Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Ο γέρος του Βαν Γκογκ σε έναν όρθιο παραλογισμό

Πως ο σκυφτός εκείνος άνθρωπος είναι ο σύγχρονος πολίτης μπροστά στη φρίκη του πολέμου.
Του Απόστολου Αποστόλου *
Στη λιθογραφία εκείνη του Νοεμβρίου του 1882, ο γέρος δεν φωνάζει, δεν διαδηλώνει, δεν ανεβάζει στόρι. Κάθεται. Σκύβει. Βυθίζεται μέσα στα ίδια του τα χέρια, σαν να προσπαθεί να χωρέσει τον κόσμο σε μια παλάμη και να τον συνθλίψει για να τελειώνουμε. Ένας «ορφανός άνδρας», έλεγε ο ζωγράφος. Σαν να ήξερε πως η ορφάνια δεν είναι οικογενειακή κατάσταση αλλά ιστορική μοίρα.
Και να που, έναν αιώνα και κάτι μετά, η λιθογραφία φυλάσσεται κάπου στην Τεχεράνη, σε ένα μουσείο που προσέχει τα έργα τέχνης περισσότερο απ’ όσο προσέχει ο κόσμος τους ανθρώπους του. Έξω, οι συγκρούσεις σιγοβράζουν ή βράζουν κανονικά, αναλόγως την ώρα των δελτίων. Μέσα, ο γέρος εξακολουθεί να μην αντέχει τον εαυτό του. Και όμως δεν υπάρχει καμία αντίφαση. Αλλά μόνο συνέπεια.
Θα μπορούσε κανείς να πει και θα το πει, γιατί η εποχή αγαπά τις ευκολίες ότι το έργο έγινε «προφητικό». Πως ο σκυφτός εκείνος άνθρωπος είναι ο σύγχρονος πολίτης μπροστά στη φρίκη του πολέμου. Μια ωραία, βολική μεταφορά, έτοιμη για τίτλο. Μα ο πίνακας δεν προφητεύει, δεν χρειάζεται να προφητεύσει. Ίσως γιατί ο πόνος έχει μια διαρκή παροντικότητα που επαναλαμβάνεται με θράσος.
Ο γέρος δεν κρατά το κεφάλι του επειδή βλέπει τον πόλεμο, το κρατά γιατί δεν αντέχει να σκέφτεται. Κι αυτό είναι ίσως χειρότερο. Γιατί ο πόλεμος σήμερα δεν είναι πια εκείνος ο παλιός, ο «ένδοξος» με τις στολές και τις σάλπιγγες. Είναι κάτι πιο ταπεινό και πιο αποτελεσματικό: μια συνεχής μετάδοση. Ένα θέαμα υψηλής ευκρίνειας. Ένα μακρύ δελτίο που δεν τελειώνει ποτέ.
Κάποτε οι άνθρωποι πέθαιναν και το μάθαιναν λίγοι. Τώρα πεθαίνουν και το μαθαίνουν όλοι, αλλά δεν το νιώθει κανείς. Η απόσταση έγινε άμυνα. Η εικόνα έγινε φίλτρο. Ο θάνατος, μια ακόμη πληροφορία που σκρολάρεται. Και ο φόβος; Αυτός δεν σκρολάρεται. Αυτός εγκαθίσταται. Μένει και ραντίζει, όπως ακριβώς η βροχή που δεν φαίνεται αλλά σε βρίσκει ήδη βρεγμένο.
Ο πόλεμος, λένε, δημιουργεί τραγωδία. Σωστά. Αλλά δημιουργεί και κάτι πιο ύπουλο: εξοικείωση. Μαθαίνουμε να ζούμε με την καταστροφή όπως μαθαίνουμε να ζούμε με την υγρασία στους τοίχους. Τη βλέπουμε, τη σχολιάζουμε, τη συνηθίζουμε. Μέχρι που γίνεται μέρος της διακόσμησης. Έτσι λειτουργούν και οι εικόνες της βίας: κρέμονται παντού, αλλά δεν ενοχλούν πια.
Κι όμως, εκείνος ο γέρος στη λιθογραφία επιμένει να ενοχλεί. Όχι επειδή φωνάζει, εξάλλου είπαμε, δεν φωνάζει. Αλλά επειδή δεν συμμετέχει στο θέαμα. Δεν κοιτά, δεν καταναλώνει, δεν αναπαράγει. Κλείνεται στον εαυτό του σαν να λέει: «Αυτό δεν είναι για να το βλέπεις. Είναι για να το αντέχεις. Κι εγώ δεν μπορώ».
Αλήθεια τι ειρωνεία, εμείς μπορούμε.
Μπορούμε να δούμε πόλεις να ισοπεδώνονται και να συνεχίσουμε το δείπνο μας. Μπορούμε να μετρήσουμε νεκρούς σαν στατιστικά στοιχεία και να διαφωνήσουμε για το ποιος έχει δίκιο. Μπορούμε να μιλήσουμε για γεωπολιτική με την άνεση που μιλάμε για τον καιρό. «Σήμερα έχει βόμβες στα ανατολικά, αύριο βλέπουμε».
Ο εκβαρβαρισμός δεν είναι πια σοκ. Είναι πρόγραμμα.
Και μέσα σε όλα αυτά, η τέχνη φυλάσσεται, προστατεύεται και μετακινείται αν χρειαστεί. Τα έργα σώζονται – οι άνθρωποι λιγότερο. Ίσως γιατί τα έργα δεν διαμαρτύρονται, δεν ζητούν άσυλο, δεν ψηφίζουν. Στέκονται εκεί, σιωπηλά, περιμένοντας να τα ερμηνεύσουμε όπως μας βολεύει.
Έτσι και ο γέρος: έγινε σύμβολο, μεταφορά, άρθρο, ανάλυση. Ό,τι χρειαστεί για να μην γίνει αυτό που είναι, δηλαδή ένας άνθρωπος που δεν αντέχει άλλο.
Και ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται η μόνη ειλικρίνεια του έργου. Όχι στην «προφητεία» του, αλλά στην άρνησή του να εξηγηθεί. Δεν λέει ποιος φταίει, δεν παίρνει θέση και φυσικά δεν αναλύει. Κάθεται και καταρρέει. Μια στάση σχεδόν επαναστατική σε έναν κόσμο που απαιτεί άποψη για τα πάντα, εκτός από το πώς να σταματήσει να σκοτώνει.
Αν ο πόλεμος είναι η μεγάλη αφήγηση της εποχής μας, τότε ο σκυφτός εκείνος άνδρας είναι η υποσημείωση που δεν διαβάζει κανείς. Κι όμως, εκεί κρύβεται το νόημα, όχι στο γιατί πολεμάμε, αλλά στο τι απομένει όταν τελειώσουμε.
Ένα σώμα κουρασμένο, ένα κεφάλι βαριά φορτωμένο και δυο χέρια που δεν ξέρουν αν κρατούν ή αν απλώς παραιτούνται.
Στο τέλος, ίσως αυτό να είναι το πιο τρομακτικό: όχι η βία, αλλά η συνήθεια της. Όχι ο θάνατος, αλλά η αδιαφορία του ζωντανού. Και ο γέρος εκεί, ακίνητος να μας κοιτά χωρίς να μας βλέπει, σαν να έχει ήδη καταλάβει κάτι που εμείς ακόμα αποφεύγουμε.
Ναι έχει καταλάβει πως ο πόλεμος δεν τελειώνει όταν σιωπούν τα όπλα, αλλά όταν πάψει να μας φαίνεται φυσιολογικός.
Μέχρι τότε, θα κρατάμε κι εμείς το κεφάλι μας. Όχι από θλίψη, αυτό θα ήταν παρήγορο, αλλά από υπερβολική κατανόηση.
* Απόστολος Αποστόλου. Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας.
Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο