Η εικόνα μιας εύθραυστης εκεχειρίας ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν μοιάζει περισσότερο με διάλειμμα σε μια καταστροφή παρά με βήμα προς την ειρήνη. Μετά από πέντε εβδομάδες πολέμου που άφησαν πίσω τους χιλιάδες νεκρούς και μια περιοχή σε ερείπια, ο Τραμπ εμφανίζεται να πανηγυρίζει την δική του «νίκη», ενώ στην πραγματικότητα κανείς δεν βγήκε κερδισμένος από αυτόν τον κύκλο βίας – εκτός φυσικά από τις βιομηχανίες όπλων.

Η συμφωνία για προσωρινή κατάπαυση του πυρός ανακοινώθηκε υπό την πίεση της τελευταίας στιγμής, με απειλές ολοκληρωτικής καταστροφής να προηγούνται και με βασικό όρο τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, μιας αρτηρίας της παγκόσμιας οικονομίας. Κι όμως, λίγες ώρες μετά, η εκεχειρία άρχισε να τρίζει. Ο Νετανιάχου συνεχίζει ανενόχλητος να βομβαρδίζει τον Λίβανο, δολοφονώντας εκατοντάδες αμάχους πολίτες, ενώ οι απειλές του για νέα κλιμάκωση καλά κρατούν.

Σε αυτό το σκηνικό, η αμερικανική πολιτική εμφανίζεται ως ο βασικός επιταχυντής της κρίσης. Η επιμονή σε στρατιωτική πίεση, οι μονομερείς απαιτήσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα και η διαρκής παρουσία πολεμικών δυνάμεων στην περιοχή συντηρούν έναν πόλεμο χωρίς σαφή τέλος. Μια σύγκρουση που παρουσιάζεται ως «αναγκαία», ενώ στην πράξη παράγει μόνο περισσότερη αστάθεια.

Το τίμημα αποτυπώνεται και στους αριθμούς της οικονομίας. Το πετρέλαιο εκτινάχθηκε, οι αγορές κλυδωνίστηκαν, και η παγκόσμια ενεργειακή ισορροπία διαταράχθηκε, με τις τιμές να παραμένουν πολύ υψηλότερες από τα προπολεμικά επίπεδα. Η απειλή κλεισίματος του Ορμούζ αρκεί για να δείξει πόσο εύθραυστο είναι το διεθνές σύστημα όταν η γεωπολιτική μετατρέπεται σε πεδίο στρατιωτικής επίδειξης ισχύος.

Ο πόλεμος αυτός δεν έλυσε τίποτα. Δεν εξάλειψε απειλές, δεν έφερε ασφάλεια, δεν δημιούργησε σταθερότητα. Αντίθετα, άφησε πίσω του νεκρούς, φόβο και μια οικονομία που πληρώνει το κόστος μιας σύγκρουσης χωρίς νόημα. Και στο τέλος της ημέρας δεν βρέθηκε κανείς να μας απαντήσει. Εκείνα τα αθώα παιδιά, εκείνα τα 168 παιδιά στο Μινάμπ του Ιράν, γιατί τα σκοτώσατε;