Πώς οι τράπεζες αντιμετωπίζουν τη σύγκρουση ΗΠΑ – Ιράν – Τα μερίσματα και οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν
Με αγωνία παρακολουθούν οι διοικήσεις στις ελληνικές τράπεζες τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, καθώς η επίδρασή τους στα επιχειρησιακά πλάνα της ερχόμενης τριετίας που ανακοινώνονται αυτήν την περίοδο, θα μπορούσε σε ακραία σενάρια να είναι σημαντική.
Μιλώντας στον «ΟΤ» πηγή από συστημικό όμιλοι σημειώνει πως ακόμη είναι πάρα πολύ νωρίς για τη διατύπωση οποιασδήποτε εκτίμησης. Όπως λέει, «τα πάντα θα εξαρτηθούν από το χρόνο που θα χρειαστεί για την αποκλιμάκωση της έντασης».
Κι αυτό διότι, σημειώνει, «από αυτό θα εξαρτηθεί ο βαθμός της διαταραχής σε μακροοικονομικό επίπεδο, που αποτελεί την καθοριστικότερη παράμετρο για την πορεία των αποτελεσμάτων μας».
Ο στόχος για τις τράπεζες
Από την πλευρά του, αναλυτής που παρακολουθεί τον κλάδο αναφέρει πως «οι στόχοι των τραπεζών προκύπτουν στη βάση συγκεκριμένων υποθέσεων για την πορεία των οικονομιών στις οποίες δραστηριοποιούνται, αλλά και του ύψους των επιτοκίων».
Για να απαντήσει λοιπόν κανείς με ασφάλεια, προσθέτει χαρακτηριστικά, «στο ερώτημα εάν ο εν εξελίξει πόλεμος θα επηρεάσει καθοριστικά τις επιχειρησιακές επιδιώξεις των τραπεζών, θα πρέπει να εξετάσει το αν και κατά πόσο θα μεταβληθούν οι παραδοχές των τριετών τους πλάνων».
Μέχρι στιγμής, Eurobank και Εθνική Τράπεζα έχουν δώσει στη δημοσιότητα τις προβλέψεις των διοικήσεών τους για την πορεία των βασικών τους μεγεθών έως και το 2028.
Αυτές στηρίζονται στις ακόλουθες υποθέσεις:
- Διατήρηση των επιτοκίων στα σημερινά επίπεδα τουλάχιστον έως και το τέλος του 2026 και μικρή άνοδός τους στη συνέχεια
- Ανάπτυξη μεγαλύτερη του μέσου όρου της Ευρωζώνης σε όλες τις χώρες που δραστηριοποιούνται (Ελλάδα, Βουλγαρία, Κύπρος)
- Σταθεροποίηση του πληθωρισμού λίγο πάνω από το 2%
- Συνέχιση της ανόδου των τιμών των ακινήτων, με επιβραδυνόμενους σε σχέση με το 2025 ρυθμούς
- Μείωση του ποσοστού ανεργίας, που μεταφράζεται σε αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος στην Ελλάδα
Οι κίνδυνοι για τις τράπεζες
Για να υπάρξουν λοιπόν αναπροσαρμογές στα πλάνα των τραπεζών, θα πρέπει αρκετές από τις προαναφερθείσες εκτιμήσεις να ανατραπούν.
Για παράδειγμα, σε περίπτωση που ο πόλεμος κρατήσει αρκετό καιρό, οι ενεργειακές τιμές θα σταθεροποιηθούν σε υψηλά επίπεδα.
Μία τέτοια εξέλιξη θα προκαλούσε ένα νέο γύρο πληθωριστικής πίεσης, που θα είχε επιπτώσεις στην ανάπτυξη και πιθανόν θα ανάγκαζε την ΕΚΤ να αναλάβει δράση, αυξάνοντας εκ νέου τα επιτόκιά της.
Σε αυτό το ενδεχόμενο, οι στόχοι που έχουν θέσει οι τράπεζες για την πιστωτική επέκταση θα τίθεντο εν αμφιβόλω, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πορεία των καθαρών τους έντοκων εσόδων.
Από την άλλη βέβαια, θα έχουν άνοδο του εισοδήματος από τα υφιστάμενα δανειακά υπόλοιπα από προγράμματα κυμαινόμενου επιτοκίου, εφόσον οι πελάτες τους είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν ομαλώς.
Η μερισματική πολιτική
Επιβράδυνση της ανάπτυξης και ακρίβεια, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος και της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, με κίνδυνο τη δημιουργία νέων επισφαλειών και τη συνεπακόλουθη αύξηση του κόστους για τον πιστωτικό κίνδυνο.
Πισωγύρισμα δεν αποκλείεται και στις εργασίες του asset magagement, που αποτελούν την ατμομηχανή παραγωγής εσόδων από προμήθειες.
Ο λόγος είναι ότι σε περιόδους αναταραχής, οι επενδυτές στρέφονται σε πιο ασφαλή καταφύγια και γυρίζουν την πλάτη σε επιλογές με ρίσκο.
Στο πλαίσιο αυτό, η ζήτηση για αμοιβαία κεφάλαια θα μπορούσε να μειωθεί εάν οι αγορές δεν ηρεμήσουν σύντομα.
Τέλος, σε περίπτωση διάψευσης των σημερινών προβλέψεων για την κερδοφορία και με δεδομένους τους μεγαλύτερους κινδύνους, θα μπορούσε να καταστεί λιγότερο γενναιόδωρη η μερισματική πολιτική των τεσσάρων συστημικών ομίλων, με στόχο τη διατήρηση ισχυρών κεφαλαιακών μαξιλαριών.