Στις 22 Μαρτίου γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Νερού. Μια μέρα που φέτος, όπως και σε προηγούμενα χρόνια, έρχεται να μας βρει ανάμεσα σε πολέμους: Όπου βόμβες καταστρέφουν υδραγωγεία και σχολεία. Όπου η δίψα χρησιμοποιείται ως στρατηγικό όπλο εναντίον αμάχων.
Μία ημέρα όπου εκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση σε καθαρό νερό, ενώ τα κράτη τους ξοδεύουν δισεκατομμύρια σε πανάκριβα οπλικά συστήματα.
Όπου ο πολιτισμός που χτίστηκε πάνω στην αναζήτηση της αλήθειας, στη φιλοσοφία και στη γνώση, σήμερα παρακολουθεί αμήχανος παιδιά να πεθαίνουν είτε ως παράπλευρες απώλειες, είτε από δίψα. Όπου όλα αυτά τείνουν να ανατρέψουν ακόμα και τη λογική ΟΛΩΝ μας.
Η επιστροφή στη σκέψη των πρωτοπόρων δεν είναι ακαδημαϊκή πολυτέλεια, ούτε νοσταλγία για έναν κόσμο που χάθηκε. Είναι η πιο επείγουσα υπενθύμιση που μπορούμε να κάνουμε στον εαυτό μας: ότι πριν από κάθε σύνορο, κάθε σημαία και κάθε πόλεμο, υπήρχε και θα υπάρχει το νερό. Και ότι εκείνοι που κατανόησαν πρώτοι την ουσιαστική του αξία, την κατανόησαν ως αρχή της ζωής, όχι ως εργαλείο θανάτου. Αυτό το κείμενο είναι αφιερωμένο σε αυτή τη μνήμη. Και σε όσους αρνούνται να την αφήσουν να σβήσει.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν…
Το νερό στην ελληνική σκέψη
Η εξέχουσα θέση του νερού στην ελληνική σκέψη δεν ξεκινά με τους φυσικούς φιλοσόφους, αλλά είναι ριζωμένη βαθιά στην επική και θεογονική παράδοση. Ήδη από τον Όμηρο, η Ήρα αποκαλεί τον Ωκεανό «πρόγονο των θεών» και την Τηθύ «μητέρα», θέτοντας το νερό στο επίκεντρο της κοσμογονίας. Αυτή η αρχέγονη διαίσθηση,ότι τα πάντα αναδύθηκαν από ένα πρωταρχικό υδάτινο στοιχείο, αποδεικνύεται εκ των υστέρων προφητική: ο ωκεανός της Τηθύος, μέσα στον οποίο εξελίχθηκαν και από τον οποίο τελικά αναδύθηκαν οι μεγάλες αλπικές οροσειρές (Πυρηναία, Άλπεις, Ελληνίδες, Ταυρίδες, Ιμαλάια) κατά την ύστατη ορογενετική φάση της Γης, την Αλπική Ορογένεση, διατηρεί μέχρι σήμερα ένα όνομα βαθιά ριζωμένο στην αρχαιοελληνική κοσμογονία.
Το όνομα αυτό, που καθιερώθηκε από τον Αυστριακό γεωλόγο Eduard Suess το 1893 , παραπέμπει στην Τιτανίδα Τηθύ, κόρη του Ουρανού και της Γαίας, μία από τις πρωταρχικές θεότητες που προσωποποιούν τη γενεσιουργό δύναμη των υδάτων και τη μήτρα της ζωής, μια εντυπωσιακή σύμπτωση ανάμεσα στη μυθολογική διαίσθηση και τη σύγχρονη γεωλογική γνώση. Αυτή η αντίληψη, ότι το νερό δεν είναι απλώς φυσικό στοιχείο αλλά η ίδια η αρχή της ύπαρξης, δεν έμεινε κλεισμένη στα κείμενα των αρχαίων. Ταξίδεψε, πέρασε μέσα από τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τους Λατίνους φιλοσόφους, τους Άραβες σχολιαστές, τους Ευρωπαίους ουμανιστές και έφτασε, αναλλοίωτη στην ουσία της, στην σκέψη ενός καταξιωμένου Γερμανού ποιητή, που έγραφε το τελευταίο του μεγάλο έργο. Ο Γκαίτε δεν «ανακάλυψε» τον Θαλή, τον μελέτησε και αποφάσισε να τον τιμήσει.
Στο Β΄ Μέρος του Φάουστ υπάρχει μια σκηνή που πιθανά λίγοι «επιμείναν» και ίσως ακόμα λιγότεροι έχουν τη χαρά να την έχουν απολαύσει. Κι όμως, προσωπικά θεωρώ ότι είναι ίσως το πιο συγκινητικό αφιέρωμα που έγραψε ποτέ Ευρωπαίος ποιητής στη μνήμη της αρχαίας ελληνικής σκέψης. Ο Γκαίτε στα τελευταία χρόνια της ζωής του αποφάσισε να «αναστήσει» τον Θαλή τον Μιλήσιο, τον πατέρα της φυσικής φιλοσοφίας και να του «δώσει φωνή» σε μια φανταστική σκηνή φιλοσοφικής αντιπαράθεσης!
Η Βαλπουργιανή Νύχτα
Σκηνή: Θεσσαλικός κάμπος στην αρχαία Ελλάδα. Νύχτα.
Για να κατανοήσουμε τη σημασία της σκηνής που έστησε ο Γκαίτε , πρέπει πρώτα να γνωρίσουμε την παράδοση από την οποία την άντλησε. Η Βαλπουργιανή Νύχτα (Walpurgisnacht) είναι μια από τις παλαιότερες λαϊκές γιορτές της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης. Τελείται τη νύχτα της 30ης Απριλίου προς 1η Μαΐου και πήρε το όνομά της από την Αγία Βαλπουργία (Heilige Walburga), Αγγλίδα μοναχή που έδρασε ως ηγουμένη στη Γερμανία και αγιοποιήθηκε ακριβώς την 1η Μαΐου του 870 μ.Χ. Αν και πρακτικά είναι μια γιορτή για το πέρασμα του χειμώνα και τον ερχομό της άνοιξης, με τον καιρό απέκτησε και άλλον χαρακτήρα: στη γερμανική λαϊκή παράδοση, εορτάζεται και ως «Νύχτα των μαγισσών» (Hexennacht), μια διαχρονική παράδοση από τον 14ο αιώνα, που έγινε δημοφιλής στα τέλη του 17ου αιώνα από το βιβλίο του Γιοχάνες Πραιτωρίου, Blockes-Berges Verrichtung, που ανέδειξε το όρος Μπρόκεν ως τόπο χορού μαγισσών.
Ο Γκαίτε χρησιμοποίησε αυτή την παράδοση στο Α΄ Μέρος του Φάουστ : ο Φάουστ και ο Μεφιστοφελής ανεβαίνουν στο Μπρόκεν, συμμετέχουν στη γιορτή και η σκηνή έχει όλα τα χαρακτηριστικά του γερμανικού Ρομαντισμού: σκοτεινή ατμόσφαιρα, χαοτική, γοτθική, φορτισμένη με δαιμονολογία. Αυτή είναι η «πρώτη» Walpurgisnacht. Στο Β΄ Μέρος του Φάουστ (1832), ο Γκαίτε επιστρέφει στην ίδια ιδέα, αλλά αυτή τη φορά έκανε κάτι εντελώς αναπάντεχο: μετέφερε τη σκηνή στην αρχαία Ελλάδα. Και για να διακρίνει αυτή την εκδοχή από τη γερμανική, της έδωσε το όνομα Klassische Walpurgisnacht – «Κλασική Βαλπουργιανή Νύχτα». Το επίθετο «Klassische» δεν σημαίνει απλώς «κλασικό»: σημαίνει ρητά «της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας».
Η σκηνή τοποθετήθηκε στην εύφορη πεδιάδα κοντά στην πόλη των Φαρσάλων, σε μια θέση στο νότιο τμήμα του θεσσαλικού κάμπου και την ονόμασε Pharsalische Felder –«Φαρσαλικά Πεδία».
Θεσσαλία, η γη των μαγισσών
Στη συλλογική φαντασία της αρχαιότητας, η Θεσσαλία ήταν κατεξοχήν η γη των μαγισσών, τόπος νεκρομαντείας, φίλτρων και σκοτεινών τελετών, μια φήμη που μετέφεραν κυρίως στους ρωμαϊκούς χρόνους ο Λουκανός και ο Απουλήιος. Τα Φάρσαλα συγκεκριμένα ήταν ο τόπος όπου το 48 π.Χ. η νίκη του Καίσαρα επί του Πομπηΐου, σήμανε την αρχή του τέλους για το πολίτευμα της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, ένα σημείο καμπής της ιστορίας που πολλοί ερμήνευσαν ως το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης. Και πιθανά επέλεξε αυτόν ακριβώς τον τόπο για να «αναστήσει» τον Θαλή, σαν να ήθελε να τονίσει: εκεί που κάποτε η λογική ηττήθηκε από τη βία, ας αφήσουμε τη φιλοσοφία να μιλήσει ξανά. Μια πρόκληση που σήμερα, σε έναν κόσμο που επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη με νέα όπλα, ακούγεται πιο επίκαιρη από ποτέ.
Αυτό που κάνει τη σκηνή ακόμα πιο ενδιαφέρουσα είναι ότι ο Γκαίτε δεν «έχτισε» τη σκηνή, την άφησε να αναπτυχθεί μόνη της. Το γνωρίζουμε από τον Γιόχαν Πήτερ Εκερμαν ,τον νεαρό Γερμανό λογοτέχνη που από το 1823 έως τον θάνατο του Goethe, το 1832, ζούσε κοντά του στη Βαϊμάρη και κατέγραφε τις συνομιλίες τους, που εκδόθηκαν αργότερα ως Gespräche mit Goethe. Από αυτές τις συνομιλίες μαθαίνουμε ότι ο ίδιος ο Γκαίτε ομολογούσε ότι το θέμα «απλώθηκε πολύ περισσότερο από ό,τι είχε σκεφτεί» και κράτησε από όλες τις αρχαίες μορφές μόνο αυτές που «έδιναν τη σωστή εικόνα», ώστε να δημιουργήσει μια σύνοψη της ελληνικής αρχαιότητας: μύθο, φιλοσοφία, φύση και ομορφιά, συμπυκνωμένη σε μια νύχτα.
Η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο σκηνών είναι συνειδητή και φιλοσοφικά βαθιά φορτισμένη. Στη γερμανική Walpurgisnacht κυριαρχούν οι μάγισσες, οι δαίμονες και το χάος. Ο τόπος είναι ένα βουνό, το Μπρόκεν στο Χαρτζ , με φωτιές μέσα στο σκοτάδι (τι άλλο θα μπορούσε άλλωστε να φανταστεί κανείς για μια έντονα μεταλλευτική περιοχή;).
Στην Klassische Walpurgisnacht κυριαρχούν οι φιλόσοφοι, οι νύμφες και η γνώση. Η σκηνή ξεκινά από τον Πηνειό και δεν περιορίζεται στη στεριά, αλλά καταλήγει στο Αιγαίο. Ο Γκαίτε, ως εκπρόσωπος του Weimarer Klassizismus, δεν έκανε απλώς μια αισθητική επιλογή, αλλά διατύπωσε μια σαφή φιλοσοφική στάση: σε αντίθεση με τον σκοτεινό μυστικισμό της βορειοευρωπαϊκής παράδοσης, ανέδειξε την ελληνική σκέψη ως φωτεινή μορφή γνώσης. Και στην κορυφή αυτής της γνώσης, ως αρχή και θεμέλιο, βρίσκεται το νερό.
Θαλής και τον Αναξαγόρας
Μέσα στην Klassische Walpurgisnacht, ο Γκαίτε έφερε αντιμέτωπους τον Θαλή και τον Αναξαγόρα και η αντιπαράθεσή τους είναι πολύ πιο συγκεκριμένη από ό,τι φαίνεται. Η αφορμή είναι ένα γεωλογικό συμβάν: ο μυθικός Σεισμός ανασηκώνει ξαφνικά ένα βουνό. Ο Αναξαγόρας «λέει» με πάθος:
«Εδώ ήταν! Το πλουτωνικό άγριο πυρ, η εκρηκτική δύναμη των αιολικών ατμών, διέρρηξε την παλιά κρούστα του εδάφους, ώστε να αναδυθεί αμέσως ένα νέο βουνό» .
Ο Θαλής «απαντά» ήρεμα: «Η Φύση και η ζωντανή ροή της δεν εξαρτώνται ποτέ από μέρες, νύχτες και ώρες. Διαμορφώνει κάθε σχήμα με τάξη και ακόμα και στα μεγάλα πράγματα δεν υπάρχει βία».
Πίσω από αυτή τη φραστική διαμάχη κρύβεται η μεγάλη γεωλογική αντιπαράθεση της εποχής, γνωστή ως Basaltstreit (διαμάχη του βασάλτη) ανάμεσα στους Πλουτωνιστές και τους Ποσειδωνιστές. Οι Πλουτωνιστές υποστήριζαν ότι οι βασάλτες διαμορφώθηκαν από βίαιες ηφαιστειακές δυνάμεις· οι Ποσειδωνιστές ότι διαμορφώθηκαν αργά από τη δύναμη του νερού μέσα στους ωκεανούς. Ο Γκαίτε ντύνει αυτή τη σύγχρονή του επιστημονική διαμάχη με αρχαία ελληνικά πρόσωπα και επιλέγει συνειδητά τον Θαλή να έχει δίκιο.
Ο Γκαίτε, που έγραφε τον Φάουστ II ανάμεσα στις σκιές της Γαλλικής Επανάστασης, των Ναπολεόντειων Πολέμων και της ταραγμένης Ευρώπης του πρώιμου 19ου αιώνα, πιθανώς να έβλεπε στον Πλουτωνισμό κάτι παραπάνω από μια γεωλογική θεωρία: πιθανώς να έβλεπε την πρακτική της βίας και της καταστροφής και την απέρριπτε. Ο Θαλής, με την ήρεμη, υπομονετική δύναμη του νερού, πιθανά να έκφραζε αυτό που ο Γκαίτε πίστευε βαθιά: ότι η αργή, σταδιακή δημιουργία, υπερέχει της βιαστικής και βίαιης τάξης πραγμάτων.
Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς σε αυτή την επιλογή και μια αλληγορία για τον ίδιο τον πολιτισμό: η αρχαία ελληνική σκέψη, αθόρυβη αλλά διαρκής, νικά τελικά τις βίαιες καταστροφές. Στη σκηνή αυτή, ο Γκαίτε δεν γράφει απλώς μια ποιητική αναπαράσταση της αρχαίας Ελλάδας, αλλά συμπυκνώνει ταυτόχρονα πέντε επίπεδα νοήματος: κοσμολογικό, γεωλογικό, πολιτισμικό, ιστορικό και βαθιά φιλοσοφικό και τα ενώνει σε μια ενιαία πρόταση: ότι η αληθινή δύναμη του κόσμου δεν βρίσκεται στη βία που τον μεταβάλλει στιγμιαία, αλλά στη ροή που τον διαμορφώνει διαρκώς.
Όλα προέρχονται από το νερό
Και ο Θαλής εκφράζει αυτή τη δύναμη με τους στίχους που του αποδίδει ο ποιητής:
«Όλα προέρχονται από το νερό! Και όλα παραμένουν ζωντανά από το νερό!».
Υπάρχει κάτι βαθιά συγκινητικό σε αυτή την εικόνα: ένας ογδοντάχρονος ποιητής, λίγους μήνες πριν πεθάνει, γράφει μια σκηνή που διαδραματίζεται σε μια χώρα που δεν επισκέφθηκε ποτέ, βάζει ως πρωταγωνιστή έναν άνθρωπο που έζησε πριν από 25 αιώνες και του δίνει να εκφράσει, με εντυπωσιακή πιστότητα στο πνεύμα της αρχαίας σκέψης, αυτό που η παράδοση του αποδίδει, ως θεμελιώδη αρχή.
Ο Γκαίτε δεν «χρησιμοποιεί» τον Θαλή: τον τιμά! Και αυτή η τιμή είναι η πιο ειλικρινής μορφή αναγνώρισης που μπορεί να προσφέρει ένας ποιητής σε έναν φιλόσοφο. Να γράψει ξεκάθαρα για τον Θαλή στα τελευταία και πολύτιμα κειμήλιά του ότι: Αυτός ο φιλόσοφος είχε δίκιο και εξακολουθεί να έχει.
Το νερό για τον Θαλή ήταν η αρχή των πάντων. Για τον Γκαίτε , η ελληνική σκέψη αποτέλεσε το θεμέλιο της ευρωπαϊκής γνώσης. Η γερμανική νύχτα με τις μάγισσές της μπορεί να είναι πιο θεαματική, πιο παραστατική, άμεσα πιο συναρπαστική. Κι όμως, στο μεγαλύτερο έργο του, ο Γκαίτε επιλέγει να στραφεί προς τα ελληνικά τοπία και να δώσει σε αυτά έναν από τους πιο ουσιαστικούς φιλοσοφικούς λόγους του, έναν λόγο που μέσα από τη φωνή του Θαλή, επανέρχεται επίμονα σε εκείνο που ρέει, τρέφει και συγκροτεί τη ζωή: το νερό.
Ίσως γι’ αυτό ο Πίνδαρος, ανοίγοντας τον πρώτο Ολυμπιόνικο με τον εμβληματικό του στίχο, δεν έγραφε απλώς ποίηση, αλλά διατύπωνε μια ιεράρχηση αξιών για τον κόσμο.Στην κορυφή της φύσης τοποθέτησε το νερό, στην κορυφή του πλούτου τον χρυσό, που λάμπει σαν φλεγόμενη φωτιά μέσα στη νύχτα και δίπλα σε αυτά αναδεικνύει τον Ολυμπιονίκη, ως την ύψιστη έκφραση της ανθρώπινης αρετής. Μια τριπλή κορύφωση τελειότητας: φύση, πλούτος, άνθρωπος, με το νερό να προβάλλει ως η πρώτη και κατεξοχήν αρχή:
«Ἄριστον μὲν ὕδωρ, ὁ δὲ χρυσὸς αἰθόμενον πῦρ ἅτε διαπρέπει νυκτὶ μεγάνορος ἔξοχα πλούτου»
«Πρώτο μες σ’ όλα το νερό, και το χρυσάφι σαν μες στη νύχτα λαμπερή φωτιά περίσσια ξεχωρίζει απ’ τους μεγαλοδύναμους τους θησαυρούς»
Και ίσως αυτή να είναι η πιο βαθιά αλήθεια που διαπερνά τους αιώνες: ότι ο κόσμος δεν στηρίζεται τελικά σε ό,τι επιβάλλεται και κατακτά, αλλά σε ό,τι ρέει, επιμένει και συντηρεί. Σε έναν κόσμο που εξακολουθεί να γοητεύεται από τη βία της στιγμής, η ήσυχη δύναμη του νερού παραμένει η πιο διακριτική υπόμνηση ότι το μέλλον ανήκει όχι σε εκείνους που ανατρέπουν τον κόσμο, αλλά σε εκείνους που τον διατηρούν ανθρώπινα λειτουργικό!!
* Καθηγητής και τέως Κοσμήτορας της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης