Πολλές ο βοές στον κόσμο, η ανησυχία, οι μέριμνες και οι σκοτισμοί. Η μέρα που θνήσκει ο Υιός του Θεού απαιτεί ησυχία
Του Παναγιώτη Λιάκου
Η αγωνία του θανάτου, οι αρρώστιες και οι δικαστικές περιπέτειες, τα χρέη, η μοναξιά και τα προσωπικά αδιέξοδα, οι εθισμοί και η αγωνιώδης αναζήτηση πρόσκαιρων «αποδράσεων», οι πόλεμοι, τα σκάνδαλα των αρπακτικών που έκαναν και συνεχίζουν να κάνουν μακροβούτι στο δημόσιο χρήμα, η ανασφάλεια, η εγκληματικότητα, η ακρίβεια στο σούπερ μάρκετ, η ανεργία, οι κακοπληρωμένες δουλειές, τα αγαπημένα πρόσωπα που έφυγαν στο εξωτερικό για το μεροκάματο. Να μια τοξική συνταγή καταστάσεων, που τις μέρες του Θεού τις μετατρέπει σε ανήλιαγα δεσμωτήρια, όπου εγκλωβίζονται η κοινωνία και τα πρόσωπα που την απαρτίζουν.
Η μέρα που ο Χριστός κατεβαίνει στον Άδη έχει τον δικό της χαρακτήρα και τον επιβάλλει. Ακόμα και σε πολλούς που δεν έχουν καμία σχέση με την πίστη. Υπάρχει κάτι στην ατμόσφαιρα, που δεν μπορεί να εξηγηθεί με αυτό που εμείς ορίζουμε ως «λογική». Μια ακίνητη θλίψη, μια σιωπή που διαταράσσεται από τους αναπόφευκτους θορύβους της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Η Μεγάλη Παρασκευή είναι ημέρα που προσφέρεται για επαφή με τον Θεό. Όποτε την επιδιώκουμε και την κατορθώνουμε, ανακαλύπτουμε λησμονημένα κομμάτια του εαυτού μας, που συνήθως είναι τα αυθεντικότερα, τα καλύτερα.
Τούτη η ημέρα της θλίψης για τον θάνατο του Χριστού και της αδημονίας για την Ανάστασή Του έχει εμπνεύσει πολλούς σπουδαίους Έλληνες δημιουργούς, σε όλες τις εκφάνσεις της τέχνης. Ένα από τα πιο όμορφα και ιδιαίτερα ποιήματα, που φέρνει εντός του πεδίου της νέας θρησκείας των Ελλήνων μέγα μέρος από την παλαιά, είναι το «Τραγούδι του Σταυρού» του Κωστή Παλαμά, που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Η ασάλευτη ζωή» (πρωτοκυκλοφόρησε το 1904). Αξίζει να το διαβάσετε.
Το τραγούδι του Σταυρού
Κι έγειρ’ Εκείνος το άχραντο κεφάλι και ξεψύχησε
στο μαύρο το κορμί μου απάνου·
άστρα γινήκαν τα καρφιά του μαρτυρίου του, άστραψα
κι από τα χιόνια πιο λευκός τα αιώνια του Λιβάνου.
Οι καταφρονεμένοι μ’ αγκαλιάσανε
και σα βουνά και σα Θαβώρ υψώθηκαν εμπρός μου·
οι δυνατοί του κόσμου με κατάτρεξαν,
γονάτισα στον ίσκιο μου τους δυνατούς του κόσμου.
Τον κόσμο αν εμαρμάρωσα, τον κόσμο τον ανάστησα,
στα πόδια μου άγγελοι οι Καιροί, γύρω μου σκλάβες οι Ώρες,
δείχνω μια μυστική Χαναάν στα γαλανά υπερκόσμια·
μα εδώ πατρίδες πάναγνες είσαστ’ εσείς, τρεις Χώρες!
Ω πρώτη εσύ, Ιερουσαλήμ! του βασιλιά προφήτη σου
μικρή είν’ η άρπα για να ειπεί τη νέα μεγαλοσύνη·
του Σολομώντα σου ο ναός μ’ αντίκρισε, και ράγισε·
καινούρια δόξα ντύθηκαν της Ιουδαίας οι κρίνοι.
Κι ύστερα υψώθηκα σ’ εσένα, ω Πόλη, εφτάλοφο όραμα,
κι έγινα φως των ουρανών, το θάμα του Ιορδάνη,
τους Κωνσταντίνους φώτισα και τους Ηράκλειους δόξασα,
και τρικυμίες δεν έσβησαν εμέ, μηδέ Σουλτάνοι.
Και ύστερα, ταξιδευτής, ήρθα σ’ εσένα, ασύγκριτη,
Αθήνα, των ωραίων πηγή, των εθνικών κορόνα,
τον άγνωστο έφερα Θεό και, απόκοτος, αψήφησα
την πολεμόχαρη Παλλάδα μες στον Παρθενώνα.
Και γνώρισα τους ιλαρούς θεούς, και στεφανώθηκα
την αγριλιά της Αττικής, τη δάφνη απ’ την Ελλάδα,
και ω λόγος πρωταγρίκητος! του Γολγοθά το σύγνεφο
πήρε την άσπρη ομηρική του Ολύμπου λαμπεράδα.
Τα είδωλα τ’ αφρόντιστα και τα πασίχαρα έφυγαν,
αλλ’ ούτε πια μεθάει τη γη το ασκητικό μεθύσι,
ας λάμπει η μυστική χαρά στα γαλανά υπερκόσμια·
είν’ εδώ κάτου μια ζωή, και είν’ άξια για να ζήσει.
Με τα κλαδιά της φοινικιάς νέα ωσαννά λαχτάρισα
σ’ εσένα, ω Γη πανάγια και ω πρώτη μου πατρίδα·
σ’ εσέ γυρνώ, Ιερουσαλήμ, κι ένα τραγούδι φέρνω σου·
είναι πλασμένο από ψυχή και από φωνή Ελληνίδα!