Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Ένας ξεχωριστός Επιτάφιος

Μνήμες Μεγάλης Παρασκευής κάτω από τον λόφο του Αϊ-Λια, εκεί όπου οι πομπές ένωναν την πόλη σε ένα ποτάμι φωτός και συγκίνησης

Της Μάγδας Αναγνωστή*

Το πατρικό μου σπίτι ήταν χτισμένο στα 1918, περίπου 100 μέτρα από την παλιά μητρόπολη, ακριβώς στο όριο του ιστορικού κέντρου της πόλης με την πρώτη νεότερη επέκτασή της μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, στα 1881. Ένα υπερυψωμένο διώροφο, κατασκευασμένο ολόκληρο από τη σταχτιά πέτρα της περιοχής. Το μοναδικό σιδερένιο μπαλκόνι του 1ου ορόφου είχε υπέροχη θέα στο ιουστινιάνειο φρούριο και στον λόφο του Αϊ-Λια, στις πλαγιές του οποίου στριμώχνονταν οι παλιές συνοικίες που μετρούσαν ήδη 2, 3 ή και περισσότερους αιώνες ύπαρξης. Το πλεονέκτημα αυτού του μπαλκονιού μεγιστοποιούνταν κάθε Μεγάλη Παρασκευή κατά την περιφορά του Επιταφίου, ή μάλλον των Επιταφίων, καθώς στην παλιά πόλη υπήρχε πληθώρα ναών συγκριτικά με την έκτασή της, και όλοι οι Επιτάφιοι περνούσαν υποχρεωτικά από τον δρόμο στον οποίο έβλεπε ανεμπόδιστα το μπαλκόνι. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή.

Το τριήμερο που ξεκινάει το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης με το τελετουργικό της Σταύρωσης, συνεχίζεται με τον Επιτάφιο της Μεγάλης Παρασκευής και καταλήγει στο «Χριστός Ανέστη» τη βραδιά του Μεγάλου Σαββάτου προς την Κυριακή του Πάσχα, προξενεί πραγματικούς κραδασμούς στην ψυχή όλων των Ελλήνων (νομίζω), ακόμη και εκείνων που αυτοπροσδιορίζονται ως άθρησκοι ή και άθεοι. Κι αυτό έχει τον αντίκτυπό του στο μέγα πλήθος που παρακολουθεί τις λειτουργίες των ημερών αυτών. Λιγότεροι ίσως από παλιότερα, αλλά πάντως πολλαπλάσιοι από τις υπόλοιπες λειτουργίες, ακόμη και τις γιορταστικές.

Μου είναι πολύ δύσκολο να μεταφέρω την ατμόσφαιρα, ειδικά της Μεγάλης Παρασκευής, που απευθυνόταν σε όλες τις αισθήσεις, αλλά κυρίως στο θυμικό. Ξυπνούσαμε, θυμάμαι, απ’ τον βαρύ, αργόσυρτο ήχο της καμπάνας που έφτανε από ολόκληρη την παλιά πόλη, αφού σήμαιναν τα καμπαναριά από δέκα και πλέον εκκλησιές, ήχος που γέμιζε τις καρδιές με μια βαθιά θλίψη, κι ας ξέραν όλοι πως το πένθος θα ήταν πρόσκαιρο. Σπεύδαν οι γυναίκες στους ναούς, φορτωμένες αγκαλιές φρέσκα, μοσχομυρωδάτα λουλούδια για τον στολισμό του επιταφίου, και του «προηευτρεπισμένου κουβουκλίου» (ευτρεπίζω = ετοιμάζω εκ των προτέρων κάτι, όπως πρέπει). Εκεί ο ιερέας θα εναποθέσει το μεσημέρι της ίδιας μέρας, κατά την τέλεση του Εσπερινού της Αποκαθήλωσης, τον κεντημένο, λειτουργικό Επιτάφιο, που απεικονίζει το νεκρό σώμα του Ιησού, περιβαλλόμενο από πολλά ιερά πρόσωπα που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της ταφής του: η Παναγία, η Μαρία Μαγδαληνή, ο Ιωάννης, ο Ιωσήφ εξ Αριμαθαίας, ο Νικόδημος κ.ά. Πολλοί από τους Επιτάφιους αυτούς, ιδιαίτερα σε παλιές εκκλησίες, αποτελούν πραγματικά έργα τέχνης, αριστουργήματα της κεντητικής, βγαλμένα από τα καλύτερα εργαστήρια ελληνικής θρησκευτικής κεντητικής της Κωνσταντινούπολης ή της Ηπείρου. Είναι συνήθως ασημοκέντια και συνδυάζουν τη ζωγραφική με το κέντημα, Στα μάτια ωστόσο των πιστών αναπαριστούν τον Σωτήρα κατά την προετοιμασία της σορού του για την ταφή.

Μετά την τοποθέτηση της (οιονεί) σορού μέσα στο κουβούκλιο, το οποίο ονοματίζουμε επίσης Επιτάφιο, αναλαμβάνουν οι γυναίκες να μοιρολογήσουν τον νεκρό. Και τότε άδουν ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του λαού μας, το συγκλονιστικό καταλόγι της Παναγιάς: «Όποιος το λέει σώνεται κι όποιος τ’ ακούει αγιάζει/ κι όποιος το καλαφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει».

Οι γυναίκες θρηνούν μαζί με τη μητέρα του Χριστού για το κακό που τη βρήκε: την ίδια κι όλους μας. Η Παναγιά γυρεύει τρόπο να χαθεί απ’ τη ζωή, να φύγει από μαχαίρι ή να γκρεμοτσακιστεί, μα ο Εσταυρωμένος γιος της την αποτρέπει επιτακτικά γιατί: «Σαν γκρεμιστείς, Μάνα μ’ εσύ, γκρεμνιέται ο κόσμος όλος». Της ζητάει να κάνει την παρηγοριά του (το νεκρόδειπνο μετά την κηδεία) και να πάψει να θρηνεί, αφού, όπως προαναγγέλλει, σύντομα «θα ‘χεις χαρές μεγάλες».

Οι στίχοι προέρχονται από την παραλλαγή του Καταλογιού της Αγίας Παρασκευής Λέσβου, στην οποία οι γυναίκες συνεχίζουν με επίμονη πίστη να το ψάλλουν εν είδει χορού αρχαίου δράματος κάθε Μεγάλη Παρασκευή το απομεσήμερο, στον λαμπρό κεντρικό ναό της. Εις πείσμα των καιρών και των σειρήνων του εκσυγχρονισμού, που έχουν συμπαρασύρει στον αφανισμό παραδόσεις πολλών αιώνων στο μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας.

Η συνέχεια είναι γνωστή: το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής τελείται ο όρθρος του Μεγάλου Σαββάτου, όπου ακούγονται μια σειρά από τους ωραιότερους ύμνους της Ορθοδοξίας, τα περίφημα εγκώμια της ημέρας: «Αι γενεαί πάσαι», «Άξιον εστί», η «Ζωή εν τάφω». Τα ίδια αυτά εγκώμια θα ακουστούν όταν θα λιτανεύσουν – περιφέρουν τη νύχτα τον Επιτάφιο, ακολουθώντας πανάρχαιες πένθιμες συνήθειες. Θα τα ψάλλουν εν χορώ όλοι όσοι ακολουθούν κατανυκτικά την περιφορά. Λίγο πολύ τα ξέρουν από στήθους.

Τότε λοιπόν ερχόταν η ώρα του σιδερένιου μπαλκονιού. Πάνω του στριμωχνόμασταν τσούρμο, οικογένεια και γειτονιά, με τις κέρινες λαμπάδες μας αναμμένες, και τα μάτια μας ορθάνοιχτα για να ρουφήξουμε το μαγευτικό θέαμα. Από την κορυφή του λόφου κατρακυλούσαν ποτάμια από, κυριολεκτικά, χιλιάδες φλογίτσες, και όλα συνέκλιναν κατηφορίζοντας για να περάσουν ένα προς ένα κάτω απ’ το μπαλκόνι μας, Κι οι πιστοί που ακολουθούσαν κυριολεκτικά κατά χιλιάδες έψαλλαν τα εγκώμια που κάνανε όλες τις καρδιές να σκιρτούν.

Τελευταίος έβγαινε ο Επιτάφιος της Μητρόπολης. Τον ξεχωρίζαμε πριν καν τον δούμε καθώς πλημμύριζε ο τόπος από τους ήχους του «Ρέκβιεμ» του Βέρντι που παιάνιζε η Δημοτική Φιλαρμονική, η οποία προπορευόταν στην πομπή με αργόσυρτο τελετουργικό βηματισμό. Η αγαπημένη μουσική γέμιζε τις παιδικές ψυχές μας με μια θλίψη, ανάλαφρη ωστόσο, που ξυπνούσε άθελά μας μνήμες από δικά μας πρόσωπα που είχαμε χάσει. Στρατιώτες με την κάννη των όπλων τους στραμμένη προς το έδαφος, και πρόσκοποι συνόδευαν τιμητικά την περιφορά, καθώς και ένα πλήθος πιστών που τότε μας φαίνονταν αμέτρητοι. Ήταν η στιγμή που κατεβαίναμε κι εμείς τρεχαλώντας τα σκαλιά για να προλάβουμε να συμμετάσχουμε στην τελετή. Εν τω μεταξύ οι άλλοι Επιτάφιοι είχαν φτάσει στον προορισμό τους, στη μεγάλη πλατεία, όπου είχε στηθεί μια ψηλή εξέδρα. Όταν κατέφθανε και «η Μητρόπολη», ολοκληρωνόταν εκκλησιαστικά το δράμα, χοροστατούντος του μητροπολίτη, και κατόπιν παίρναν τον δρόμο της επιστροφής στον ναό. Και οι πιστοί; Α! Αυτοί διασκορπίζονταν κατά παρέες στα αναρίθμητα… τσιπουράδικα της πόλης και τελούσαν αυτοσχέδια… νεκρόδειπνα, των οποίων το μενού περιλάμβανε νηστίσιμα, θαλασσινά και άλλα, όχι όμως κρέας που έτσι κι αλλιώς, εθιμικά, δεν σερβίρεται γενικά στις κηδείες. Μα σπάζανε πρόωρα τη Σαρακοστή, θα μου πείτε. Η δικαιολογία ήταν πως για το εκκλησιαστικό τυπικό η καινούργια μέρα ξεκινάει με τη Δύση του ηλίου («και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωί, ημέρα πρώτη» κατά την αφήγηση της Βίβλου) και επομένως βρίσκονταν ήδη σε προχωρημένο Μεγάλο Σάββατο, οπότε δεν υπήρχε (;) παράβαση. Δεν ξέρω για εσάς, πάντως εμένα όλα αυτά και κυρίως η απουσία τους σήμερα μού αφήνουν μια γλυκόπικρη γεύση νοσταλγίας και ένα κενό που δεν αναπληρώνεται.

Κοιτάζω την Pietà του ιερέα και καθηγητή στην ΑΣΚΤ, παπα-Μανώλη Καλαϊτζάκη, ένα ξυλόγλυπτο 76 εκατοστών που εικονίζει την αποκαθήλωση του Ιησού από τον Νικόδημο, μαζί με την Παναγία και τη Μαρία Μαγδαληνή. Ο Νικόδημος δεν είναι ένα ιδιαίτερα προβεβλημένο πρόσωπο στη χριστιανική παράδοση. Ωστόσο διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του Θείου Δράματος, αφού, καίτοι Φαρισαίος, υπερασπίστηκε τον Ιησού στο Συμβούλιο του Σανχεντρίν και, πάντα κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, φρόντισε για την ταφή του, από κοινού με τον Ιωσήφ εξ Αριμαθαίας, προσφέροντας και τα απαιτούμενα πανάκριβα μύρα. Τελικά μαρτύρησε για τη χριστιανική του πίστη και αγιοποιήθηκε από την Εκκλησία.

Το ξυλόγλυπτο είναι ένα σπάνιο έργο που συγκεράζει την εξαΰλωση των μορφών κατά την ορθόδοξη εικονογραφία με την τρισδιάστατη απεικόνιση, δηλαδή πρόκειται για μια ορθόδοξη θρησκευτική, όχι όμως εκκλησιαστική γλυπτική. Ή, αν θέλετε, είναι μια γλυπτική με θρησκευτικό θέμα, που σέβεται την ελληνορθόδοξη μορφολογία και την παρακολουθεί με συναίσθηση και γνώση. Αφετηρία εμφανώς η περίφημη μαρμάρινη Pietà Bandini (ύψος 2,25m και βάρος 2,7tn) του Μιχαήλ Άγγελου που δημιούργησε ανάμεσα στα 1547 και 1555, όταν ήταν ήδη 70 ετών. Στο πρόσωπο του Νικόδημου σκάλισε την αυτοπροσωπογραφία του, αφού αρχικά προόριζε το γλυπτό για τον δικό του τάφο.

Ο παπα-Μανώλης με την οικογενειακή ξυλογλυπτική παράδοση, την ιεροσύνη την οποία είχε περιβληθεί και τις ακαδημαϊκές καλλιτεχνικές σπουδές του ήταν ίσως ο πιο κατάλληλος να ισορροπήσει κατευθύνσεις εξ ορισμού αντίρροπες. Μήπως σ’ αυτό συμβάλλει και ο πόνος που κατασπαράζει τα τέσσερα πρόσωπα του δράματος και τελικά συμπαρασύρει τον θεατή;

*Αρχιτέκτων-Συγγραφέας

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο