Ισως οι στόχοι των επιτιθέμενων, ειδικά των Αμερικανών, να ήταν εξαρχής μεγαλεπήβολοι και πλέον να αποδεικνύεται ότι δύσκολα θα επιτευχθούν – τουλάχιστον στην ολότητά τους. Μπορεί, σήμερα, ουδείς να γνωρίζει τα ακριβή μεγέθη του ιρανικού πυραυλικού οπλοστασίου και έως ποιου σημείου είναι διατεθειμένη να αντισταθεί η Τεχεράνη. Η δε διάνοιξη αποτελεσματικών διαύλων επικοινωνίας μεταξύ του θεοκρατικού καθεστώτος και της Δύσης μοιάζει, μάλλον, με όνειρο θερινής νυκτός.

Κι όμως, παρά τα απογοητευτικά δεδομένα, στην Αθήνα – όπως και στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες – εργάζονται στη βάση του πλέον αισιόδοξου σεναρίου: Ο πόλεμος ανάμεσα σε ΗΠΑ – Ισραήλ και Ιράν, διάρκειας ήδη 15 ημερών και με την εμπλοκή σχεδόν όλων των κρατών του Κόλπου, θα τελειώσει το πολύ εντός των επόμενων 3-4 εβδομάδων. Αφήνοντας, όμως, πίσω μια νέα πραγματικότητα, οι επιπτώσεις της οποίας δεν θα περιοριστούν στη Μέση Ανατολή. Ο αντίκτυπος επηρεάζει ήδη τις γεωπολιτικές ισορροπίες παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Μεσογείου.

«Το πιο πιθανό σενάριο είναι ότι θα οδηγηθούμε σε μια σταδιακή αποκλιμάκωση εντός ενός σχετικά βραχυχρόνιου διαστήματος» λέει στο «Βήμα» ανώτερη διπλωματική πηγή, προσθέτοντας όμως ότι το υπουργείο Εξωτερικών παρακολουθεί στενά τα τεκταινόμενα, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο οι εξελίξεις να καταστούν εξαιρετικά δυσμενείς: ένας ατέρμονος πόλεμος, χαμηλής έντασης μεν, αλλά με καταστροφικές συνέπειες, κυρίως στους τομείς της ενέργειας και της οικονομίας και υπό τον φόβο ενός νέου μεταναστευτικού κύματος προς τις ευρωπαϊκές ακτές.

Κίνδυνοι και ευκαιρίες

Το οικονομικό κόστος, άλλωστε, είναι ο μοχλός πίεσης της Τεχεράνης έναντι των αντιπάλων της. Οσο ο πόλεμος μακροημερεύει τόσο η φθορά στις ήδη πιεσμένες κοινωνίες της αφθονίας θα μεταβολίζεται δυσκολότερα. Στην Αθήνα, βεβαίως, δεν περιορίζονται στη διαχείριση των πιθανών επιπτώσεων. Ο πόλεμος βρίθει κινδύνων – πολλώ δε μάλλον όταν η γραμμή πυρός εφάπτεται στο εθνικό σύστημα ασφαλείας. Απαιτεί προσαρμογές, υποκρύπτει όμως και ευκαιρίες. Ειδικά για όσους λαμβάνουν σαφή θέση και επιδεικνύουν έμπρακτη διάθεση συμμετοχής επί του πεδίου.

Πέραν αυτού, όμως, η συνδρομή των ελληνικών όπλων στο νησί αφενός άνοιξε τον δρόμο ώστε να ακολουθήσουν στο πεδίο έτεροι Ευρωπαίοι – με ισχυρότερη τη Γαλλία –, αφετέρου λειτούργησε υπέρ της πλήρους συμπερίληψης της Κύπρου στο δυτικό σύστημα ασφαλείας. «Κάτι που έως πριν από λίγα χρόνια μόνο βέβαιο δεν θεωρείτο, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ευρωπαϊκό έδαφος» επισημαίνει στο «Βήμα» υπουργός με άριστη γνώση του πολιτικού συστήματος της Λευκωσίας.

Σε συνδυασμό με τη ραγδαία ενίσχυση των σχέσεων με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης κινείται σε μια αμιγώς νατοϊκή λογική, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η Κύπρος μετατρέπεται, σταδιακά, από αδύναμος κρίκος της ευρύτερης ελληνικής άμυνας και ουδέτερος παίκτης, με το βλέμμα στραμμένο τόσο προς τη Δύση όσο και προς την Ανατολή, σε συμμαχικός παράγοντας της Ανατολικής Μεσογείου. Στη βάση αυτής της λογικής, η Ελλάδα διευρύνει τη διπλωματική και αμυντική εμβέλειά της στο τόξο Κύπρος –  Δωδεκάνησα – Κρήτη, δηλαδή σε μια περιοχή έντονου γεωπολιτικού ενδιαφέροντος, με διακριτή μάλιστα την αναθεωρητική παρουσία της Τουρκίας.

Στρατηγική και οφέλη

Καθώς τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη σύρεται σε μια βίαιη αλλαγή παραδείγματος, όπου πλέον η άμυνα αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα τόσο σε εθνικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, η Αθήνα εμφανίζεται πια ως δύναμη με έμπρακτη διάθεση συμμετοχής και σε πεδία εκτός των άμεσων συμφερόντων της. Σύμφωνα με το σκεπτικό της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Εξωτερικών, η εν λόγω στρατηγική, σε συνδυασμό με την τήρηση των συμμαχικών υποχρεώσεων, είναι βέβαιο ότι θα αποδώσει απτά οφέλη και μάλιστα στο άμεσο μέλλον.

«Η συνέπεια της χώρας έναντι του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών εκτιμάται» επισημαίνουν διπλωμάτες, οι οποίοι βρίσκονται σε διαρκή επικοινωνία με τον Γιώργο Γεραπετρίτη, ενώ στελέχη του κυβερνώντος κόμματος πιστεύουν ότι μέσα από την τρέχουσα πολεμική κρίση ενισχύονται οι στρατηγικές σχέσεις με την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ. Προσθέτουν, δε, ότι η παρουσία της Ελλάδας στη δύναμη σταθεροποίησης της Γάζας θα συμβάλει ακόμα περισσότερο προς αυτή την κατεύθυνση.

Ταυτοχρόνως, με αφορμή την ευρωπαϊκή στρατιωτική βοήθεια στην Κύπρο, η Ανατολική Μεσόγειος αναδεικνύεται σε πεδίο μίας έστω πρώιμης και μερικής ανάπτυξης του φιλόδοξου εγχειρήματος αμυντικής αυτονομίας της ΕΕ, με την Αθήνα να διεκδικεί μέσω αυτής της διαδικασίας τριπλό όφελος: πρώτον, ως επισπεύδουσα τη στρατηγική ολοκλήρωση φέρνει στην ευρύτερη περιοχή δυνάμεις που σε άλλες περιπτώσεις εμφανίζονταν το λιγότερο ως αδιάφορες (π.χ. Βρετανία, Ολλανδία), δημιουργώντας έτσι θετικό προηγούμενο για αντίστοιχες μελλοντικές κρίσεις.

Δεύτερον, ενισχύει έτι περαιτέρω τη στρατιωτική συνεργασία της με τη Γαλλία – μια πυρηνική δύναμη η οποία έχει διαχρονικά συμφέροντα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη –, ενώ μάλιστα Αθήνα και Παρίσι διευθετούν τις τελευταίες λεπτομέρειες πριν από την υπογραφή ανανέωσης της αμυντικής συμφωνίας και επέκτασης της ρήτρας συνδρομής σε περίπτωση έξωθεν επίθεσης. Τρίτον, μεταδίδει την εικόνα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ, ότι διατίθεται να συμμετέχει σε μικρότερα και πιο ευέλικτα σχήματα, τα οποία και τα επόμενα χρόνια θα διαδραματίσουν σημαίνοντα ρόλο στη δυτική άμυνα. Κοινός παρονομαστής των παραπάνω είναι η ισχυροποίηση του αποτυπώματος της χώρας στην ευρύτερη περιοχή.

Η Τουρκία

Παρά το γεγονός ότι η Αθήνα επαναλαμβάνει πως η εξωτερική πολιτική της εν μέσω του πολέμου δεν εμπεριέχει «αντιτουρκική διάσταση», ουδείς μπορεί να αγνοήσει ότι οι επιλογές της επηρεάζουν τόσο τη σχέση όσο και το ισοζύγιο δυνάμεων με την Αγκυρα. Στην ελληνική κυβέρνηση θεωρούν προσχηματική την αντίδραση της Αγκυρας να στείλει έξι μαχητικά F-16 και συστήματα αεράμυνας στην Κύπρο, ενώ κρατούν επιφυλάξεις για το πώς θα μπορούσε η στάση του επιτήδειου ουδέτερου να επηρεάσει τη θέση της χώρας στο κομβικό σταυροδρόμι μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Κοινή εκτίμηση, πάντως, του Μεγάρου Μαξίμου και του υπουργείου Εξωτερικών είναι ότι αυτή τη στιγμή η Τουρκία έχει να αντιμετωπίσει σειρά ζητημάτων τα οποία εκφεύγουν από το στενό πλαίσιο του Αιγαίου. Οπως αποδείχθηκε, η τουρκική αεράμυνα είναι διάτρητη, ενώ το σενάριο για εμπλοκή των Κούρδων του Ιράν στον πόλεμο – και μάλιστα υπό τις ευλογίες των Αμερικανών – ξυπνά ως συνήθως στην Αγκυρα τον εφιάλτη μιας πιθανής ενοποίησης των ομοεθνών τους σε Ιράκ και Τουρκία, με τελικό στόχο την πολυπόθητη αυτονομία.

Παραλλήλως, η τουρκική οικονομία δεν διαθέτει ιδιαίτερα περιθώρια περαιτέρω αύξησης των τιμών ενέργειας, καθώς θα οδηγήσει εκ των πραγμάτων σε νέα άνοδο τον πληθωρισμό. Οσο δε για τη διάρκεια του πολέμου; Από αυτή θα εξαρτηθεί αν η Τουρκία βρεθεί εν όψει ακόμα μίας μαζικής εξόδου πληθυσμών προς το έδαφός της. Σε αναμονή αυτών των προκλήσεων, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις μοιάζουν προς το παρόν υποσημείωση της Ιστορίας.