Στην καθημερινή γλώσσα χρησιμοποιούμε συχνά εκφράσεις όπως «φτάνω στα όριά μου», «δεν αντέχω άλλο» ή «έχω κουραστεί αφόρητα». Σε αυτές τις περιπτώσεις, πολλοί επιλέγουν το ρήμα «απαυδώ», όμως δεν είναι λίγοι εκείνοι που αναρωτιούνται ποιος είναι ο σωστός τύπος: «έχω απαυδήσει» ή «έχω απηυδήσει»;
Σύμφωνα με τη γλωσσολογική ερμηνεία, το ρήμα απαυδώ προέρχεται από τη σύνθεση των λέξεων «ἀπό» και «αὐδῶ» (μιλώ). Στην αρχική του σημασία το ρήμα ἀπ-αυδῶ σήμαινε «παύω να μιλώ» ή «μένω άφωνος». Με την εξέλιξη της γλώσσας, όμως, η σημασία του μετατοπίστηκε και στον αόριστο «απηύδησα» χρησιμοποιείται πλέον για να δηλώσει ότι κάποιος έχει εξαντληθεί από μια δυσάρεστη κατάσταση ή ότι δεν αντέχει άλλο.
Η συχνή χρήση του τύπου «απηύδησα» οδήγησε πολλούς ομιλητές στο συμπέρασμα ότι το ρήμα διαθέτει το φωνήεν -η- σε όλους τους χρόνους. Έτσι εμφανίστηκαν τύποι όπως «απηυδώ» ή «έχω απηυδήσει», οι οποίοι όμως θεωρούνται λανθασμένοι.
Οι σωστοί τύποι, σύμφωνα με τους κανόνες της γραμματικής, είναι:
απαυδώ – απηύδησα – έχω απαυδήσει – να/θα/ας απαυδήσω.
Ο λόγος είναι ότι η αύξηση με -η- εμφανίζεται μόνο σε συγκεκριμένους χρόνους της οριστικής, όπως στον παρατατικό και τον αόριστο. Για τον λόγο αυτό δεν μεταφέρεται στους υπόλοιπους χρόνους του ρήματος.