάλλευση. Αυτής που μέσα στα πεπερασμένα όρια της θλιβερής θνητότητας αβίωτου υλικού και αγχώδους βίου αγνοεί το θαύμα της πραγματικής Ανάστασης, της διάβασης στην αιωνιότητα, την οποία προσεγγίζει -όπως και το προσωπικό θαύμα- μόνον η εμπειρία.
Στο ανέσπερο φως της Ανάστασης, «πέφτουν ολοένα σήμερα νομίσματα πάνω στην πολιτεία/ ανάμεσα σε κάθε κόμπο σα μια σταλαματιά στο χώμα/ ανοίγει μια καινούρια χώρα: ήρθε η στιγμή, σηκώστε με» (Γ. Σεφέρης, «Η Χώρα του Αχωρήτου»). Πολιτισμοί και θρησκείες είχαν άλλωστε αποτυπώσει τη βαθύτατη επιθυμία της συμμετοχής στην αιωνιότητα μέσα από τα αισθητά και κατανοητά των πραγματικών ορίων της θνητότητας: «Αν δεν μας παίδευαν οι ανησυχίες για τα ουράνια φαινόμενα και για τον θάνατο, μήπως έχουν κάποια σχέση με μας, αλλά και η αδυναμία να κατανοήσουμε τα όρια των επιθυμιών και του πόνου, τότε δεν θα μας ενδιέφερε η μελέτη της φύσης», σύμφωνα με τον Επίκουρο. Ανάμεσα σε επιθυμίες και πόνους, σε έννοιες χώρου και χρόνου καθόλου απόλυτες και σταθερές, ο μύθος της θνητής ύπαρξης διαρκεί τόσο μόνον όσο μία στιγμή, μία φευγαλέα εντύπωση ενός έργου τέχνης, που ατελώς λοιδορεί ή αντιγράφει τη σαγήνη και τη νομοτέλεια της φύσης. «Του ανθρωπίνου βίου ο μεν χρόνος στιγμή, η δε ουσία ρέουσα η δε αίσθησις αμυδρά», όπως πρέσβευε ο Μάρκος Αυρήλιος. Ο ίδιος, εξάλλου, είχε υποστηρίξει πως όλα όσα συμβαίνουν, η γέννηση ακόμα και ο θάνατος, προέρχονται από την ίδια νοερή πηγή, τη φύση, τον Θεό Λόγο. Στον Θεό Λόγο, άλλωστε, το τέλειο και αιώνιο Ον, ανήκει η αιώνια ζωή, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη.
Η επιμήκυνση των ορίων του θνητού βίου, με νέες, σύγχρονες τεχνητές μεθόδους, αλλά ακόμη και αυτή η ποθητή και πλήρης υποσχέσεων ανακάλυψη του ελιξίριου της αιώνιας ζωής, της αθανασίας, όπως είναι και παραμένει αντιληπτή μέσα στα όρια της τραγικότητας του αισθητού, της «σαγήνης του βλέμματος» και του καταληπτού (ή της «σαγήνης του αλλόκοτου», της εικονικής πραγματικότητας), αποτέλεσε και αποτελεί διαχρονικά, με εμπειρική προσέγγιση, το σημείο διαπραγμάτευσης ελπίδας και πίστης.
Πίστης και προσδοκίας απαλλαγής από τα εφήμερα και τα μάταια, καθώς η εμπειρία μόνον κατανοεί και προσεγγίζει το θαύμα: «Έχει και η ψυχή τον δικό της κονιορτό που εάν σηκωθεί μέσα μας αέρας, αλίμονο. Οι ορμές χτυπάνε στα παράθυρα, τα τζάμια θρυμματίζονται. Λίγοι ξέρουν ότι ο υπερθετικός στα αισθήματα σχηματίζεται με το φως, όχι με τη δύναμη» (Οδ. Ελύτης, στον «Μικρό Ναυτίλο»).
Ανάσταση «εν ετέρα μορφή», όπου ακριβώς στο χαροποιό στοιχείο (χαρμολύπη, όπως και ο ήχος του αναστάσιμου ύμνου), θαυμαστή λυτρωτική ενέργεια, μακράν της όποιας θορυβώδους δραστηριότητας και αγχώδους βιομέριμνας, προσφέρει το ανέσπερο φως του «ηλίου δικαιοσύνης», τον οποίο προσπαθούν να ανιχνεύσουν μάταια όσοι επιμένουν στην «αλήθεια» του «πραγματικού κόσμου», του αισθητού και «πεπερασμένου» στα όρια της ανθρώπινης αντίληψης. Αυτής, που εγκλωβίζει τον άνθρωπο στα γήινα, σε κόσμο υλικό, φθαρτό, όπου κυρίαρχη θέση κατέχουν η ύλη, το κέρδος, ο πλούτος, η εκμετάλλευση απρόσωπης και αθέατης «αγοράς», του καινοφανούς και παράδοξου συστήματος της «εικονικής οικονομίας». Αυτής, που στα όρια της θλιβερής θνητότητας αγνοεί το θαύμα της αιωνίας ζωής ή της ζωής «μετά τη ζωή» και της ζωής «μετά θάνατον». «Εικονική οικονομία», όπως «εικονική θεώρηση» της πραγματικής ζωής που ισορροπεί, μετέωρη και δύσπιστη ανάμεσα σε ζωή και θάνατο, ανάμεσα στην πραγματική ζωή και την ακατάληπτη αθανασία της παρακαταθήκης του μοναδικού «ηλίου δικαιοσύνης».
Οικονομικές πασχάλιες πολιτικές «μικροπαροχές» (προς άγραν ψήφων, ύστερα από τη θηριώδη λεηλασία των «νοικοκυραίων»), θλιβερά λογύδρια, πασχάλια επίσης, -με «ανημμένες» πολιτικές λαμπάδες- περιορίζουν και καθηλώνουν την κοινωνία στα γήινα, σε κόσμο υλικό, φθαρτό, εκεί όπου κυρίαρχη θέση κατέχουν η ύλη, το κέρδος, ο πλούτος, η εκμετάλλευση, αφού εξακολουθούν να «πέφτουν ολοένα σήμερα νομίσματα πάνω στην πολιτεία». Σε πολιτεία που παραμένει αμέτοχη στο μοναδικό θαύμα της πραγματικής πνευματικής Ανάστασης, διάβασης στην αιωνιότητα, αλλά που προσδοκά ταυτόχρονα τις ελεημοσύνες των pass των φιλεύσπλαχνων κυβερνητικών δωρεών για την απόδραση στην προσφιλή επαρχία. Εκεί όπου ο οβελίας και η ακόρεστη λαιμαργία συναντούν τη θριαμβευτική διάβαση στην απέναντι όχθη, στην άλλη διάσταση, την ορθολογιστικά ακατάληπτη και ακατανόητη και αναπάντητη, ακόμη και στην εποχή ενός άλλου θριάμβου, αυτού της μεταεποχής της Α.Ι. (της Τεχνητής Νοημοσύνης). Μεταεποχής κνίσας διαίτης και διατροφής που παραμένει εκτός πραγματικότητας, στα σύνορα του μύθου και της φαντασίας, στα όρια υπερφυσικών κατορθωμάτων γένους «ηρώων», που χωρίς συναινέσεις και συμβιβασμούς υποτέλειας, υπερέβη με θάρρος και πίστη όρια θνητού κι εφήμερου χώρου και χρόνου.
Στο θαύμα του άκτιστου φωτός, όπου «λέξεις που συναντούν τον αέρα, τα κύματα, τα άνθη, τ’ αρώματα/ δεν υπάρχουν σύννεφα στον ορίζοντα του ελληνικού θανάτου» (Οδ. Ελύτης).
Όσοι υπερέβησαν «διά πυρός και ύδατος» τα όρια της σύμβασης παρέκαμψαν τα στεγανά του θνητού χώρου και χρόνου και συνέτριψαν τις πύλες του Άδη, κατανίκησαν τον θάνατο, και ως σημεία και σύμβολα αναφοράς, κατέκτησαν την αθανασία μέσα από μια θριαμβική ανάσταση, και παρέμειναν ζωντανοί «εν ετέρα μορφή» στη μνήμη και την ποίηση.
Η θεϊκή φύση του Λόγου που υπερβαίνει τα όρια της θνητότητας αποτελεί την απόλυτη Αρχή, αφού είναι η μόνη που συμπεριλαμβάνει όλες τις άλλες ως έκφραση και ως δημιουργία. Ως μόνη ελπίδα και πίστη και αποδοχή ενός μοναδικού Φωτός, του μοναδικού θαύματος της Ανάστασης.
Σε ώρες πένθιμες και αναστάσιμες, σε στιγμές χαρμολύπης και ελπίδας του ταπεινού και ευάλωτου του κόσμου τούτου, «έγειρε Εκείνος το άχραντο κεφάλι και ξεψύχησε/ στο μαύρο το κορμί μου απάνου/ άστρα γινήκαν τα καρφιά του μαρτυρίου του, αστράψαν/ κι από τα χιόνια πιό λευκά τα αιώνια του Λιβάνου/ στα πόδια μου άγγελοι οι Καιροί, γύρω μου σκλάβες οι Ώρες/ γονάτισα στον ίσκιο μου τους δυνατούς του κόσμου» (Κ. Παλαμάς).