Του Απόστολου Αποστόλου*
Η γεωπολιτική, όταν φορέσει κοστούμι επενδυτή, παύει να μυρίζει μπαρούτι και αρχίζει να μυρίζει… λιμενικά τέλη. Κάπως έτσι μοιάζει να εξελίσσεται το νέο κεφάλαιο της αμερικανοκινεζικής αντιπαράθεσης. Με εταιρείες αντί για στόλους και με συμβάσεις αντί για τελεσίγραφα. Αν και, στο βάθος, το τελεσίγραφο πάντα καραδοκεί.
Η αρχή έγινε, λένε, με μια χειρονομία που έμοιαζε με δώρο. Η BlackRock αγοράζει δύο λιμάνια στη διώρυγα του Σουέζ. Όχι απλώς λιμάνια μικρά, αλλά μεταλλικά κλειδιά που ανοίγουν και κλείνουν τις πόρτες του παγκόσμιου εμπορίου. Ο Λευκός Οίκος των ΗΠΑ δεν το κρύβει πια, η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας μιλά ανοιχτά για «αποκατάσταση της αμερικανικής υπεροχής στο Δυτικό Ημισφαίριο» και για αποκλεισμό των ανταγωνιστών εκτός ημισφαιρίου. Με άλλα λόγια λέει ότι η αυλή είναι δική μας, και όποιος θέλει να παίξει μπάλα πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι.
Ο ανταγωνιστής έχει όνομα και διεύθυνση και λέγεται Πεκίνο.
Και το Πεκίνο δεν παίζει με κουδούνια αλλά με λιμάνια. Χτίζει λιμάνια σαν να φυτεύει σημαίες. Το πιο φιλόδοξο παράδειγμα βρίσκεται στο Περού, το λιμάνι Τσανσάι, εγκαινιάστηκε τον Νοέμβριο του 2024 και ήδη αποκαλείται «πύλη της Κίνας προς τη Νότια Αμερική». Το 60% ανήκει στον κινεζικό ναυτιλιακό κολοσσό COSCO και δεν είναι απλώς μια αποβάθρα για κοντέινερ, είναι μια προκυμαία όπου δένουν φιλοδοξίες.
Και εκεί αρχίζει ο αμερικανικός πονοκέφαλος.
Στην Ουάσιγκτον οι αναλυτές κοιτούν τους χάρτες όπως οι γιατροί τις ακτινογραφίες. Ψάχνουν σκιές και φοβούνται ότι οι εμπορικοί κόμβοι μπορεί κάποια μέρα να φορέσουν στρατιωτική στολή. Όπως το έθεσε στη Wall Street Journal ο πρώην Αμερικανός διπλωμάτης και σύμβουλος άμυνας Λίλαντ Λαζάρους, ορισμένα από αυτά τα λιμάνια θα μπορούσαν να μετατραπούν σε στρατηγικά σημεία υποστήριξης για τον κινεζικό στρατό.
Η ιστορία διδάσκει ότι τα λιμάνια έχουν κακή συνήθεια, γιατί ξεκινούν ως εμπορικά και τελειώνουν ως στρατιωτικά.
Στο ίδιο γεωπολιτικό σκάκι, η Κούβα επανεμφανίζεται σαν κομμάτι που κάποιοι νόμιζαν ξεχασμένο στο κουτί. Αμερικανικές εκθέσεις αναφέρουν ότι η Κίνα εξετάζει εδώ και χρόνια την πιθανότητα στρατιωτικής παρουσίας στο νησί. Η Αβάνα βρίσκεται πάλι μπροστά στο ίδιο παλιό δίλημμα: οικονομική ασφυξία ή γεωπολιτική προστασία. Όταν ο γείτονας είναι γίγαντας, η σκιά του πέφτει πάντα μέσα στο σπίτι σου.
Και μέσα σε αυτό το σκηνικό, η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ μοιάζει με πολιορκητική μηχανή που μετακινείται από χώρα σε χώρα. Μετά την πτώση του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα, μια χώρα που επί χρόνια τροφοδοτούσε την Κίνα με πετρέλαιο, το βλέμμα στρέφεται αλλού. Στο Περού, στην Καραϊβική, σε κάθε σημείο όπου μια κινεζική προβλήτα θα μπορούσε να μετατραπεί σε γεωπολιτικό αγκίστρι.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, στο βάθος του χάρτη έχει φουντώσει και καίει το μέτωπο της Μέσης Ανατολής. Το Ιράν δεν είναι απλώς ένας ακόμη περιφερειακός παίκτης, αποτελεί έναν από τους βασικούς ενεργειακούς τροφοδότες της Κίνας και κρίσιμος κόμβος για τις ροές πετρελαίου προς την Ασία. Από το Στενό του Ορμούζ περνά σχεδόν το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου. Η περιοχή φλεγεται οι αγορές ενέργειας ανατινάζονται και η κινεζική οικονομία αισθάνεται αμέσως τον πυρετό.
Έτσι ο χάρτης αρχίζει να αποκτά μια παράξενη συνοχή. Από τη διώρυγα του Σουέζ μέχρι τον Περσικό Κόλπο και από εκεί ως τις ακτές του Περού, σχηματίζεται μια αλυσίδα λιμανιών, ενεργειακών διαδρόμων και στρατηγικών κόμβων. Εκεί ακριβώς διασταυρώνονται οι φιλοδοξίες των μεγάλων δυνάμεων.
Κάπου εδώ η ιστορία παίρνει μια πικρή ειρωνεία. Ο καπιταλισμός, που κάποτε υποσχόταν έναν πλανήτη χωρίς σύνορα για το εμπόριο, επιστρέφει τώρα στη γλώσσα των σφαιρών επιρροής. Μόνο που τα κανόνια έχουν αντικατασταθεί από επενδυτικά funds και οι στόλοι από εμπορευματοκιβώτια.
Η θάλασσα παραμένει η ίδια. Αλλά τα λιμάνια της έχουν γίνει, για άλλη μια φορά, ο τόπος όπου γράφεται η πολιτική ιστορία του κόσμου.
Και όπως συμβαίνει συχνά στην ιστορία, τα πλοία μεταφέρουν εμπορεύματα, αλλά μαζί τους ταξιδεύει και η ισχύς.
*Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας