Στη Σάντα, την ορεινή και δυσπρόσιτη Επτάκωμο που έμεινε γνωστή ως το «Σούλι του Πόντου», η 25η Μαρτίου δεν είχε τον χαρακτήρα μιας τυπικής γιορτής. Δεν ήταν μόνο μια ημερομηνία αφιερωμένη στην επέτειο της Ελληνικής Επανάστασης, ούτε μια ευκαιρία για έναν καθιερωμένο εορτασμό.
Για τους Σανταίους, το 1821 είχε αποκτήσει το βάρος ενός ιστορικού και εσωτερικού δεσμού, που έβρισκε τρόπο να επιστρέφει ξανά και ξανά μέσα από τη συλλογική συγκίνηση.
Ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς τρόπους με τους οποίους τιμούσαν την Επανάσταση ήταν οι θεατρικές παραστάσεις με ήρωες του Αγώνα. Σύμφωνα με τον Κοσμά Τσαντεκίδη, η πρώτη παράσταση που οργανώθηκε στη Σάντα ήταν το 1901, με πρωτοβουλία του Ιωάννη Πιστοφίδη, ο οποίος ανέβασε το έργο Μάρκος Μπότσαρης.
Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, το θέατρο άρχισε να αποκτά ξεχωριστή θέση στην πνευματική και κοινωνική ζωή της περιοχής. Οι ερασιτεχνικοί θεατρικοί όμιλοι που δραστηριοποιούνταν κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες ανέβαζαν έργα με εθνικό και πατριωτικό περιεχόμενο, ενώ τα έσοδα από τις παραστάσεις κατευθύνονταν πάντοτε στις ανάγκες των σχολείων.

Η πιο ζωντανή ίσως μαρτυρία για το πώς βίωνε η Σάντα αυτές τις παραστάσεις έρχεται από τον δάσκαλο και ιστοριογράφο Μιλτιάδη Νυμφόπουλο, ο οποίος περιγράφει με ένταση και συγκίνηση το ανέβασμα του έργου Αθανάσιος Διάκος τον Απρίλιο του 1904. Η σκηνή είχε στηθεί στο κάτω πάτωμα του σχολείου των Πιστοφάντων και όλοι οι ρόλοι, όπως συνέβαινε τότε, παίζονταν από άνδρες. Από τη στιγμή όμως που μαθεύτηκε πως θα δοθεί θεατρική παράσταση, ο πληθυσμός της Σάντας κινητοποιήθηκε με έναν υπέρμετρο ενθουσιασμό.
Ο κόσμος έτρεξε να δει και να ακούσει, για πρώτη φορά, έργα που αναπαριστούσαν τη μεγάλη γιγαντομαχία του ’21, λες και μέσα από αυτά του δινόταν η δυνατότητα να πλησιάσει την ίδια την Ελλάδα.
Στην αρχή της παράστασης υψώθηκε μια μικρή ελληνική σημαία και τότε το πλήθος ξέσπασε σε ζητωκραυγές και χειροκροτήματα. Αμέσως μετά, μαθητικός χορός έψαλε τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» ενώ ο Ιωάννης Πιστοφίδης προλόγισε το έργο προτού εμφανιστεί ως Αθανάσιος Διάκος.
Η παρουσία του, όπως τη θυμάται ο Μιλτιάδης Νυμφόπουλος, ήταν καθηλωτική. Η βροντερή φωνή, το λεβέντικο παράστημα και η θέρμη με την οποία απήγγελλε έδωσαν στο κοινό την αίσθηση ότι δεν είχε μπροστά του έναν ερασιτέχνη ηθοποιό, αλλά μια ζωντανή μορφή του Αγώνα.
Η στιγμή, όπως γράφει ο ίδιος, ήταν ιερή, και η συγκίνηση τόσο βαθιά ώστε τα μάτια όλων βούρκωσαν, ενώ μέσα σε κάθε στήθος, κατά τη χαρακτηριστική του διατύπωση, χτυπούσε «μια καρδιά ελληνική, μια καρδιά εθνική».
Όταν η Επανάσταση γινόταν βίωμα
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την περίπτωση της Σάντας τόσο ξεχωριστή. Οι ήρωες του 1821 δεν παρέμεναν μακρινές ιστορικές μορφές, αλλά έμπαιναν στη ζωή της κοινότητας και γίνονταν πρόσωπα οικεία, σχεδόν δικά της.
Ο ίδιος ο Μιλτιάδης Νυμφόπουλος θυμάται ότι όταν εμφανίστηκε ο δάσκαλος Παντελής Πολιτίδης στο ρόλο του γραμματέα του Ομέρ Βρυώνη και ζήτησε την παράδοση του Διάκου και των συμπολεμιστών του, εκείνος και ένας άλλος δάσκαλος, που έπαιζε το ρόλο της μητέρας του ήρωα, του χίμηξαν και τον έδιωξαν. Το κοινό, παρασυρμένο από τον ενθουσιασμό, τους ζήτησε να επαναλάβουν τη σκηνή!
Σε κάθε πέσιμο της αυλαίας, ο μαθητικός χορός έψαλλε στίχους από τον «Θούριο» του Ρήγα Βελεστινλή (Φεραίου), ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τη φόρτιση της βραδιάς.
Και μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα υπήρχαν στιγμές που αποκτούσαν και μια πιο αυθόρμητη διάσταση, όπως όταν μια γυναίκα από το κοινό, βλέποντας τον Μιλτιάδη Νυμφόπουλο να παριστάνει την αδελφή του Διάκου, σχολίασε με πονηριά: «Κρίμαν σ’ αβούτο το κορίτς ντο ες να συρ’ ασή Τουρκαντίων τα σέρια!».
Η παράσταση εκείνη έμεινε χαραγμένη στη μνήμη των Σανταίων ως μια μέρα εθνικής γιορτής. Και δεν ήταν η μόνη. Την επόμενη κιόλας χρονιά, το καλοκαίρι του 1905, ο θεατρικός όμιλος του Δημητρίου Γιαμάκ ανέβασε στη μεγάλη σχολική αίθουσα της ενορίας Ισχανάντων τον Μάρκο Μπότσαρη, την Γκόλφω και άλλα έργα με εθνικό χαρακτήρα.
«Σούλι του Πόντου»
Το πατριωτικό αυτό κλίμα καλλιεργούνταν ήδη από το σχολείο – είναι χαρακτηριστικό ότι τα παιδιά του δημοτικού τραγουδούσαν «Ω λυγηρόν και κοπτερόν σπαθί μου, και τουφέκι φλογερόν πουλί μου…».
Στη Σάντα, άλλωστε, η παιδεία είχε ξεχωριστή σημασία. Επρόκειτο για μια κοινωνία με ισχυρή συνοχή, έντονη ελληνική αυτοσυνειδησία και σχολεία που αποτελούσαν πραγματικά κύτταρα πνευματικής ζωής.
Χτισμένη σε υψόμετρο περίπου 2.000 μέτρων στις Ποντικές Άλπεις, με τις επτά ενορίες και τους μικρότερους οικισμούς της να απλώνονται σε δύσβατο έδαφος, η Σάντα είχε διαμορφώσει μια ταυτότητα αυτονομίας και περηφάνειας, που εξηγεί και γιατί η Ιστορία τη θυμάται ως το «Σούλι του Πόντου».
Η ονομασία αυτή δεν ήταν σχήμα λόγου. Όπως το Σούλι, έτσι και η Σάντα έγινε σύμβολο ελευθερίας, αντοχής και ένοπλης αντίστασης. Ήταν τόπος όπου κατέφευγαν κυνηγημένοι χριστιανοί, αλλά και τόπος που γέννησε ανθρώπους αποφασισμένους να υπερασπιστούν την κοινότητά τους μέχρι τέλους.
Ίσως γι’ αυτό οι ήρωες του 1821 δεν αντιμετωπίζονταν εκεί σαν μορφές ενός ξένου, μακρινού αγώνα, αλλά σαν πρόσωπα με τα οποία οι Σανταίοι ένιωθαν βαθιά συγγένεια. Μέσα από τον Διάκο, τον Μπότσαρη ή το Ζάλογγο έβλεπαν και τον δικό τους κόσμο, τις δικές τους αγωνίες, τη δική τους ακατάβλητη προσήλωση στην ελευθερία.

Αργότερα, μάλιστα, αυτή η σχέση ανάμεσα στη μνήμη του Αγώνα και στη μοίρα της Σάντας απέκτησε και μια πιο πρακτική διάσταση. Ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας οργάνωναν θεατρικές παραστάσεις με εθνικά έργα προκειμένου να συγκεντρώσουν χρήματα για το «Σύνδεσμο Αρωγής προς τη Σάντα», με έδρα το Βατούμ, ώστε να σταλεί βοήθεια στους Σανταίους που αντιστέκονταν και πεινούσαν.
Στις 12 Αυγούστου 1919 παίχτηκε στο Βατούμ Ο χορός του Ζαλόγγου και λίγους μήνες αργότερα, στα μέσα Οκτωβρίου του ίδιου έτους, δόθηκε στο Σοχούμ η παράσταση Ο Λαζάραγας (το Σκότος) του Γεώργιου Φωτιάδη. Και στις δύο περιπτώσεις, τα έσοδα προορίζονταν για την ενίσχυση της Σάντας. Έτσι, το θέατρο συνέχισε να λειτουργεί και ως πράξη αλληλεγγύης προς έναν τόπο που δοκιμαζόταν σκληρά.
Γι’ αυτό και όταν αναζητά κανείς πώς τιμούσαν στη Σάντα την Επανάσταση του 1821, θα πρέπει να γνωρίζει ότι υπήρχε αφήγηση, συμμετοχή, δάκρυ, ενθουσιασμός και συνείδηση ιστορικής συνέχειας.