*Γράφει η κυρία Καίτη Αντωνοπούλου Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Αντιρευματικού Αγώνα (ΕΛ.Ε.ΑΝ.Α)
Η εμμηνόπαυση στις γυναίκες με ρευματικά νοσήματα δεν είναι «δευτερεύον» θέμα, αλλά ένας κρίσιμος παράγοντας που επηρεάζει το ρευματικό νόσημα, τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής
«Η εμμηνόπαυση είναι μια φυσιολογική φάση. Όταν όμως έρχεται να προστεθεί σε ένα ρευματικό νόσημα, για πολλές γυναίκες γίνεται ένα δεύτερο βάρος που το σύστημα υγείας δεν βλέπει». Η διαπίστωση αυτή δεν είναι θεωρητική. Αντανακλά την καθημερινότητα χιλιάδων γυναικών που ζουν με ρευματικά και μυοσκελετικά νοσήματα και ταυτόχρονα περνούν στην εμμηνόπαυση, μια περίοδο που παραμένει σε μεγάλο βαθμό εκτός της συνολικής προσέγγισης φροντίδας.
Η λύση υπάρχει, αλλά δεν εφαρμόζεται συστηματικά. Η επιστημονική γνώση και η κλινική εμπειρία συμφωνούν σε ένα βασικό συμπέρασμα: η εμμηνόπαυση πρέπει να ενσωματώνεται στη διαχείριση του ρευματικού νοσήματος.
Αυτό σημαίνει:
• ενσωμάτωση της εμμηνόπαυσης στη ρευματολογική παρακολούθηση,
• συστηματική συνεργασία μεταξύ ρευματολόγων και γυναικολόγων,
• αξιολόγηση των συμπτωμάτων με βάση τη συνολική εικόνα της γυναίκας,
• ενημέρωση και ενεργό συμμετοχή της ασθενούς.
Αν και τα παραπάνω αποτελούν πλέον διεθνώς αναγνωρισμένη κατεύθυνση όπως η EULAR, στην πράξη εξακολουθούν να εφαρμόζονται αποσπασματικά. Ένα από τα πιο κρίσιμα προβλήματα είναι η επικάλυψη των συμπτωμάτων. Κόπωση, πόνος στις αρθρώσεις, διαταραχές ύπνου και γνωστική δυσκολία μπορεί να αποδοθούν είτε στην εμμηνόπαυση είτε στο ρευματικό νόσημα.