Του Strange Attractor
Στα δελτία ειδήσεων των «αντικειμενικών» ΜΜΕ της Γρεκίας, μιας μικρής, πλην όμως ιστορικής, μεσογειακής «δημοκρατίας», στριμωγμένης ανάμεσα σε παλιές συμμαχίες και νέους ανταγωνισμούς, οι λέξεις «σταθερότητα», «ευμάρεια», και «ασφάλεια» επαναλαμβάνονταν με σχεδόν τελετουργική επιμονή.
Αυτό ήταν το βασικό αφήγημα της κυβέρνησης, που επί επτά χρόνια πάσχιζε, όπως έλεγαν οι οπαδοί της, για την προκοπή του λαού και του τόπου.
Κι όμως, στους δρόμους της πρωτεύουσας, τα σημάδια της φθοράς ήταν παντού: κλειστά καταστήματα, αστυνομικά οχήματα σε κάθε κεντρική λεωφόρο, επαίτες, άστεγοι, και μια κοινωνία που έβραζε κάτω από την επιφάνεια.
Ο πρωθυπουργός, Σούλης Αρπακτικούλης, γιος παλιού πρωθυπουργού, είχε εκλεγεί με υποσχέσεις για μεταρρυθμίσεις, και οικονομική ανάκαμψη από τη λαίλαπα των «κατσαπλιάδων» που είχε προηγηθεί, και που κόντεψε να στείλει τη Γρεκία στα Τάρταρα.
Λίγα όμως χρόνια αργότερα, το όνομά του είχε γίνει συνώνυμο με μίζες, σκάνδαλα, αδιαφανείς μαζικούς διορισμούς ψηφοφόρων του στο δημόσιο, εξαγορές συνειδήσεων (κυρίως δημοσιογραφικών), μαϊμού επιδοτήσεις σε «ημέτερους», και μυστικές συμφωνίες και αδιαφανείς αποφάσεις στα εξωτερικά και φλέγοντα ζητήματα της χώρας.
Διαρροές εγγράφων αποκάλυπταν ότι η κυβέρνησή του είχε συνάψει συμφωνίες στρατιωτικής συνεργασίας με ισχυρούς εξωμεσογειακούς συμμάχους, επιτρέποντας όχι μόνο τη χρήση λιμανιών και βάσεων της Γρεκίας, αλλά και μεταφορά πανάκριβων οπλικών συστημάτων σε χώρες μακρινές «για την ασφάλειά τους»!
Και όλα αυτά σε αντάλλαγμα για οικονομική «στήριξη», που όμως ποτέ δεν έφτασε στους πολίτες, οι οποίοι μέσα στην οικονομική τους δυσπραγία βασίζονταν στα διάφορα «πας», επιδόματα ψίχουλα δηλαδή, που τους πετούσε κάθε τόσο ο «πατερούλης».
Οι συνέπειες δεν άργησαν να φανούν. Η Γρεκία μετατράπηκε σε στρατηγικό κόμβο μεν, στόχο απειλών και κυβερνοεπιθέσεων δε.
Το ενεργειακό της δίκτυο υπέστη επαναλαμβανόμενες διακοπές, ενώ ανεξήγητες εκρήξεις σε αποθήκες καυσίμων τροφοδότησαν φήμες για δολιοφθορές. Η κυβέρνηση μιλούσε για «εξωτερικούς εχθρούς», αλλά η εμπιστοσύνη των πολιτών είχε ήδη διαβρωθεί…
Παράλληλα, η χώρα δεχόταν ολοένα αυξανόμενα κύματα ανθρώπων από άλλες ηπείρους, που αναζητούσαν καταφύγιο από την πείνα, τις συγκρούσεις, και τις κλιματικές καταστροφές στην ευρύτερη περιοχή.
Οι δομές φιλοξενίας γέμιζαν ασφυκτικά, ενώ οι τοπικές κοινωνίες ένιωθαν εγκαταλελειμμένες. Η εγκληματικότητα φούντωσε.
Οι πολιτικές ένταξης που διατυμπάνιζαν οι κυβερνώντες (και τα ΜΜΕ) παρέμεναν στα χαρτιά, και η καθημερινότητα μετατρεπόταν σε ένα μωσαϊκό παρεξηγήσεων, φόβου και σιωπηλής αγανάκτησης. Παρ’ όλα αυτά η κυβέρνηση διαβεβαίωνε τον αγανακτισμένο λαό πως οι «παράτυποι πρόσφυγες» ήταν ελάχιστοι, και ενταγμένοι πλήρως, κι αυτό διότι φρόντιζε κάθε μέρα να νομιμοποιεί χιλιάδες από αυτούς, χωρίς κανένα κριτήριο, σε συνεργασία με τις διάφορες ΜΚΟ που πλούτιζαν προσφέροντας «επαγγελματική» αλληλεγγύη στους καταφρονεμένους.
Σε αυτό το ήδη εύθραυστο σκηνικό, μια σειρά από μαζικές διαδηλώσεις πυροδοτήθηκε όταν αποκαλύφθηκε ότι μεγάλα δημόσια έργα είχαν ανατεθεί σε εταιρείες-βιτρίνες που συνδέονταν με το περιβάλλον του πρωθυπουργού, ενώ ένα τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα, με δεκάδες νεκρούς νέους, οφειλόμενο σε κυβερνητικές αστοχίες και παραλείψεις, σε συνδυασμό με ένα παρ’ ολίγον τραγικό αεροπορικό δυστύχημα, οδήγησαν τον λαό στους δρόμους, φωνάζοντας για «αλλαγή εδώ και τώρα».
Οι πλατείες γέμισαν με ανθρώπους κάθε ηλικίας, που ζητούσαν λογοδοσία…
Και τότε είναι που ξέσπασε και ένας πόλεμος στη Μ. Ανατολή, με την Αμερική και το Ισραήλ να βομβαρδίζουν το Ιράν.
Το οποίο ανταπέδωσε.
Το νέο σκηνικό ήταν βούτυρο στο ψωμί του Αρπακτικούλη, αφού μέσα σε μια βραδιά το κλίμα άλλαξε σε όφελός του, με τον ίδιο να ενδύεται τον μανδύα του πατριώτη, και να παίρνει διεθνείς πρωτοβουλίες, συντασσόμενος στο πλευρό των ΗΠΑ, και στέλνοντας πλοία προς ενίσχυση της προσπάθειας εναντίον του Ιράν.
Οι αντιδράσεις όμως του λαού συνεχίστηκαν, ειδικά όταν είδαν ότι ο πόλεμος δεν θα τελειώσει σύντομα, ότι οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι δεν ενεπλάκησαν, και οι τιμές των καυσίμων έγιναν δυσθεώρητες, αλλά η απάντηση της κυβέρνησης ήταν άμεση: πατριωτικές κορώνες και περιορισμοί στην κυκλοφορία, διακοπές στο διαδίκτυο, και ανάπτυξη των ΜΑΤ (που η προηγούμενη κυβέρνηση θα καταργούσε, αλλά δεν πρόκαμε).
Καθώς οι μέρες περνούσαν, ο πόλεμος και η ένταση κλιμακωνόταν. Ορισμένες διαδηλώσεις ξέφυγαν από τον έλεγχο, με συγκρούσεις ανάμεσα σε ομάδες πολιτών και τις δυνάμεις ασφαλείας. Παράλληλα, εμφανίστηκαν μικρές, ακραίες ομάδες που εκμεταλλεύονταν το χάος για να προωθήσουν τις δικές τους ατζέντες, βαθαίνοντας το χάος και τον διχασμό.
Στο διεθνές επίπεδο, η Γρεκία βρέθηκε στο επίκεντρο πιέσεων. Οι δυο σύμμαχοι απαιτούσαν τη συνέχιση της συνεργασίας, ενώ άλλες δυνάμεις προειδοποιούσαν για «συνέπειες», αν η χώρα δεν αποστασιοποιούνταν.
Ο Αρπακτικούλης εμφανιζόταν όλο και πιο απομονωμένος, περικυκλωμένος από καλοπληρωμένους συμβούλους, και διεθνολόγους, που διαβεβαίωναν ότι η κατάσταση «ελέγχεται», με τις «αδιάβλητες» δημοσκοπήσεις να τους επιβεβαιώνουν.
Η κρίσιμη καμπή ήρθε ένα βράδυ του καλοκαιριού, όταν πύραυλοι από το μακρινό Ιράν έπληξαν το λιμάνι της πρωτεύουσας, ενώ ένα μεγάλο μπλακάουτ βύθισε σχεδόν ολόκληρη τη χώρα στο σκοτάδι. Χωρίς επικοινωνίες και με τις αρχές αποδιοργανωμένες, οι φήμες εξαπλώθηκαν με ταχύτητα, όπως και ο πανικός.
Σε διάφορες περιοχές ξέσπασαν ταραχές, με τους «πρόσφυγες» να εξεγείρονται και να απαιτούν άμεση εφαρμογή του νόμου της Σαρία, ενώ ομάδες ένοπλων πολιτών, υπό την καθοδήγηση «ακροδεξιών» κομμάτων, κάποια εξ αυτών παράνομα, καταλάμβαναν δημόσια κτίρια στήνοντας πρόχειρα οδοφράγματα.
Τις επόμενες ημέρες, η εικόνα της χώρας άλλαξε δραματικά. Η κεντρική διοίκηση έχασε τον έλεγχο μεγάλων τμημάτων της επικράτειας. Τοπικά συμβούλια πολιτών (που έμοιαζαν με σοβιέτ, αλλά που δεν ήταν σοβιέτ) προσπάθησαν να συντονίσουν τη ζωή στις γειτονιές, οργανώνοντας ακόμη και συσσίτια, ενώ ανεπίσημες πολιτοφυλακές έκαναν την εμφάνισή τους, άλλοτε για προστασία, άλλοτε για επιβολή της τάξης, και άλλοτε για τιμωρία των εξεγερμένων, αλλά και των πάμπολλων «ευνοημένων» της κυβέρνησης.
Και τότε, σχεδόν αθόρυβα, ήρθε η είδηση: ο πρωθυπουργός είχε εγκαταλείψει τη χώρα.
Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, και μια απόρρητη έκθεση ξένης πρεσβείας που διέρρευσε, ιδιωτικό αεροσκάφος επιχειρηματία και φίλου του πρωθυπουργού απογειώθηκε μέσα στη νύχτα από στρατιωτική βάση, με προορισμό άγνωστο, αν και κάποιοι «γνωρίζοντες» μιλούσαν για τη Γενεύη.
Η κυβέρνηση δεν εξέδωσε ποτέ επίσημη ανακοίνωση. Κάποιοι έλεγαν μάλιστα πως ούτε οι βασικότεροι υπουργοί και συνεργάτες του Αρπακτικούλη ήξεραν για την «απόδρασή» του.
Η φυγή του όμως δεν έφερε εκτόνωση. Αντίθετα, άφησε πίσω ένα επικίνδυνο κενό εξουσίας.
Διάφορες (κυρίως ακραίες) πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις διεκδικούσαν ρόλο στη «μετάβαση», χωρίς σαφές σχέδιο, ή έστω κάποιο κοινό όραμα. Οι διεθνείς παρεμβάσεις εντάθηκαν, με στρατιωτικές αποστολές «σταθεροποίησης», ενώ ακόμη και μια ενδεχόμενη επέμβαση του ΟΗΕ για «ανθρωπιστικούς λόγους», συζητιόταν ανοιχτά.
Σήμερα, μήνες μετά, η Γρεκία παραμένει μια χώρα σε εκκρεμότητα.
Τα σύνορα της είναι τυπικά ανοιχτά, αλλά ελέγχονται αποσπασματικά, με αποτέλεσμα καθημερινά να τα περνούν εκατοντάδες «προσφύγων» απ’ όπου γης, ενώ επανήλθε στο προσκήνιο και η πάλαι ποτέ «τρομοκρατία», με στόχους όλους εκείνους που συνέβαλαν στη μακροημέρευση της διεφθαρμένης κυβέρνησης του Αρπακτικούλη, και όχι μόνο πολιτικούς.
Ρόλο κυβέρνησης έχει ένας πρόχειρα στημένος συνασπισμός πολιτικών, ιερέων, στρατιωτικών, και αστυνομικών, υπό την «επίβλεψη» του Αμερικανού πρέσβη, ενώ η Βουλή είναι σε αναστολή, και τα ΜΜΕ βρίσκονται υπό τον έλεγχο της… Ιεράς Συνόδου.
Η οικονομία λειτουργεί με δυσκολία, βασιζόμενη σε αυτοσχέδια τοπικά δίκτυα ανταλλαγής, και περιορισμένη εξωτερική βοήθεια, με το ενδεχόμενο παρέμβασης του ΔΝΤ πάντα ανοικτό, και ευπρόσδεκτο για μερίδα του λαού, και κάποιων κομμάτων που παραμένουν εν λειτουργία (παράνομα).
Πάνω απ’ όλα, όμως, αιωρείται ένα ερώτημα: πώς μια δημοκρατία, έστω ατελής, έστω διεφθαρμένη, έστω κατ’ επίφαση, κατέρρευσε τόσο γρήγορα;
Οι απαντήσεις δεν είναι απλές. Η διαφθορά, οι εξωτερικές πιέσεις, η κοινωνική ανισότητα, η οικογενειοκρατία στην εξουσία, και κυρίως η απουσία εμπιστοσύνης στους θεσμούς συνέθεσαν ένα εκρηκτικό μείγμα.
Η Γρεκία έγινε το παράδειγμα μιας δυστοπίας, που δεν γεννήθηκε από μια και μόνο αιτία, αλλά από τη σύγκλιση πολλών, και από την αδυναμία μιας κοινωνίας βουτηγμένης στα ψέματα και στην επίπλαστη ευμάρεια να τις αντιμετωπίσει εγκαίρως.
Στους δρόμους της πρωτεύουσας, τα γκράφιτι στους τοίχους λένε τώρα μια διαφορετική ιστορία. Όχι για «σταθερότητα» και «ασφάλεια», αλλά για «ψωμί», και για μνήμη και ευθύνη.
Γιατί, όπως φαίνεται, ακόμη και μέσα στην κατάρρευση, η ανάγκη για νόημα και επανεκκίνηση δεν σβήνει ποτέ… άσχετα αν η συγκεκριμένη χώρα είναι επί χιλιετίες καταδικασμένη να ζει μέσα στην πενία και τη διχόνοια, και να άγεται και να φέρεται από διεφθαρμένους και ιδιοτελείς δημοκόπους που βάζουν πάντα το δικό τους (και της οικογένειάς τους) συμφέρον, πάνω από εκείνο του λαού…