Το εκτενές σύνολο εγγράφων που έδωσε στη δημοσιότητα το Υπουργείο Δικαιοσύνης στο πλαίσιο των ερευνών του για τον Τζέφρι Έπσταϊν δεν περιλάμβανε ορισμένα βασικά έγγραφα που σχετίζονται με τις καταγγελίες μιας γυναίκας κατά του Προέδρου Τραμπ, σύμφωνα με έρευνα της The New York Times.
Πρόκειται υπηρεσιακά σημειώματα του FBI, τα οποία συνοψίζουν συνεντεύξεις που πραγματοποίησε η υπηρεσία σε σχέση με ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν το 2019 από γυναίκα η οποία εμφανίστηκε μετά τη σύλληψη του Έπσταϊν και υποστήριξε ότι είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση τόσο από τον Ντόναλντ Τραμπ όσο και από τον χρηματιστή, δεκαετίες νωρίτερα, όταν ήταν ανήλικη.
Η ύπαρξη των συγκεκριμένων σημειωμάτων προκύπτει από ευρετήριο που καταγράφει το ερευνητικό υλικό σχετικά με την καταγγελία της και το οποίο δόθηκε στη δημοσιότητα. Σύμφωνα με αυτό, το FBI πραγματοποίησε τέσσερις συνεντεύξεις στο πλαίσιο της υπόθεσης και συνέταξε περίληψη για καθεμία. Ωστόσο, το Υπουργείο Δικαιοσύνης δημοσιοποίησε μόνο μία περίληψη -εκείνη που αφορά τις καταγγελίες της κατά του Έπσταϊν- ενώ οι άλλες τρεις δεν περιλαμβάνονται.
Στα δημόσια αρχεία δεν υπάρχουν ούτε οι αρχικές σημειώσεις των συνεντεύξεων, παρότι το ευρετήριο αναφέρει ότι αποτελούν μέρος του φακέλου. Το Υπουργείο είχε δώσει στη δημοσιότητα αντίστοιχες σημειώσεις από συνεντεύξεις του FBI με άλλους πιθανούς μάρτυρες ή θύματα.
Δεν είναι σαφές γιατί λείπουν τα συγκεκριμένα έγγραφα. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης ανέφερε σε δήλωσή του προς τους Times τη Δευτέρα ότι «τα μόνα έγγραφα που δεν δημοσιοποιήθηκαν ήταν είτε προνομιούχα είτε διπλότυπα». Σε νέα ανακοίνωση την Τρίτη σημείωσε επίσης ότι ορισμένα έγγραφα ενδέχεται να παρακρατήθηκαν λόγω «εν εξελίξει ομοσπονδιακής έρευνας». Οι αξιωματούχοι δεν απάντησαν ευθέως στο γιατί δεν δημοσιεύθηκαν τα σημειώματα που σχετίζονται με την καταγγελία της γυναίκας.
Την Τετάρτη το απόγευμα, το Υπουργείο δήλωσε ότι επανεξετάζει ποια έγγραφα δημοσιοποιήθηκαν σε σχέση με το ευρετήριο και ότι θα αναρτήσει όσα «διαπιστωθεί ότι επισημάνθηκαν εσφαλμένα κατά τη διαδικασία ελέγχου» και πρέπει εκ του νόμου να δοθούν στη δημοσιότητα.
Όταν τα αρχεία δόθηκαν στη δημοσιότητα στα τέλη του προηγούμενου μήνα, αξιωματούχοι είχαν δηλώσει ότι το υλικό περιλάμβανε όλα τα έγγραφα που είχαν αποσταλεί από πολίτες στο FBI. «Ορισμένα έγγραφα περιέχουν αναληθείς και εντυπωσιοθηρικούς ισχυρισμούς κατά του Προέδρου Τραμπ που υποβλήθηκαν στο FBI λίγο πριν από τις εκλογές του 2020», ανέφερε τότε το Υπουργείο, χαρακτηρίζοντάς τους «αβάσιμους και ψευδείς».
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα αρνηθεί οποιαδήποτε παρανομία. Σε δήλωσή της την Τρίτη, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Abigail Jackson ανέφερε ότι ο Τραμπ «έχει πλήρως απαλλαγεί από οτιδήποτε σχετίζεται με τον Έπσταϊν».
Δικηγόρος που είχε εκπροσωπήσει στο παρελθόν τη γυναίκα σε αγωγή κατά της περιουσίας του Έπσταϊν αρνήθηκε να σχολιάσει.
Η απουσία των εγγράφων εντείνει τα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο το Υπουργείο Δικαιοσύνης διαχειρίστηκε τη δημοσιοποίηση των αρχείων Έπσταϊν, η οποία προβλέφθηκε από νόμο που υπέγραψε ο Τραμπ πέρυσι, έπειτα από διακομματικές πιέσεις στο Κογκρέσο.
Βάσει του νόμου, το Υπουργείο μπορεί να αποκρύπτει στοιχεία που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν την ταυτότητα θυμάτων του Έπσταϊν, να περιέχουν σκηνές βίας ή σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων ή να βλάψουν συνεχιζόμενη ομοσπονδιακή έρευνα. Ωστόσο, απαγορεύεται ρητά η απόκρυψη ή επεξεργασία υλικού «για λόγους αμηχανίας, βλάβης φήμης ή πολιτικής ευαισθησίας» δημοσίων προσώπων.
Ορισμένοι βουλευτές και επιζώντες κακοποίησης από τον Έπσταϊν έχουν καταδικάσει έντονα τον τρόπο με τον οποίο έγιναν οι περικοπές στα έγγραφα, επισημαίνοντας ότι σε κάποιες περιπτώσεις παρέμειναν ορατά στοιχεία που ταυτοποιούν θύματα και συμπεριλήφθηκαν γυμνές φωτογραφίες νεαρών γυναικών, ενώ υλικό που αφορούσε καταγγελίες κατά άλλων ανδρών είχε υποστεί εκτεταμένη επεξεργασία.
Οι καταγγελίες για βιασμό το 1980
Η γυναίκα που κατήγγειλε τον Τραμπ εμφανίστηκε τον Ιούλιο του 2019, λίγες ημέρες μετά τη σύλληψη του Έπσταϊν με κατηγορίες για διακίνηση ανηλίκων με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση, σύμφωνα με αρχεία δημόσιων καταγγελιών που είχε λάβει το FBI. Υποστήριξε ότι είχε κακοποιηθεί επανειλημμένα από τον Έπσταϊν όταν ήταν ανήλικη τη δεκαετία του 1980, όπως προκύπτει από περίληψη συνέντευξης του FBI στις 24 Ιουλίου 2019.
Το FBI πραγματοποίησε ακόμη τρεις συνεντεύξεις τον Αύγουστο και τον Οκτώβριο του 2019 για να αξιολογήσει την καταγγελία της και συνέταξε περίληψη για καθεμία, σύμφωνα με το ευρετήριο της υπόθεσης. Ωστόσο, τα σημειώματα αυτών των τριών συνεντεύξεων δεν δημοσιοποιήθηκαν.
Στα δημόσια αρχεία περιλαμβάνεται περιγραφή της καταγγελίας της από το 2025, καθώς και άλλες κατηγορίες κατά επιφανών ανδρών. Σε εκείνο το σημείωμα, ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι η γυναίκα δήλωσε πως ο Έπσταϊν τη σύστησε στον Τραμπ και ότι ισχυρίστηκε πως ο Τραμπ τη βίασε σε βίαιη και ακραία συνάντηση. Σύμφωνα με τα έγγραφα, το φερόμενο περιστατικό φέρεται να συνέβη στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν εκείνη ήταν 13 έως 15 ετών, χωρίς όμως να περιλαμβάνεται αξιολόγηση του FBI για την αξιοπιστία της καταγγελίας.
Η εξέταση των σειριακών αριθμών στις σελίδες των δημοσίων αρχείων από τους Times υποδηλώνει ότι περισσότερες από 50 σελίδες ερευνητικού υλικού που σχετίζονται με την υπόθεσή της δεν περιλαμβάνονται στα διαθέσιμα αρχεία. Την απουσία των εγγράφων είχε αναφέρει νωρίτερα ο δημοσιογράφος Roger Sollenberger στην πλατφόρμα Substack, καθώς και το NPR.
Θύελλα αντιδράσεων στους δημοκρατικούς
Ο βουλευτής Ρόμπερτ γκαρσία από την Καλιφόρνια, κορυφαίο στέλεχος των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής, δήλωσε ότι όταν εξέτασε τη Δευτέρα μη επεξεργασμένες εκδόσεις των αρχείων Έπσταϊν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, έλειπαν επίσης οι περιλήψεις συνεντεύξεων που σχετίζονταν με την καταγγελία της γυναίκας.
«Έγγραφα που αναφέρονται ρητά, που θα έπρεπε να περιλαμβάνονται και που μνημονεύονται σε άλλα έγγραφα, δεν βρίσκονται στους φακέλους», δήλωσε ο Γκαρσία, προσθέτοντας ότι το Υπουργείο δεν τα έχει παραδώσει ούτε στην Επιτροπή Εποπτείας, η οποία είχε εκδώσει κλήτευση πέρυσι ζητώντας όλο το ερευνητικό υλικό του Υπουργείου σχετικά με τον Έπσταϊν.
Ο κ. Ρόμπερτ Γκαρσία δήλωσε ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν έχει δώσει επαρκή εξήγηση για την απουσία των συγκεκριμένων εγγράφων. Οι Δημοκρατικοί σκοπεύουν να ξεκινήσουν ξεχωριστή έρευνα προκειμένου να διαπιστωθεί γιατί το υλικό δεν είναι διαθέσιμο.
Στη μοναδική περίληψη συνέντευξης του FBI που δόθηκε στη δημοσιότητα, η γυναίκα ανέφερε στους ερευνητές ότι δεν γνώριζε την πλήρη ταυτότητα του Έπσταϊν μέχρι το 2019, όταν μια φίλη της έστειλε φωτογραφία του. Όπως είπε, τότε αναγνώρισε τον άνδρα που -σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της- τη βίασε.
Η ίδια δήλωσε στους πράκτορες ότι διατηρούσε ακόμη τη φωτογραφία στο κινητό της. Οι πράκτορες κατέγραψαν ότι επρόκειτο για ευρέως διαδεδομένη φωτογραφία του Έπσταϊν μαζί με τον Τραμπ. Τους έδωσε άδεια να φωτογραφίσουν την εικόνα, ζητώντας όμως να αποκοπεί ο Τραμπ. Όταν ρωτήθηκε ο λόγος, ο δικηγόρος της παρενέβη, εξηγώντας ότι η γυναίκα «ανησυχούσε μήπως εμπλέξει και άλλα πρόσωπα, ιδίως γνωστά, φοβούμενη αντίποινα», σύμφωνα με το σχετικό υπόμνημα του FBI.
Δεν είναι σαφές τι ακριβώς προέκυψε από τις τρεις επόμενες συνεντεύξεις του FBI σχετικά με τους ισχυρισμούς της που αφορούσαν τον Τραμπ.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της 24ης Ιουλίου 2019, η γυναίκα αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου περιγράφοντας λεπτομερώς -όπως είχε αναφέρει νωρίτερα η The Post and Courier- επαναλαμβανόμενες βίαιες επιθέσεις που, όπως ισχυρίστηκε, υπέστη από τον Έπσταϊν. Ανέφερε ότι ως έφηβη στη Νότια Καρολίνα της ζητήθηκε να κάνει μπέιμπι-σίτινγκ σε σπίτι στο Hilton Head Island. Όταν έφτασε, όμως, δεν υπήρχαν παιδιά, παρά μόνο ένας άνδρας που γνώρισε ως «Τζεφ», ο οποίος -όπως είπε- της έδινε αλκοόλ, μαριχουάνα και κοκαΐνη. Περιέγραψε ότι τη βίασε επανειλημμένα.
Αργότερα, το 2019, η γυναίκα συμμετείχε σε αγωγή κατά της περιουσίας του Έπσταϊν, την οποία στη συνέχεια απέσυρε. Από τα δικαστικά έγγραφα δεν προκύπτει αν έλαβε οικονομική αποζημίωση. Σε δικαστικό έγγραφο του 2021 αναφέρεται ότι κρίθηκε ξεχωριστά μη επιλέξιμη για αποζημίωση από ειδικό ταμείο που είχε συσταθεί για τα θύματα του Έπσταϊν, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται ο λόγος.