Κάθε Κυριακή αργία. Ανατιμήσεις σε κάθε συγκυρία!
Του Παναγιώτη Λιάκου
Με την πρώτη πιστολιά σίγουρα το πιάσατε το υπονοούμενο επειδή είστε εκπαιδευμένοι. Την εκπαίδευση τη χρυσοπληρώσατε, άλλωστε. Το υπονοούμενο είναι το εξής: Ο λογαριασμός για τα κομπαρσιλίκια των Ιρανών μουλάδων, των Αμερικανών και των Ισραηλινών θα έρθει στους καταναλωτές. Δηλαδή σε όλους μας. Κάθε πύραυλος που θα απογειώνεται θα έχει καρφιτσωμένη στην ουρίτσα του την τιμή του μοσχαρίσιου κρέατος (πώς θα σας φαινόταν 50 ευρώ το κιλό;), της φέτας Καλαβρύτων, του ελαιολάδου, της βενζίνης, των χαρτιών υγείας κι άλλων χιλιάδων προϊόντων. Κάθε σφαίρα που θα ρίχνουν, αν δεν πετυχαίνει τα θύματα, σίγουρα θα πέφτει στις τσέπες των φτωχών και θα τις τρυπά ώστε να κυλάνε ευκολότερα τα ευρώπουλα από μέσα τους.
Οι Αμερικανοί κάποτε έλεγαν πως όταν βρέχει ο φτωχός βρέχεται και ο πλούσιος αγοράζει ομπρέλες. Τώρα το πράγμα εξελίχθηκε. Όταν βρέχει, ο φτωχός πληρώνει και την ομπρέλα του πλούσιου, μαζί με τα μεταφορικά, την «ενεργειακή προσαρμογή» και ένα μικρό καπέλο «λόγω διεθνών συνθηκών».
Οι ξεζουμίδηδες σουπερμαρκετάδες, οι φαγανές πολυεθνικές και οι πετρελαιάδες μεγαλοκαρχαρίες βρίσκουν πάντα μια δικαιολογία για να μας φορτώσουν με τα κερατιάτικα κάθε εκτάκτου ή/και… προγραμματισμένου συμβάντος, που λαμβάνει χώρα στον πλανήτη. Και εμείς, οι καημένοι καταναλωτές, καθόμαστε και χειροκροτάμε σαν να βλέπουμε Σεφερλή στο Δελφινάριο.
Επί κορονοϊού, μόλις μας είδαν να τσινάμε με τις αυξήσεις σε όλα τα είδη, αποπειράθηκαν να μας αποκοιμίσουν. «Μα, κύριε, η πανδημία διέκοψε τις εφοδιαστικές αλυσίδες» φώναζαν οι σουπερμαρκετάδες, ενώ μετρούσαν κέρδη δισεκατομμυρίων. Οι πολυεθνικές; Αυτές έλεγαν ότι τα εργοστάσια στην Κίνα έκλεισαν, οπότε το γάλα πρέπει να κοστίζει όσο ένα διαμέρισμα στο Κολωνάκι. Και οι πετρελαιάδες; «Η ζήτηση μειώθηκε, αλλά τα κόστη μεταφοράς αυξήθηκαν λόγω των υγειονομικών μέτρων». Λες και τα βαρέλια πετρελαίου φορούσαν μάσκα. Αποτέλεσμα; Οι μέτοχοι και οι στελεχάρες αγόραζαν γιοτ, ενώ εμείς ψάχναμε προσφορές στα τυριά.

Μετά ήρθε ο πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας. Κι εκεί ανηφόρισαν οι τιμές: από το φυσικό αέριο μέχρι τα κατεψυγμένα καλαμαράκια. «Φταίει ο πόλεμος» εξηγούσαν οι εταιρίες, ανεβάζοντας ταμπελάκια τιμών με ρυθμό που θα ζήλευε και το Χρηματιστήριο.
Και μην ξεχνάμε τις «διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες», την εμπνευσμένη δικαιολογία, που είναι αρκετά αόριστη ώστε να την πιστέψεις. «Το πλοίο κόλλησε στο Σουέζ», «Ο τυφώνας στην Ταϊβάν», «Η απεργία στα λιμάνια». Κάθε μέρα και μια νέα καταστροφή, κάθε μέρα ακόμα ένα… ξεπουπούλιασμα.
Μέσα στις τόσες δυσκολίες, πάντα συμβαίνει ένα μικρό θαύμα. Ενώ ο κόσμος βογκάει, οι μεγάλες εταιρίες ανακοινώνουν κέρδη-ρεκόρ. Τα σούπερ μάρκετ έχουν τις καλύτερες χρονιές τους. Οι πετρελαϊκές παρουσιάζουν «ισχυρά αποτελέσματα». Οι πολυεθνικές μιλούν για «ανθεκτικότητα της αγοράς». Είναι πραγματικά συγκινητικό. Μέσα σε τόσες παγκόσμιες καταστροφές κάποιοι καταφέρνουν να ευημερούν.
Βέβαια, δίπλα τους στέκεται το πολιτικό σύστημα, αποφασισμένο να «πολεμήσει την ακρίβεια». Με ανακοινώσεις, επιτροπές, συσκέψεις και αυστηρά βλέμματα μπροστά στις κάμερες. Κάπου κάπου πέφτει κι ένα πρόστιμο για τα μάτια του κόσμου (συνήθως μικρότερο από τα υπερκέρδη μίας εβδομάδας).
Κατά έναν παράδοξο τρόπο οι πολιτικοί που τα βάζουν με το κεφάλαιο αποτυγχάνουν μεν στην αποστολή τους να πατάξουν την αισχροκέρδεια, αλλά πλουτίζουν, δε! Με λίγα ακίνητα και μετρητούλια μπαίνουν στην πολιτική. Με πολλά βγαίνουν. Πώς να γίνεται αυτό, άραγε;
ΥΓ.: Και καλά όλους εμάς, δεν μας λυπούνται ούτε οι Αμερικανοί ούτε οι Ιρανοί μουλάδες ούτε οι Ισραηλινοί, οι σουπερμαρκετάδες, οι πολυεθνικές και οι πετρελαιάδες. Τον πρώην ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρη Παπαδημούλη δεν τον λυπούνται που θα τρέχει πάλι στα σούπερ μάρκετ να φορτώνει καρότσια για να έχει προμήθειες;