Του Μανώλη Κοττάκη
Πρώτα η μεγάλη εικόνα: Ο πόλεμος που κήρυξαν στο Ιράν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί στρατηγική απόφαση του Ισραήλ στην οποία συναίνεσε ο πρόεδρος Τραμπ. Και συναίνεσε για τρεις λόγους, δύο τακτικούς και έναν στρατηγικό.
Ο πρώτος είναι ότι η έναρξη του περιφερειακού αυτού πολέμου ικανοποιεί το κατεστημένο της αμυντικής βιομηχανίας των ΗΠΑ με το οποίο ήρθε σε ρήξη κατά την πρώτη του θητεία, όταν αρνήθηκε να κάνει πολέμους, και το πλήρωσε ακριβά: διώξεις, απόπειρες δολοφονίας, φορολογικοί έλεγχοι, διασυρμός με call girls, εισβολή του FBI στην οικία του, απόπειρα παραπομπής του (impeachment) κ.λπ.
Η στήριξη του κατεστημένου της αμυντικής βιομηχανίας των ΗΠΑ στην οποία βασίζεται μεγάλο μέρος των εξαγωγών των ΗΠΑ στον κόσμο, ίσως και άνω του 70%, αποτελεί εθνική πολιτική της Αμερικής μετά τη δολοφονία του προέδρου Κένεντι, ο οποίος, ως γνωστόν, ήθελε να αποσύρει τις αμερικανικές δυνάμεις από το Βιετνάμ, να κηρύξει το τέλος του πολέμου και να χρηματοδοτήσει με τις δαπάνες του πολέμου το κοινωνικό κράτος. Δεν πρόλαβε.
Έκτοτε ουδείς διανοήθηκε να κάνει ανάλογη σκέψη.
Ακόμη και ο πρόεδρος Μπους τζούνιορ, που εξελέγη, όπως και ο Τραμπ, με ατζέντα εθνικού απομονωτισμού, αναθεώρησε μετά τους Δίδυμους Πύργους και εισέβαλε με 100.000 στρατιώτες στο Ιράκ.
Ο δεύτερος που επιχείρησε να σπάσει τον κανόνα της στήριξης των εξαγωγών του κατεστημένου της βιομηχανίας εξοπλισμών των ΗΠΑ ήταν ο πρόεδρος Τραμπ. Ήθελε μπίζνες, όχι πόλεμο.
Με την αλλαγή πορείας σήμερα, την πρόσφατη εξαγγελία του για αύξηση των αμυντικών δαπανών του προϋπολογισμού κατά 20%, τη διακήρυξη ότι «δεν βαριέμαι τον πόλεμο που θα κρατήσει μίνιμουμ τέσσερις εβδομάδες» και με την αποδοχή τού μετά Κένεντι δόγματος «στερεώνει» την προεδρία του. Τη θωρακίζει από υπονομεύσεις.
Ο δεύτερος λόγος της συναίνεσής του στον πόλεμο είναι η αποκατάσταση των σχέσεών του με το εβραϊκό λόμπι των ΗΠΑ, του οποίου η στάση θα είναι καθοριστική για την έκβαση των ενδιάμεσων εκλογών του φθινοπώρου για το Κογκρέσο.
Παραδοσιακά η συγκεκριμένη πανίσχυρη ομάδα πίεσης στήριζε τους Δημοκρατικούς, αλλά μετά τη Συμφωνία Ειρήνης για τη Γάζα, την απελευθέρωση των ομήρων από τη Χαμάς και τη στήριξη Τραμπ στον πόλεμο του Ιράν είναι εύλογο ότι αυτή τη φορά το συγκεκριμένο λόμπι θα στηρίξει τον ρεπουμπλικάνο πρόεδρο.
Δεν είναι τυχαίο ότι χθες ο Τραμπ επιτέθηκε στον πρόεδρο Μπάιντεν και τους Δημοκρατικούς γιατί άδειασαν τις αποθήκες του στρατού με τα όπλα που χάρισαν στον Ζελένσκι. Μήνυμα εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης στο εβραϊκό λόμπι ήταν αυτό.
Ο στρατηγικός λόγος της συναίνεσης Τραμπ, τέλος, είναι η Κίνα. Κοινός παρονομαστής των επιχειρήσεων ανατροπής καθεστώτων της Βενεζουέλας και του Ιράν είναι η διακοπή της ροής φθηνού πετρελαίου στην Κίνα. Παράπλευρη συνέπεια του πολέμου Ρωσίας και Ουκρανίας επίσης ήταν η εξασθένηση της Γερμανίας και η αποδυνάμωση των ισχυρών εμπορικών δεσμών του Πεκίνου με το Βερολίνο.
Η λήξη όποιων εκκρεμοτήτων στη γειτονιά μας, περιλαμβανομένων και των θαλάσσιων ζωνών της Μεσογείου, είναι προϋπόθεση για τις ΗΠΑ ώστε να αφιερωθούν στην προετοιμασία του τελικού χωρίς αύριο με την Κίνα το 2034 για την πρωτοκαθεδρία του πλανήτη.
Η οποία Κίνα επελαύνει ήδη στην Τεχνητή Νοημοσύνη, στη ρομποτική, στην κυβερνοασφάλεια, στις μπαταρίες, στην κινητή τηλεφωνία, στην αμυντική τεχνολογία, στους εξοπλισμούς, στην αυτοκινητοβιομηχανία κ.α.
Γιατί επέμεινε τώρα το Ισραήλ στην επίθεση κατά του Ιράν;
Πέραν του προφανούς εσωτερικού λόγου (για να αποφύγει ποινικές περιπέτειες για άλλα θέματα ο πρωθυπουργός Νετανιάχου), η Ιερουσαλήμ θεωρεί ότι λόγω του σαπίσματος στα καθεστώτα της περιοχής, της διείσδυσής της σε δρώντες όπως η Χεζμπολάχ, της μερικής εξουδετέρωσής τους και του σαφούς προβαδίσματος που έχει στον τομέα των πληροφοριών (μέχρις αποδείξεως του εναντίου) μπορεί να φθάσει στην ίδρυση του «Μεγάλου Ισραήλ». Ήδη ελέγχει το 52% των εδαφών της Γάζας και το 83% των εδαφών της Δυτικής Όχθης.
Αν ανατραπεί το καθεστώς του Ιράν, είτε με λαϊκή εξέγερση είτε με εξέγερση μειονοτήτων, ή δεν ανατραπεί αλλά επικρατήσει το απέραντο χάος, θα είναι ικανοποιημένη.
Η άσκηση στην οποία μπήκαν η Αμερική και το Ισραήλ με τη λοιπή Δύση επιφυλακτική δεν είναι «περίπατος», βεβαίως, γιατί το Ιράν δεν είναι εύκολη υπόθεση. Και από τις πρώτες στρατιωτικές αντιδράσεις του έδειξε ότι έχει τα ανακλαστικά για να μεταφέρει τον πόλεμο στην Αραβία και μέσα στη Δύση.
Οι καλοζωισμένες δυτικές κοινωνίες που έχουν ψηλά στις αξίες τους την προστασία της ανθρώπινης ζωής και δεν έχουν ζήσει πόλεμο δεκαετίες τώρα στο έδαφός τους μπορεί να είναι η απρόοπτος μεταβλητή του πολέμου αυτού.
Το Ιράν μπορεί να γίνει η δόξα του Τραμπ, μπορεί και το βατερλό του. Για την ώρα, οι πιθανότητες είναι το πρώτο, αλλά μην ξεχνάμε για πόσους προέδρους έγινε βάλτος η Μέση Ανατολή στο παρελθόν. Ο εξευτελιστικός τρόπος που «απέδρασε» ο Μπάιντεν από το Αφγανιστάν μάς το θυμίζει.
Μέσα σε αυτό το στρατηγικό πλαίσιο εγείρονται δύο θέματα: Ποιος είναι ο ρόλος του Ελληνισμού στην περιοχή και ποιος ο ρόλος της Τουρκίας.
Η γείτων είναι φοβερά αμήχανη αυτή την εποχή και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν αντέδρασε στην αποστολή του «Κίμωνα» στην Κύπρο. Η γείτων έχει μεγάλη αγωνία γιατί ακόμη δεν έχει καταφέρει λόγω των αντιδράσεων του εβραϊκού λόμπι των ΗΠΑ να κλείσει τις συμφωνίες της με την Αμερική. Πιθανόν μετά τις ενδιάμεσες εκλογές να γίνει αυτό γιατί η πώληση των F35 ενδιαφέρει την αμερικανική αμυντική βιομηχανία.
Η γείτων έχει άγχος, τέλος, γιατί είδε ότι το Ισραήλ δεν ξεχνά και πορεύεται με την Παλαιά Διαθήκη και τα βιβλικά κείμενα στα οποία παρέπεμπε ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Ιερουσαλήμ: τον πρώην πρόεδρο του Ιράν, Αχμαντινετζάντ, ο οποίος είχε καθυβρίσει το κράτος του Ισραήλ κάποτε, τον εξόντωσαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεών τους επίλεκτες ομάδες, όχι τον εν εν ενεργεία πρόεδρο. Και δεν χρειάζεται να θυμίσουμε ποιος άλλος ηγέτης της περιοχής προσέβαλε κάποτε τον πρόεδρο του Ισραήλ στο Νταβός κλοτσώντας καρέκλες.
Την ώρα λοιπόν που η Τουρκία αιωρείται στο στρατηγικό κενό (για πόσο θα δούμε), η Ελλάς και η Κύπρος έχουν ευκαιρία.
Δεν γίνεται η Άγκυρα να δακρύζει γοερά για τον Χαμενεΐ, η Πάφος να βομβαρδίζεται από τη Χεζμπολάχ και η μεσολαβήτρια του ΟΗΕ για το Κυπριακό Ολγκίν να αναπτύσσει φιλοτουρκικές θέσεις για τη λύση στον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη.
Το ίδιο ισχύει και για την πατρίδα μας, η οποία, αν δεν λάβει ανταλλάγματα για το γεγονός ότι αποδέχθηκε να είναι το στρατηγικό βάθος της Δύσης, τότε μπορεί να έχει την επιλογή του Ισπανού Σάντσεθ, την οποία εγκαινίασε κάπως θεατρικά πρώτος ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1987: αναστολή λειτουργίας των βάσεων.
Τελευταίο, αλλά όχι έλασσον: Η ενεργοποίηση του ενιαίου αμυντικού δόγματος το αίτημα Χριστοδουλίδη που δεν ήταν σε θέση να απορρίψει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.
Η Κύπρος «είναι μία δεύτερη Ελλάς» είχε πει στον πρόεδρο Μπους τον πρεσβύτερο ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το 1991 μέσα στο Προεδρικό Μέγαρο.
Οι μικρόνοες των Αθηνών που εισηγούνταν εσχάτως να χωρίσουμε τα «τσανάκια» μας γιατί η Λευκωσία μάς είχε γίνει «βάρος» και οι «Νεοκύπριοι» που κάνουν τα ίδια αυτή τη φορά ηττήθηκαν. Τα διακυβεύματα τους ξεπέρασαν.
Ελπίζουμε να ηττήθηκαν οριστικά και όχι περιστασιακά.