Της Ελένης Προκοπίου
Η υπό καθαρογραφή απόφαση του ΑΠ έθεσε το αίτημα επαπροσδιορισμού των απαιτήσεων των δανείων που αφορούν τους δανειολήπτες του ν. Κατσέλη, με την αποτροπή του εκτοκισμού ποσών που δεν είναι άμεσα απαιτητά και τον υπολογισμό του τόκου επί της μηνιαίας δόσης του δανείου.
Οι δανειολήπτες του ν. Κατσέλη αφού κρίθηκαν ευάλωτοι, τέθηκαν στον μηχανισμό δικαστικής ρύθμισης οφειλών του νόμου αυτού και έτυχαν πλήρους προστασίας η οποία αφορούσε κούρεμα των δανείων τουλάχιστον 40%, προστασία της κατοικίας τους από εκτελεστικά μέτρα και τώρα με την εν λόγω απόφαση έλαβαν την πλήρη απαγόρευση του ανατοκισμού των δανείων τους.
Όμως οι μεν δανειολήπτες του ν. Κατσέλη είναι μία μειοψηφία σε σχέση με το σύνολο των δανειοληπτών μη εξυπηρετούμενων δανείων οι οποίοι σε μεγάλο αριθμό είναι εξίσου ευάλωτοι και είτε ρύθμισαν τα δάνειά τους μέσω εξωδικαστικού μηχανισμού πληρώνοντας υπέρογκους τόκους είτε δεν κατάφεραν να τα ρυθμίσουν λόγω ακριβώς των υπερβολικών τόκων που εμπεριέχονται στις υπό ρύθμιση απαιτήσεις καθιστώντας μη βιώσιμη τη ρύθμιση τους.
Σημειωτέον μάλιστα ότι οι ρυθμίσεις του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών μέσω ψηφιακής πλατφόρμας ανέρχονται για το 2025 μόλις στο 37,5 του συνόλου των αιτήσεων και οι συνολικές ρυθμίσεις των servicers αντιστοιχούν στο 9,8 των κόκκινων δανείων. Τα funds αγόρασαν τα κόκκινα δάνεια από τις Τράπεζες πληρώνοντας 3-10 % της αξίας του δανείου και απαιτούν να εισπράξουν το 100% και όλους τους τόκους των δανείων τα οποία με τον συνεχή ανατοκισμό φτάνουν στον τριπλασιασμό και πλέον του ποσού του δανείου.
Είναι λοιπόν γνωστό σε όλους ότι οι servicers παρακωλύουν την επίλυση του ιδιωτικού χρέους με τον υπερβολικό ανατοκισμό και με την παρεμπόδιση των εξοφλήσεων δουλεύοντας για την εξυπηρέτηση των ομολόγων senior και τις προμήθειες του Δημοσίου. Παρά τους ισχυρισμούς τους δεν δουλεύουν για τη μείωση των κόκκινων δανείων ενώ επικαλούνται ότι η προστασία του ν. Κατσέλη έλαβε χώρα σε συνθήκες ακραίας οικονομικής κρίσης και δεν μπορεί να επαναληφθεί, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι υπάρχουν μέχρι σήμερα χιλιάδες δανειολήπτες που ενώ έζησαν όλη την οικονομική κρίση, δεν έτυχαν καμίας προστασίας και συνεχίζουν να βρίσκονται μέσα σε αυτήν, καλούμενοι σήμερα είτε στον εξωδικαστικό είτε σε διμερείς ρυθμίσεις είτε στα δικαστήρια της αναγκαστικής εκτέλεσης να πληρώσουν τριπλά και τετραπλά τα δάνειά τους με όλους τους κεφαλαιοποιημένους τόκους, τόκους επί τόκων, ενώ οι προστατευόμενοι δανειολήπτες θα καταλήξουν να πληρώσουν τα δικά τους σχεδόν «άτοκα».
Εκτός από τις υπερβολικά επαχθείς απαιτήσεις τις οποίες οι δανειολήπτες καλούνται να αποδεχθούν υπογράφοντας νέες ρυθμίσεις -συμβάσεις δανείων- που δεν είναι παρά συμβάσεις προσχωρήσεως (take it or leave it) υφίστανται και όλες τις παράνομες, καταχρηστικές και ιδιαίτερα ζημιογόνες συμπεριφορές και πρακτικές των Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων οι οποίες επισπεύδουν καταδιωκτικά μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης παρακάμπτοντας όλους τους δικονομικούς κανόνες, χωρίς τα απαραίτητα έγγραφα, χωρίς συμβάσεις μεταβίβασης των απαιτήσεων, χωρίς συμβάσεις ανάθεσης διαχείρισης, χωρίς νόμιμα έγγραφα εκπροσώπησης, χωρίς έλεγχο της λειτουργίας των funds που έχουν έδρα στην Ιρλανδία και εκφεύγουν από τους νόμους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Δεν είναι λοιπόν μόνο οι δανειολήπτες του ν. Κατσέλη οι οποίοι χρήζουν προστασίας αφού στον εξωδικαστικό μηχανισμό δάνειο πχ. 10.000 κατέληξε σε ρύθμιση στο ποσό των 44.000 ευρώ με επιπλέον τόκους και άλλο δάνειο 20.000 με κεφαλαιοποιημένα ποσά τόκων έγινε 39.000 και σήμερα στον εξωδικαστικό ζητείται ρύθμιση για 75.000 στο ποσό δε αυτό θα προστεθούν και οι τόκοι της 15ετίας, αφού το ποσό αυτό θα τοκίζεται ολόκληρο για κάθε μήνα επί 180 μήνες, καθιστώντας αδύνατη την εξόφληση αλλά και τη βιώσιμη ρύθμισή του.
Η συνενοχή αλλά και η σιωπή μεγάλης μερίδας του πολιτικού κόσμου με το πρόσχημα της προστασίας της οικονομίας παίρνει διαστάσεις σκανδάλου καθώς η εθνική οικονομία είναι κοινό αγαθό και δεν είναι στην υπηρεσία των funds ούτε υπηρετεί την ιδιωτικοοικονομική διάσταση του κράτους το οποίο στρέφεται ευθέως εναντίον των ασθενέστερων πολιτών σε όφελος άλλων ιδιωτικών ομάδων.
Είναι λοιπόν επιτακτική ανάγκη να εφαρμοστεί η νέα ερμηνεία του ανατοκισμού σε όλα τα δάνεια με την ουσιαστική εξομοίωση των δανειοληπτών και την ουσιαστική προστασία όλων με όχημα την αναμενόμενη απόφαση του ΑΠ η οποία τιμά τους ανώτατους δικαστές αυτής της χώρας. Οι επιπτώσεις αυτής της απόφασης θα πρέπει να αγγίξουν όλα τα πωληθέντα δάνεια τα οποία εντάχθηκαν στον αυτό τρόπο υπολογισμού των τόκων και συνεπεία αυτού κατέληξαν σε μία «βιομηχανία» είσπραξης κόκκινων δανείων και υφαρπαγής των κατοικιών και των ακινήτων των Ελλήνων πολιτών.
Οι Τράπεζες σε συμπαιγνία με τα funds και τους servicers μετακύλησαν και συνεχίζουν να μετακυλίουν το βάρος της ζημίας της υπερδεκαετούς οικονομικής κρίσης στους δανειολήπτες οι οποίοι έχουν υποστεί μεγάλη απώλεια εισοδήματος έχοντας χάσει το 40-50% της αγοραστικής αξίας του (πολλοί εξ αυτών είναι πλέον συνταξιούχοι) και μάλιστα με εγγυητή το Δημόσιο το οποίο συντάσσεται με τους πιστωτές εναντίον όλων των δανειοληπτών. Όμως η ενοχική σχέση μεταξύ δανειοληπτών και funds δεν είναι ιδιωτική αλλά δημόσια υπόθεση και η προστασία τους από την αχαλίνωτη κερδοσκοπία χωρίς κανόνες είναι υπόθεση του κοινωνικού συνόλου.
Το αίτημα δικαιοσύνης αφορά όλους τους δανειολήπτες οι οποίοι πρέπει να τύχουν της αυτής προστασίας καθώς δεν νοείται οι διάφορες κατηγορίες δανειοληπτών να πληρώνουν διαφορετικό τόκο για τα δάνεια τους. Δεν νοείται οι μεν να αποπληρώσουν με ελάχιστο τόκο τα δάνειά τους και οι δε, οι περισσότεροι, να τα πληρώσουν τριπλάσια ή τετραπλάσια. Απαιτείται λοιπόν δίκαιος υπολογισμός τόκου εξ υπαρχής αλλά και ενιαίος υπολογισμός τόκου για όλα τα δάνεια όπως επιβάλλει η αρχή της ισότητας.
Η ισότητα απαιτεί την όμοια μεταχείριση ομοίων με βάση την αντικειμενική αδυναμία εξυπηρέτησης η οποία ισχύει για όλους. Η προστασία των αδυνάτων είναι ύψιστη αποστολή του κράτους και ύψιστο καθήκον των δικαστών είναι να προχωρήσουν στην ουσιαστική εξομοίωση όλων των δανειοληπτών -πλην όσων έχουν πλουτίσει- στην αναζήτηση μιας δικαιοσύνης «συγκεκριμένης» που θεμελιώνεται στην ισότητα των πολιτών και δεν είναι μόνο ισότητα ενώπιον του νόμου ούτε μόνο ισότητα δικαιωμάτων δηλαδή τυπική ισότητα αλλά συνίσταται στην «ουσιαστική» ισότητα στην πράξη.
Το αίτημα για ίση μεταχείριση αλλά και η ισότητα ως πραγματική κατάσταση και όχι απλώς ως «αρχή» είναι το περιεχόμενο της ισότητας που τελεί «εν σχέσει» με τους ομοίους, σε αυτό δε συνίσταται η δικαιοσύνη ως «σχέσις προς έτερον» και το δίκαιο ως «ίσον» όπως λέει ο Αριστοτέλης. Η ισότητα που υποκρύπτει την ανισότητα και μετατρέπεται σε καθεστώς προνομίων για κάποιους ολίγους και σε δυσμενή μεταχείριση για κάποιους άλλους δεν συνάδει με τις απαιτήσεις της διανεμητικής δικαιοσύνης η οποία είναι αναλογική ισότητα. Ένα χαριστικό μέτρο ή προνόμιο υπέρ κάποιων δανειοληπτών που δεν είναι πιο ευάλωτοι οικονομικά από πολλούς άλλους και μία αδικαιολόγητη επιβάρυνση σε βάρος των άλλων παραβιάζει εν τέλει την «ισότητα αποτελέσματος». Σημειωτέον ότι ήδη ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής ζήτησε τον επαναπροσδιορισμό των απαιτήσεων και των τόκων των αγροτών: και νέα κοινωνική κατηγορία που διεκδικεί το προνόμιο αυτό. Και οι υπόλοιποι;
Είναι αδικαιολόγητη η διάκριση μεταξύ κατηγοριών δανειοληπτών καθώς παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης -όταν μάλιστα ο ν. Κατσέλη έχει κλείσει από το 2018- θα πρέπει δε κατ’ ανάλογη εφαρμογή η ελάφρυνση αυτή να ισχύσει για όλους και στα ήδη διμερώς ρυθμισμένα δάνεια αλλά και στα υπό ρύθμιση δάνεια στα οποία λόγω της υπέρογκης τοκοφορίας τους δεν βρίσκονται ρεαλιστικές και βιώσιμες λύσεις. Η απόφαση δε του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι μία απόφαση που λύνει το θέμα για όλους και όχι μόνο για τη συγκεκριμένη υπόθεση που έθεσε το ερώτημα και θα πρέπει να δεσμεύει τα δικαστήρια στο μέλλον.
Οφείλουν οι δανειολήπτες αλλά δεν οφείλουν τόσα, αυτό είναι η διανεμητική δικαιοσύνη. Το τί οφείλουν είναι το ερώτημα και τούτο θα κριθεί σε συνάρτηση με το εισόδημα και την αξία της περιουσίας τους και όχι με την εξαίρεση κάποιας μειοψηφίας δανειοληπτών που εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος των άλλων θέτοντας τους σε μειονεκτική μοίρα και αφήνοντάς τους απροστάτευτους.
Η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων καταγγέλλοντας τις καταχρηστικές, παράνομες και απαξιωτικές συμπεριφορές των πιστωτών, τονίζει τη σοβαρότατη διάσταση του προβλήματος που οδηγεί σε οικονομική καταστροφή μεγάλο μέρος της κοινωνίας και ζητά τη δημιουργία ψηφιακής πλατφόρμας για τα δάνεια. Όμως η μέθοδος της ψηφιακής πλατφόρμας επί τόσα χρόνια στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού, τροφοδότησε στο έπακρο τη συνεχιζόμενη ζημία των δανειοληπτών με την αθέμιτη υπερβολική αύξηση των απαιτήσεων λόγω των υπέρογκων τόκων.
Η εμπορευματοποίηση των δανείων με τα ομόλογα senior στην αγορά συνεχίζεται μετατρέποντας τα σπίτια των Ελλήνων σε αντικείμενο αγοραπωλησίας όχι μόνο στην ελληνική αλλά και στη διεθνή επενδυτική αγορά με τις ευλογίες του ελληνικού κράτους. Παράλληλα οι ενδιαφερόμενοι πιστωτές διαμαρτύρονται για τις καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη, την έλλειψη ασφάλειας δικαίου, την απουσία σταθερών κανόνων, την αλλαγή των κανόνων που καθιστούν «αδύνατες» τις επενδύσεις, για τις αλλεπάλληλες παρεμβάσεις στην τραπεζική πίστη. Κανείς όμως δεν ενδιαφέρθηκε για τη συνεχή μεταβολή όλων των συνθηκών αποπληρωμής των δανείων επί τόσα χρόνια με τις παράνομες μεταβιβάσεις και τους διάφορους πτωχευτικούς νόμους ούτε για την έλλειψη μέχρι σήμερα κανόνων για τα funds – servicers με την πλήρη ανυπαρξία οποιασδήποτε διαπραγματευτικής ικανότητας των δανειοληπτών ή για όσους έχασαν ή θα χάσουν τα ακίνητά τους.
Η δικαστική προστασία θα πρέπει να επεκτείνει την ειδική ευμενή ρύθμιση σε όλους ώστε να αρθεί αυτή η αντισυνταγματική ανισότητα η οποία πρέπει να κριθεί in concreto σε αναζήτηση μιας ουσιαστικής δικαιοσύνης που δεν είναι προϊόν μιας ψηφιακής πλατφόρμας αλλά δημιουργεί δίκαιο σύμφωνα με τη φύση του πράγματος στην πραγματική ζωή των ανθρώπων. Η προστασία της κατοικίας και η προστασία των δανειοληπτών από δίκαια και ανεξάρτητα δικαστήρια ή θα είναι για όλους ή δεν θα υπάρξει.