Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Τα κυριότερα δεδομένα της δεύτερης ημέρας του πολέμου ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν

Του Κώστα Ράπτη

Σύμφωνα με τη γνωστή ρήση του Χένρι Κίσσιντζερ, ένας τακτικός στρατός χάνει όσο δεν κερδίζει, ενώ ένας αντάρτικος στρατός κερδίζει όσο δεν χάνει. Μπορούμε, τηρουμένων των αναλογιών, να μεταφέρουμε την παρατήρηση αυτή στην περίπτωση του νέου πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν, καθώς η Ισλαμική Δημοκρατία αποτελεί ενός είδους “αντάρτη” της διεθνούς σκηνής, άρα το μέτρο της επιτυχίας και οι στρατηγικοί υπολογισμοί στην περίπτωσή της είναι πολύ διαφορετικοί απ’ ό,τι στην περίπτωση των επιτιθεμένων.

Καταρχήν, οι δύο πλευρές μετρούν τον χρόνο διαφορετικά. Για τον Ντόναλντ Τραμπ είναι σημαντικό τα πάντα να ολοκληρωθούν γρήγορα, ενώ το συμφέρον των Ιρανών ιθυνόντων είναι να παρατείνουν την σύγκρουση για όσο περισσότερο αντέξουν.

Κατά δεύτερο λόγο, η έννοια της “επιβίωσης” γίνεται αντιληπτή με διαφορετικό τρόπο. Μπορεί να αποδειχθεί εντελώς παραπλανητική η προβολή στην άκρως αστικοποιημένη κοινωνία του Ιράν, με το μακραίωνο παρελθόν κρατικής οργάνωσης, προσδοκιών ταχείας κατάρρευσης, όπως αυτές επαληθεύθηκαν στις περιπτώσεις του Ιράκ ή της Λιβύης (και, με βραδύτερους ρυθμούς, της Συρίας), ήτοι χωρών, όπου η εξουσία ήταν προσωποπαγώς οργανωμένη, οι κρατικοί θεσμοί ισχνοί και η οργάνωση κατά φυλές ακόμη ενεργή. Εξ ού και ο “αποκεφαλισμός” του αγιατολλάχ Χαμενεϊ ήδη από την πρώτη μέρα της σύγκρουσης, δεν έδειξε την επομένη να έχει φέρει ουσιαστικές ανατροπές στην αντοχή του καθεστώτος ή τον τρόπο διεξαγωγής της πολεμικής προσπάθειας.

Όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του στο Foreign Policy, ο Αλί Χάσεμ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου “λίγες σύγχρονες κυβερνήσεις συγκεντρώνουν τόση ορατή εξουσία σε ένα μόνο αξίωμα όσο το Ιράν σε αυτό του Ανώτατου Ηγέτη. Η θρησκευτική νομιμότητα, η διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων και η τελική πολιτική διαιτησία συγκλίνουν εκεί. Ωστόσο, η ορατότητα δεν πρέπει να συγχέεται με την ευθραυστότητα. Το αξίωμα αυτό στηρίζεται σε ένα πυκνό δίκτυο θεσμών που έχουν σχεδιαστεί όχι απλώς για να υπηρετούν τον ηγέτη, αλλά για να τον περιορίζουν, να τον παρακολουθούν και, εάν χρειαστεί, να τον ξεπερνούν. Η Ισλαμική Δημοκρατία δεν είναι απλώς ένα προσωπικό καθεστώς με θρησκευτική γλώσσα. Είναι ένα επαναστατικό σύστημα που έχει επενδύσει πολλά στον σχεδιασμό αλλαγών ηγεσίας. Όταν βρίσκεται υπό πίεση, η δομή του έχει σχεδιαστεί για να συνενώνει αντί να καταρρέει”.

Οι πρώτες εξελίξεις μετά την δολοφονία Χαμενεϊ μοιάζει να επιβεβαιώνουν την ανάλυση αυτή. Οι Ιρανοί ιθύνοντες φρόντισαν να προβούν σε δύο κινήσεις: η πρώτη ήταν να κηρύξουν 40ήμερο εθνικό πένθος και 7ήμερη περίοδο νεκρώσιμων τελετών, κατεβάζοντας εκατομμύρια ανθρώπων στους δρόμους και τις πλατείες, ώστε να δημιουργήσουν κλίμα εθνικής συσπείρωσης, αλλά και να παρεμποδίσουν έμπρακτα τυχόν επανεμφάνιση αντικυβερνητικών διαδηλωτών. (Μπορούμε να έχουμε πολύ χονδρικά ένα μέτρο της ελάχιστης υποστήριξης προς το καθεστώς, υπολογίζοντας ότι στον δεύτερο γύρο των τελευταίων προεδρικών εκλογών, ο αντίπαλος του εκλεγέντος μεταρρυθμιστή υποψηφίου Μασούντ Πεζεσκιάν, ο συντηρητικός Σαέντ Τζαλιλί, έλαβε το 45.24%, με ποσοστό συμμετοχής στην ψηφοφορία το 49,68%).

Η δεύτερη κίνηση ήταν να συγκροτήσουν άμεσα την συνταγματικά προβλεπόμενη τριμελή επιτροπή αναπλήρωσης του ανώτατου ηγέτη, αποτελούμενη από τον πρόεδρο Πεζεσκιάν, τον επικεφαλής της δικαιοσύνης Γολαμχοσέιν Μοχσενί-Ετζεΐ και τον υποδειχθέντα από το διαιτητικό Συμβούλιο Σκοπιμότητας, αγιατολλάχ Αλιρεζά Αραφί, με αποστολή τη δρομολόγηση της εκλογής του διαδόχου του Χαμενεΐ από την 60μελή Συνέλευση των Ειδημόνων, όπως προβλέπεται.

Χωρίς τίποτε να είναι δεδομένο, ο Αραφί εμφανίζεται έτσι ως ένας ισχυρός υποψήφιος για το αξίωμα του Ανώτατου Ηγέτη, όπως άλλωστε και ο πρόεδρος του Συμβουλίου Σκοπιμότητας, αγιατολλάχ Σαντίκ Λαριτζανί, αδελφός του μάλλον ισχυρότερου ανθρώπου αυτή τη στιγμή στη χώρα, του γ.γ. του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας Αλί Λαριτζανί, καθηγητή φιλοσοφίας, πρώην προέδρου της Βουλής, επί 12ετία Φρουρού της Επανάστασης, έμπιστου του Χαμενεΐ και συνομιλητή του Πούτιν κατά την κρίση των διαδηλώσεων του περασμένου Ιανουαρίου.

Κάπως σουρεαλιστικά, ο Ντόναλντ Τραμπ εκπέμπει ήδη μηνύματα νίκης και ισχυρίζεται ότι η “νέα” ιρανική ηγεσία επιθυμεί να συνομιλήσει μαζί του, πιστεύοντας ότι επαναλαμβάνει το σενάριο Βενεζουέλας. Πολιτικά όμως, βρίσκεται αντιμέτωπος με το νέο δεδομένο της πρώτης καταγραφής ανθρώπινων απωλειών από αμερικανικής πλευράς, σε μία συγκυρία κατά την οποία οι συμπολίτες του εγκρίνουν την εν λόγω στρατιωτική περιπέτεια σε ποσοστό μόλις 25%, κατά το Reuters/Ipsos.

Στο στρατιωτικό πεδίο, η ανταλλαγή πληγμάτων συνεχίσθηκε, με την κάθε πλευρά να κάνει χρήση του δικού της πλεονεκτήματος. Το στοίχημα είναι κατά πόσον οι Ιρανοί θα καταφέρουν να καταπονήσουν με drones και πυραύλους (που σταδιακά, αναμένει κανείς, θα ανήκουν σε όλο και νεότερες γενιές οπλισμού) την αεράμυνα των αντιπάλων τους, προτού οι τελευταίοι εξουδετερώσουν με την αεροπορία τους τις βάσεις εκτόξευσης του ιρανικού βαλλιστικού οπλοστασίου. Ανυπέρβλητη υπεροχή φαίνεται πάντως να χαρακτηρίζει την πλευρά του Ισραήλ στον τομέα των πληροφοριών, αν κρίνουμε από την εξόντωση του (πάντως μη κρυπτόμενου) Χαμενεΐ, του υπουργού Άμυνας Σαμχανί και σειράς στρατηγών. Οι πληροφορίες για εξόντωση και του πρώην προέδρου Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, ο οποίος συνιστά λαϊκιστή outsider και τελούσε σε δυσμένεια, παραπέμπουν αν όχι απλώς σε επιθυμία καταγραφής εντυπωσιακών πληγμάτων εναντίον εύκολων στόχων, ενδεχομένως και σε σχεδιασμό να ελεγχθούν οι πολιτικές εξελίξεις της επόμενης ημέρας.

Υπό ευρύτερη οπτική γωνία, κρίσιμο στοιχείο είναι το πώς θα υποδεχθούν οι αγορές την εξαγγελία του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ από τους Ιρανούς, αλλά και το πώς θα εξελιχθεί η περιφερειοποίηση του πολέμου δια των ιρανικών πληγμάτων σε αμερικανικές εγκαταστάσεις σε γειτονικές αραβικές μοναρχίες. Χαρακτηριστικά, ο Αλί Λαριτζανί απέστειλε επιστολή στην αραβική γλώσσα όπου υποστηρίζει ότι η χώρα του δεν επιθυμεί την σύγκρουση με τους γείτονες, αλλά θεωρεί “αμερικανικό έδαφος” τις σχετικές βάσεις. Αξιοσημείωτη εξαίρεση αποτελεί η επιμονή της ιρανικής πλευράς να πλήττει πολιτικούς στόχους στο Ντουμπάι, το οποίο προφανώς αντιμετωπίζει ως τον αδύναμο κρίκο του πιο ανταγωνιστικού προς αυτήν (και πιο φιλικού προς το Ισραήλ) γείτονα, ήτοι των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, αλλά και ως οικονομικό κόμβο διεθνούς ενδιαφέροντος και βαλβίδα φυγής ιρανικών κεφαλαίων. Σε κάθε περίπτωση το διπλωματικό κεφάλαιο, το οποίο δαπάνησε η Κίνα για να επιτύχει το 2023 την επανασυμφιλίωση Ιράν-Σαουδικής Αραβίας, μάλλον έχει εξανεμισθεί.

Τέλος, στο Ιράκ οι απόπειρες εισβολής διαδηλωτών στην αμερικανική πρεσβεία στην “Πράσινη Ζώνη” της Βαγδάτης και τα συλλαλητήρια με σύνθημα τη “Τζιχάντ” στη Βασόρα, θα πρέπει να ερμηνευθούν υπό το φως των πρόσφατων πιέσεων των ΗΠΑ για να αποτρέψουν την επάνοδο του φιλο-ιρανού Νούρι αλ Μάλικι στην πρωθυπουργία, αλλά και την απογοήτευση του σιιτικού στοιχείου από την μάλλον υποτονική αντίδραση του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη του, αγιατολλάχ Αλί αλ Σιστάνι στην δολοφονία Χαμενεϊ, την οποία ο ίδιος είχε εκ των προτέρων χαρακτηρίσει “κόκκινη γραμμή”.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο