Από τους μύθους και τους περιηγητές έως την εκστρατεία του μεγάλου στρατηλάτη
Του Αναστάσιου Κούζη – Κούζαρου*
Οι Ινδίες, το ατίμητο διαμάντι της πάλαι ποτέ βρετανικής αυτοκρατορίας, ασκούσαν διαχρονικά μια θελκτική γοητεία προς τους μεγάλους ιστορικούς λαούς της αρχαιότητας τόσο με τον μυστηριώδη πολιτισμό τους, μα προ πάντων με τα αμύθητα πλούτη τους, τους πολύτιμους λίθους, το ελεφαντόδοντο, τον έβενο, τα βαμβακερά υφάσματα, αλλά και τα αγαθά τους, προ πάντων τα μπαχαρικά, το πιπέρι, το γαρίφαλο, το μοσχοκάρυδο, η κανέλα και όσα άλλα εξωτικά προϊόντα μπορούσε να προσφέρει η πολυάνθρωπη, πολύγλωσση, πολυθεϊστική ινδική υποήπειρος!
Βέβαια, δεν ήταν μόνο η δίψα του κέρδους που ώθησε τους περί τη Μεσόγειο ανθρώπους, με πρώτους τους Έλληνες που ταξίδευαν «δι’ εμπορίαν και θεωρίαν» να αναζητήσουν νέους δρόμους, για να φτάσουν στην πλουτοφόρο χώρα. Ήταν και η φιλοδοξία και ο πόθος για μάθηση, όπως και η επιθυμία να διευρύνουν τα στενά όρια του αρχαίου κόσμου. Ο Μέγας Αλέξανδρος κατόρθωσε τη διεύρυνση αυτή με την κατάκτηση της Ασίας, δημιουργώντας έτσι τον πρώτο ισχυρό και μακροχρόνιο σύνδεσμο μεταξύ Ινδιών και Ευρώπης.
Καθώς δε παραβίασε ο Αλέξανδρος τις πύλες των Ινδιών, σημειώνει ο Albin Lesky, πρόσφερε στα κατοπινά χρόνια ισχυρή έλξη στη χαρά των Ελλήνων για εξερεύνηση: «Ο Μεγασθένης ( F Gr Hist 715), που γύρω στο 300, υπηρετώντας τον Σέλευκο Νικάτορα, πήγε πολλές φορές στον Ινδό βασιλιά Tschandragupta (ελληνικά Σανδρόκοττος), έγραψε τέσσερα βιβλία “Ινδικών”. Εδώ έχουμε μάλλον εκείνην την εθνογραφία με τα πλατιά ενδιαφέροντα, που αποτελούσε κάποτε τη βάση της ιωνικής “ιστορίης”.
“Ινδικά” έγραψε και ο Δαΐμαχος από τις Πλαταιές (F Gr Hist 716), που γνώρισε τη χώρα σαν απεσταλμένος του Αντίοχου του Σωτήρα. Και ο Προκλής (F Gr Hist 712), που υπηρέτησε σε μεγάλη θέση τον Σέλευκο Νικάτορα και τον Αντίοχο τον Σωτήρα, πρέπει να συμπεριληφθεί στην ομάδα αυτών των συγγραφέων: ήταν ο πρώτος που εξερεύνησε προσωπικά κι έδωσε ακριβείς πληροφορίες για την Κασπία Θάλασσα. Ο Φλάβιος Αρριανός από τη Νικομήδεια της Βιθυνίας (περίπου 95-175) έγραψε την “Ινδική” σαν συμπλήρωση στην “Ανάβαση Αλεξάνδρου”.1
Μεγάλη εντύπωση μας προκαλεί η αναφορά του διπλωμάτη και περιηγητή Μεγασθένη πως ο Ηρακλής λατρευόταν στην Ινδία, ειδικά από τους Σουρασηνούς, συνδεόμενος με τον Ινδικό Θεό Κρίσνα. Επίκεντρο της λατρείας του “Ινδικού Ηρακλή” αποτέλεσε η πόλη Μαθούρα, “Μέθορα” κατά τον Μεγασθένη, γενέτειρα του Κρίσνα και πρωτεύουσα του αρχαίου βασιλείου της Surasena. Έτσι, πιστοποιείται η πεποίθηση των Ελλήνων της εποχής του Αλεξάνδρου πως ο Ηρακλής υπήρξε προγενέστερος επισκέπτης των Ινδιών.
Η μυθολογική παράδοση, μάλιστα, θέλει και πριν τον Ηρακλή και τον Αλέξανδρο ένας εξαιρετικά δημοφιλής Θεός, ο Διόνυσος, να επιτυγχάνει συνοδευόμενος από Σειληνούς και Σατύρους μια τόσο μακρινή εκστρατεία . Ο Νόννος από την αιγυπτιακή Πανόπολη, ίσως το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα, μας δίνει ένα πελώριο έπος, τα “Διονυσιακά”. Στα 48 βιβλία τους μας διηγείται την εκστρατεία του Διονύσου στις Ινδίες και τις μάχες του εναντίον του βασιλιά Δηριάδη, έναν θρύλο μέσα στον οποίο η πελωριότητα της εκστρατείας του Αλεξάνδρου αρκετόν καιρό πριν τον Νόννο είχε βρει το μυθικό της αντικαθρέφτισμα»2.

Την πορεία του Αλεξάνδρου στο εσωτερικό της Ανατολής μετά τη συντριβή του Δαρείου στα Γαυγάμηλα (1η Οκτωβρίου 331 π.Χ.) καθόρισε η ιστορική αναγκαιότητα. Αν ήθελε, λοιπόν, να είναι ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος της πρώην Περσικής Αυτοκρατορίας, όφειλε να καταδιώξει και να συλλάβει τον Δαρείο, που σχεδίαζε να καταφύγει ανατολικά, περνώντας την έρημο, στη Βακτρία.
Με βιασύνη έφθασε στις Ράγες, κοντά στην Τεχεράνη, κι από εκεί, μέσα από τις Κασπίες Πύλες, στην έρημο, διανύοντας περίπου 80 χιλιόμετρα σε μια μέρα. Η αιχμαλωσία του Δαρείου από τον Βακτριανό πρίγκιπα Βήσσο τον ώθησε με όλη του τη δύναμη να καλύψει 320 χιλιόμετρα, μέχρι να βρει το πτώμα του δολοφονημένου Δαρείου όχι μακριά από την Εκατόμπυλο (Νταμχάν).
Όχι πολύ αργότερα στην Κασπία Θάλασσα μαγεύτηκε απ’ την ιδέα να φτάσει στα βόρεια όρια του κόσμου, τον Ωκεανό, την Εξωτερική Θάλασσα που περιζώνει την οικουμένη! Για να το ανακαλύψει, οργάνωσε εξερευνητική αποστολή, ενώ ο ίδιος θα καταδίωκε τον Βήσσο στη Βακτριανή. Δεν ακολούθησε, όμως, τον μεγάλο δρόμο των καραβανιών, αλλά αναγκάστηκε, για να εκκαθαρίσει κάποια επανάσταση στα πλευρά του, να στραφεί νότια, διασχίζοντας την Αριανή με εξαντλητικές πορείες, που προκαλούσαν δυσαρέσκεια στους στρατιώτες.
Αποκορύφωμα υπήρξε η «συνομωσία του Φιλώτα», του γιου του Παρμενίωνα, κοντά στη λίμνη του Σεϊστάν, με οδυνηρές συνέπειες. Ιδρύοντας στον Ινδικό Καύκασο μια ακόμη πόλη, την «Αλεξάνδρεια του Καυκάσου», την άνοιξη του 329 π.Χ. τον διέσχισε από το πέρασμα του Χαγιάκ, σε υψόμετρο 3.850 μέτρων, υποφέροντας από το ισχυρό ψύχος και την έλλειψη εφοδίων.
Στην ταχεία καταδίωξη που ακολούθησε ο Βήσσος συνελήφθη και στάλθηκε στα Βάκτρα να δικαστεί, ενώ ο σύμμαχος του Σπιταμένης ξέφυγε, περνώντας τον ποταμό Ώξο (Αμού Ντάρια) στη Σογδιανή (Τουρκεστάν). Ο Αλέξανδρος προέλασε στα Μαράκανδα (Σαμαρκάνδη), τη θερινή πρωτεύουσα της Σογδιανής, και από εκεί στα Φέργανα ως τον Ιαξάρτη (Συρ Ντάρια), ιδρύοντας δίπλα στον ποταμό την «Αλεξάνδρεια την Εσχάτη». Δύο χρόνια χρειάστηκε να καταπνίξει την εθνική αντίσταση του ανατολικού Ιράν και τώρα έφτασε η ώρα να επισκεφθεί τη χώρα του μύθου, την Ινδία! Την άνοιξη του 327 π.Χ. με πλήθος Ασιάτες στον στρατό του πέρασε πάλι τον Ινδικό Καύκασο.
Στην πορεία προς τον Ινδό σημειώθηκαν σκληρές μάχες και ιδιαίτερα η σχεδόν ακατόρθωτη κατάληψη της Αόρνου, της όλο γκρεμούς ράχης του Πιρ-σαρ. Ο Αλέξανδρος φτάνει στον Ινδό το 326 π.Χ., όπου τον υποδέχεται ο πρίγκιπας Ταξίλης, προσφέροντάς του δώρα και ελέφαντες και κλείνοντας μαζί του συμμαχία. Αγνοώντας προφανώς ο Αλέξανδρος τη γεωγραφική έκταση της Ινδικής Χερσονήσου και της Κίνας, πίστευε πως κάπου κοντά βρισκόταν ο Ωκεανός, το τέρμα της εκστρατείας του!
Στα Τάξιλα, λοιπόν, έμεινε λίγο επειγόμενος να φτάσει στον ποταμό Υδάσπη στα ανατολικά, 160 και πλέον χιλιόμετρα μακριά, πριν τον προλάβουν τα χιόνια των Ιμαλαΐων που έλιωναν και οι καταρρακτώδεις βροχές. Πορευόμενος μέσα από το Πεντζάπ ως τον Υδάσπη (Ζελούμ) συνάντησε μικρή αντίσταση. Κινήθηκε νότια, περνώντας την Αλμυρή Οροσειρά από το πέρασμα Ντανάνα, συνέχισε σε ένα δύσβατο οροπέδιο και αρχές Ιουνίου έφτασε στον Υδάσπη κοντά στο Χαρανπούρ.
Στην αντικρινή όχθη είχε παρατάξει το πεζικό του με αρκετές εκατοντάδες δρεπανηφόρα άρματα και πάνω από 200 ελέφαντες ο πανύψηλος βασιλιάς της Παυράβας, ο Πώρος! Σε αυτήν την επική μάχη επικράτησε και πάλι η στρατιωτική ιδιοφυΐα του Αλεξάνδρου, η ακατάβλητη ορμή και η μαχητικότητά του. Στον ηττημένο Πώρο συμπεριφέρθηκε «Βασιλικά», αφήνοντας τον απόλυτα ελεύθερο μέσα στο βασίλειό του, που επεκτάθηκε από τον Υδάσπη ως τον Ύφαση ποταμό. Ο Ταξίλης συμφιλιώθηκε με τον παλαιό εχθρό του, κυβερνώντας μια επικράτεια από τον Ινδό ως τον Υδάσπη.
Έτσι, ο Αλέξανδρος εφάρμοσε στην Πενταποταμία έναν «σύνδεσμο κυρίαρχων δυνάμεων», με τον ίδιο, βέβαια, «κυρίαρχο μέλος». Αφού ίδρυσε δύο πόλεις, τη «Νίκαια» στο Ζαλαλπούρ, σε ανάμνηση της νίκης του και στην ανατολική όχθη, όπου δόθηκε η μάχη, τη «Βουκεφάλα» στη μνήμη του αλόγου του, διατάσσει τον Κρατερό να κατασκευάσει στόλο με την πεποίθηση πως η πορεία του προς Ανατολάς θα τον οδηγούσε σύντομα στον Ωκεανό!
Η νικηφόρα πορεία του Αλεξάνδρου συνεχίστηκε ως το Γουδασπούρ στον Ύφαση (Βέας), όπου βίωσε την απόλυτη απογοήτευση, γιατί ο στρατός στασίασε, απαιτώντας να τους οδηγήσει πίσω στην πατρίδα, όπως και οι παλαίμαχοι. Έτσι, ο Αλέξανδρος και ο στρατός του, αφού για οκτώμισι χρόνια είχαν δει τόσα θαυμαστά και είχαν αντιμετωπίσει λογής-λογιών κινδύνους, διανύοντας πάνω από 17.000 χιλιόμετρα, πήραν τον δρόμο της επιστροφής στα δυτικά.
Ο Αλέξανδρος πικραμένος σίγουρα πίστευε ότι λίγα χιλιόμετρα τον χώριζαν από το ανατολικότερο έσχατο φυσικό όριο της αυτοκρατορίας του, τον Ωκεανό, στις ακτές του οποίου οραματίστηκε πως οι μεγάλες πόλεις και τα λιμάνια που θα δημιουργούσε θα επέφεραν μια θαυμαστή οικονομική ευημερία και πολιτική ενότητα σε όλα τα τμήματα της αχανούς αυτοκρατορίας του.3
1. Albin Lesky, «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας», Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1988, σελ.1117- 1118.
2. Όπου προηγουμένως, σελ. 1058, 1059, 1159.
3. BOTSFORD & ROBINSON «ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ» ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΑΘΗΝΑ 1979 σελ. 386-400.
*Καλλιτέχνης Θεάτρου Σκιών, φιλόλογος