Κάθε φορά που έκλεινε μια μεγάλη συμφωνία, ο Πολ-Μισέλ φον Μέρεϊ συνήθιζε να χτυπά ένα κουδούνι μέσα στα γραφεία της MBaer Merchant Bank, κοντά στη λίμνη της Ζυρίχης. Ήταν το σήμα ότι η μικρή ελβετική τράπεζα είχε εξασφαλίσει άλλη μία προμήθεια εξαψήφιου ύψους.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Bloomberg η δραστηριότητά της βασιζόταν σε ένα ιδιαίτερα επικερδές μοντέλο: αναλάμβανε πληρωμές που άλλες τράπεζες αρνούνταν να επεξεργαστούν και, σύμφωνα με πληροφορίες, χρέωνε ακόμη και έως δέκα φορές υψηλότερα από τα συνήθη τιμολόγια.
Η παρέμβαση των ΗΠΑ και το τέλος
Το τέλος ήρθε αιφνιδιαστικά στα τέλη Φεβρουαρίου, εν μέσω της κλιμάκωσης της έντασης με το Ιράν. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, κατηγόρησε την MBaer ότι διοχέτευσε περισσότερα από 100 εκατ. δολάρια μέσω του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος για λογαριασμό παράνομων δικτύων με δεσμούς σε Βενεζουέλα, Ιράν και Ρωσία.
Η απειλή αποκλεισμού από το δολαριακό σύστημα αποδείχθηκε καθοριστική. Η τράπεζα αναγκάστηκε να αποσύρει την προσφυγή της κατά της απόφασης εκκαθάρισης και να οδηγηθεί σε λουκέτο.
Το δίκτυο των ύποπτων ροών
Σύμφωνα με το Bloomberg η πρώτη «κόκκινη σημαία» για την MBaer δεν ήταν το Ιράν, αλλά ύποπτες ροές χρήματος που συνδέονταν με τη Βενεζουέλα γύρω στο 2020. Η έρευνα που άνοιξε αποκάλυψε πολύ περισσότερα.
Σύμφωνα με την υπηρεσία FinCEN, η MBaer φέρεται να:
- διευκόλυνε τη χρηματοδότηση της ρωσικής πολεμικής μηχανής,
- συνέβαλε στη μεταφορά εσόδων από ιρανικό πετρέλαιο προς το καθεστώς,
- παρείχε πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα σε δίκτυα που σχετίζονται με τη Δύναμη Κουντς των Φρουρών της Επανάστασης.
Σε μία χαρακτηριστική περίπτωση, πελάτες της τράπεζας μετέφεραν περίπου 37 εκατ. δολάρια μέσω εταιρείας-«βιτρίνας», με συναλλαγές που θα έπρεπε να ενεργοποιήσουν μηχανισμούς ελέγχου για ξέπλυμα χρήματος.

Εσωτερικές προειδοποιήσεις χωρίς αποτέλεσμα
Στο εσωτερικό της τράπεζας, υπήρχαν προειδοποιήσεις για σοβαρές ελλείψεις στους ελέγχους. Ωστόσο, εργαζόμενοι που εξέφραζαν ανησυχίες αντιμετώπιζαν εμπόδια ή απομακρύνονταν, δημιουργώντας ένα περιβάλλον αποθάρρυνσης και σιωπής.
Το 2024, εσωτερικός έλεγχος εντόπισε εκτεταμένους συστημικούς κινδύνους και εισηγήθηκε ακόμη και αυτοκαταγγελία στις εποπτικές αρχές. Παρά τα ευρήματα, δεν φαίνεται να ελήφθησαν ουσιαστικά διορθωτικά μέτρα.
«Υψηλού ρίσκου» πελατεία και εποπτικά κενά
Παρά την ταχεία ανάπτυξή της — με περίπου 4,9 δισ. ελβετικά φράγκα υπό διαχείριση, 700 πελάτες και 60 εργαζομένους — η MBaer εντασσόταν αρχικά στην κατηγορία χαμηλού κινδύνου για την εποπτική αρχή Finma.
Η εικόνα αυτή άλλαξε δραματικά όταν οι αρχές διαπίστωσαν ότι έως και το 98% των περιουσιακών στοιχείων της προερχόταν από πελάτες υψηλού ρίσκου. Σύμφωνα με τη Finma, η τράπεζα απέτυχε συστηματικά να ελέγξει την προέλευση των κεφαλαίων και σε ορισμένες περιπτώσεις φέρεται να βοήθησε πελάτες να παρακάμψουν δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων.
Μια κατάρρευση που εκθέτει το σύστημα
Η υπόθεση MBaer θεωρείται από τις ελβετικές αρχές «εξαιρετικά σοβαρή» και πλήττει τις προσπάθειες της χώρας να αποκαταστήσει την αξιοπιστία του τραπεζικού της συστήματος.
Αναδεικνύει, παράλληλα, ότι μικρότερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μπορούν να λειτουργούν για χρόνια κάτω από τα ραντάρ, ακόμη και όταν διακινούνται κεφάλαια υψηλού κινδύνου.
Οι επιπτώσεις για πελάτες και εργαζομένους
Μετά την απόφαση εκκαθάρισης, η MBaer έχει ήδη προχωρήσει σε απολύσεις, ενώ έχουν κινηθεί διαδικασίες κατά προσώπων που συνδέονται με τη διοίκησή της.
Οι πελάτες της, πολλοί εκ των οποίων χαρακτηρίζονται «υψηλού ρίσκου», αντιμετωπίζουν πλέον σημαντικές δυσκολίες στην εξεύρεση νέας τραπεζικής συνεργασίας. Η διαδικασία εκκαθάρισης εκτιμάται ότι μπορεί να διαρκέσει χρόνια.