Πώς ένας ηγέτης-σύμβολο του αυταρχισμού σφράγισε το Ιράν με αίμα, κυρώσεις και απομόνωση
Ο Αλί Χαμενεΐ δεν υπήρξε απλώς ο Ανώτατος Ηγέτης του Ιράν. Υπήρξε το πρόσωπο μιας θεοκρατίας που επέλεξε την καταστολή ως εργαλείο διακυβέρνησης, την απομόνωση ως στρατηγική και τους Φρουρούς της Επανάστασης ως εγγύηση παραμονής στην εξουσία.
Ο Αλί Χοσεϊνί Χαμενεΐ ανεβαίνει στην κορυφή της Ισλαμικής Δημοκρατίας το 1989, την ημέρα που το σύστημα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να επιβιώσει χωρίς τον ιδρυτή του, Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί.
Όταν οι ανώτεροι κληρικοί τον προτείνουν για διάδοχο, εκείνος επιμένει ότι «δεν είναι κατάλληλος». Η ιστορία, όμως, τον καταγράφει ως τον μακροβιότερο ηγέτη της σύγχρονης ιρανικής ιστορίας και έναν από τους πιο ανθεκτικούς – αλλά και πιο τυραννικούς – ηγέτες της Μέσης Ανατολής.
Στα 86 του, ο θάνατός του (εξοντώθηκε από αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα ενώ ήταν στο γραφείο του) κλείνει μια εποχή 37 ετών, κατά την οποία η Ισλαμική Δημοκρατία έγινε πιο καχύποπτη απέναντι στη Δύση και πιο εξαρτημένη από τους Φρουρούς της Επανάστασης για να επιβάλλει «σταθερότητα» στο εσωτερικό και να προβάλλει ισχύ στην περιοχή.
Η καταγωγή και η «πολιτική αφύπνιση»
Γεννημένος στις 19 Απριλίου 1939 στη Μασχάντ, μια από τις ιερότερες πόλεις του σιιτικού Ισλάμ, ο Χαμενεΐ μεγαλώνει σε οικογένεια κληρικών με κύρος αλλά λίγα μέσα.
Περιγράφει ο ίδιος μια παιδική ηλικία «λιτή», σε γειτονιά εργατικής τάξης. Η φτώχεια γίνεται μέρος του προσωπικού του αφηγήματος – και αργότερα, στοιχείο της πολιτικής του ρητορικής περί «αυτάρκειας» και «αντίστασης».
Στη νεότητά του έρχεται σε επαφή με το κίνημα κατά της μοναρχίας και διαμορφώνει μια βαθιά αντιδυτική οπτική, επηρεασμένη από τα γεγονότα της εποχής και από τη μνήμη του πραξικοπήματος του 1953 κατά του Μοσαντέγκ.
Σπουδάζει στη θεολογική σχολή της Κομ και βρίσκεται στον κύκλο του Χομεϊνί. Παράλληλα, καλλιεργεί μια εικόνα «μοντέρνου» κληρικού: ενδιαφέρεται για λογοτεχνία και ποίηση, μεταφράζει κείμενα, διαβάζει διεθνείς συγγραφείς και κρατά επαφή με τον πολιτισμό – κάτι που οι επικριτές του αργότερα θα αντιπαραθέσουν με τους αυστηρούς περιορισμούς που επιβάλλει στην κοινωνία.
Διώξεις πριν από την Επανάσταση – και η είσοδος στον πυρήνα της εξουσίας
Η δράση του τον οδηγεί σε επαναλαμβανόμενες συλλήψεις, φυλακίσεις και εσωτερική εξορία από τη Σαβάκ. Μετά την Επανάσταση του 1979, ο Χαμενεΐ βρίσκεται εντός του νέου καθεστώτος: αναλαμβάνει ρόλους στο κράτος, στο κοινοβούλιο και στην άμυνα.
Στον πόλεμο Ιράν–Ιράκ (1980–1988) εμφανίζεται συχνά με στρατιωτική στολή, επισκέπτεται γραμμές του μετώπου και σφυρηλατεί την πεποίθηση ότι η χώρα απειλείται από έναν εξωτερικό «εχθρό» που υποστηρίζει τους αντιπάλους της.
Το 1981 επιβιώνει από απόπειρα δολοφονίας που του αφήνει μόνιμη αναπηρία στο δεξί χέρι. Την ίδια χρονιά εκλέγεται πρόεδρος και θα παραμείνει στη θέση έως το 1989. Η άνοδος στην προεδρία εδραιώνει την πολιτική του υπόσταση, αλλά ακόμη τότε δεν θεωρείται ο «πρώτος» στο ιερατείο – ούτε διαθέτει το θεολογικό βάρος του Χομεϊνί.

1989: Η διαδοχή που έπρεπε να γίνει «χθες»
Όταν πεθαίνει ο Χομεϊνί, το καθεστώς χρειάζεται ταχύτητα. Η Συνέλευση των Εμπειρογνωμόνων (88 κληρικοί) καλείται να ορίσει διάδοχο και επιλέγει τον Χαμενεΐ – σε μια διαδικασία-εξπρές που στοχεύει στη συνέχεια του κράτους. Η εικόνα του «απρόθυμου» διαδόχου δεν κρατά πολύ.
Στα χρόνια που ακολουθούν, ο Χαμενεΐ μετατρέπεται σε απόλυτο ρυθμιστή: ελέγχει τις ένοπλες δυνάμεις, τις υπηρεσίες ασφαλείας, τη δικαιοσύνη, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης και τα όρια του πολιτικού ανταγωνισμού.
Η πραγματική εξουσία δεν βρίσκεται στους εκλεγμένους προέδρους, αλλά στον Ανώτατο Ηγέτη.

Το «κράτος των Φρουρών» και η «ασφάλεια» ως ιδεολογία
Η πιο καθοριστική επιλογή της διακυβέρνησής του είναι η αναβάθμιση των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) σε κορυφαίο θεσμό: στρατιωτικά, πολιτικά και οικονομικά. Ο Χαμενεΐ τους κάνει «ασπίδα» του συστήματος. Το αποτέλεσμα είναι διπλό:
- Στο εσωτερικό, οι Φρουροί γίνονται πυλώνας επιτήρησης και καταστολής.
- Στο εξωτερικό, λειτουργούν ως μηχανισμός προβολής ισχύος, μέσω της Δύναμης Κουντς και ενός δικτύου συμμάχων/πολιτοφυλακών.
Την ίδια στιγμή, παραδοσιακοί πυλώνες της ιρανικής κοινωνίας σταδιακά υποχωρούν σε επιρροή, καθώς το σύστημα «στρατιωτικοποιείται».
Ο «άξονας αντίστασης»: Η περιφερειακή στρατηγική
Ο Χαμενεΐ χτίζει μια εξωτερική πολιτική που στηρίζεται στην εχθρότητα προς τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, την οποία πολλοί – ακόμη και εντός Ιράν – περιγράφουν ως «πυρήνα ταυτότητας» του καθεστώτος.
Αντί για άμεσες συγκρούσεις, επενδύει σε «στρατηγικό βάθος» μέσω περιφερειακών συμμάχων: Λίβανος, Συρία, Ιράκ, Παλαιστινιακά εδάφη, Υεμένη.
Η λογική είναι αποτρεπτική: αν το Ιράν δεχθεί επίθεση, η σύγκρουση θα εξαπλωθεί σε πολλά μέτωπα. Όμως αυτή η στρατηγική έχει κόστος: τροφοδοτεί αντιπαραθέσεις, επιταχύνει κυρώσεις και «κλειδώνει» την εικόνα της Τεχεράνης ως δύναμης αποσταθεροποίησης.

Πυρηνικό πρόγραμμα, «ηρωική ευελιξία» και η ρήξη του 2018
Καθ’ όλη τη διάρκεια της ηγεσίας του, το πυρηνικό πρόγραμμα και οι βαλλιστικοί πύραυλοι γίνονται οι δύο μεγάλοι άξονες της διεθνούς κρίσης με το Ιράν. Παρά τις διαβεβαιώσεις περί «ειρηνικών σκοπών», η Δύση αντιμετωπίζει το πρόγραμμα ως εν δυνάμει στρατιωτικό.
Το 2015 ο Χαμενεΐ ανάβει πράσινο φως για τη συμφωνία με τις μεγάλες δυνάμεις (JCPOA), σε μια κίνηση που ο ίδιος περιγράφει ως «ηρωική ευελιξία»: περιορισμοί έναντι άρσης κυρώσεων. Όμως το 2018, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ αποσύρει τις ΗΠΑ από τη συμφωνία, ο Χαμενεΐ το εκλαμβάνει ως επιβεβαίωση της πεποίθησής του ότι η Ουάσιγκτον είναι «αναξιόπιστη». Ακολουθεί νέα φάση κυρώσεων και οικονομικής πίεσης που μεταφράζεται σε υψηλό πληθωρισμό, χαμηλή ανάπτυξη και βαθύτερη φτωχοποίηση.
Ο ίδιος συχνά φορτώνει τις ευθύνες στους εκλεγμένους προέδρους, προβάλλοντας ως λύση μια «οικονομία αντίστασης» και αυτάρκειας. Οι επικριτές του, όμως, σημειώνουν ότι η τελική ευθύνη των μεγάλων επιλογών βρίσκεται στο δικό του γραφείο.

Οι πρόεδροι, οι συγκρούσεις και η σταδιακή απονομιμοποίηση
Η περίοδος Χαμενεΐ είναι ταυτόχρονα περίοδος διαρκούς σύγκρουσης μεταξύ «μεταρρυθμιστών» και «σκληροπυρηνικών». Ο Μοχάμαντ Χαταμί (1997–2005) επιχειρεί άνοιγμα, αλλά σκοντάφτει στο βαθύ κράτος.
Ο Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ (2005–2013) εκφράζει τη σκληρή γραμμή, αλλά αργότερα συγκρούεται με τον ίδιο τον Ανώτατο Ηγέτη ζητώντας περισσότερη εξουσία. Ο Χασάν Ρουχανί (2013–2021) συνδέεται με το πυρηνικό άνοιγμα του 2015.
Ο Ιμπραχίμ Ραϊσί, σκληροπυρηνικός που πολλοί θεωρούν πιθανό διάδοχο, πεθαίνει σε δυστύχημα το 2024. Ο τελευταίος πρόεδρος υπό τον Χαμενεΐ εμφανίζεται ως πιο «μεταρρυθμιστικός», αλλά κινείται σε στενά όρια.
Στο δρόμο, όμως, η κοινωνία βράζει. Διαδηλώσεις ξεσπούν το 2009, 2017, 2019, 2022 και το 2026. Και η καταστολή γίνετια ολοένα και πιο αιματηρή. Τα συνθήματα στοχεύουν ευθέως τον ίδιο. Το χάσμα μεταξύ καθεστώτος και κοινωνίας βαθαίνει.


Η κληρονομιά και το ερώτημα
Ο Χαμενεΐ φεύγει αφήνοντας πίσω του ένα κράτος που επέζησε, αλλά με βαρύ κόστος: οικονομία πιεσμένη από κυρώσεις, κοινωνία διχασμένη, θεσμούς όλο και πιο εξαρτημένους από τον μηχανισμό ασφαλείας και μια περιφερειακή στρατηγική που έδωσε επιρροή – αλλά προκάλεσε και αλυσιδωτές συγκρούσεις.
Δεν προετοίμασε δημόσια διάδοχο, ούτε «έδειξε» κληρονόμο. Το σύστημα σπρώχνει τη διαδοχή προς θεσμικές φόρμες, αλλά οι ισορροπίες ισχύος – ιδιαίτερα ο ρόλος των Φρουρών της Επανάστασης – είναι εκείνες που θα καθορίσουν τι θα έρθει μετά.
Ο άνθρωπος που κάποτε δήλωνε «ακατάλληλος» για την ηγεσία, κατέληξε να γίνει το πρόσωπο-σύμβολο μιας θεοκρατίας που εξόντωνε τους ίδιους της τους πολίτες για να επιβιώσει. Και τώρα, με τη χώρα σε πόλεμο και τη διαδοχή ανοιχτή, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα τον αντικαταστήσει.
Είναι αν το σύστημα που έφτιαξε – τώρα που το άγαλμά του έπεσε στο έδαφος – μπορεί να σταθεί χωρίς αυτόν — ή αν η εποχή Χαμενεΐ ήταν η τελευταία φάση της παλιάς Ισλαμικής Δημοκρατίας.