Ψυχικές και σωματικές εκφράσεις της απώλειας και δυνατότητες θεραπευτικής διαχείρισης
Η εμπειρία της απώλειας αποτελεί διαχρονικό και καθολικό ανθρώπινο φαινόμενο. Ωστόσο, οι σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες έχουν αναδείξει με ιδιαίτερη ένταση μια μορφή πένθους που υπερβαίνει τα παραδοσιακά θεωρητικά και κλινικά πλαίσια.
Η πανδημία, τα μαζικά ατυχήματα, η αυξανόμενη έκθεση σε βίαια γεγονότα μέσω των μέσων ενημέρωσης, οι φυσικές καταστροφές και η γενικευμένη κοινωνική ανασφάλεια έχουν φέρει στο προσκήνιο το τραυματικό ή βίαιο πένθος ως ένα ολοένα και συχνότερο κλινικό και κοινωνικό φαινόμενο.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο αιφνίδιος και βίαιος θάνατος δεν βιώνεται μόνο ως προσωπική απώλεια, αλλά ως ρήξη της αίσθησης ασφάλειας και συνέχειας της ζωής. Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας καλούνται πλέον να κατανοήσουν βαθύτερα πώς η απώλεια και το ψυχικό τραύμα αλληλεπιδρούν, διαμορφώνοντας σύνθετες αντιδράσεις που δεν μπορούν να ενταχθούν εύκολα στα όρια του «τυπικού» πένθους. Η ανάγκη για επικαιροποιημένες, τραυματοκεντρικές προσεγγίσεις καθίσταται επιτακτική, καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι βιώνουν απώλειες που δεν μπορούν να ενσωματωθούν ομαλά στη νοητική και συναισθηματική συνέχεια της ζωής τους.
Το τραυματικό ή βίαιο πένθος αποτελεί μια σύνθετη ψυχική διεργασία που αναδύεται όταν η απώλεια συνοδεύεται από αιφνίδιο, βίαιο ή απειλητικό για τη ζωή γεγονός. Σε αντίθεση με το μη επιπλεγμένο πένθος, το τραυματικό πένθος χαρακτηρίζεται από διαταραχή της ικανότητας συμβολοποίησης, απορρύθμιση του νευρικού συστήματος και έντονες σωματικές και συναισθηματικές εκδηλώσεις. Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να αναδείξει τις διαφορετικές μορφές εξωτερίκευσης του τραύματος της απώλειας, να παρουσιάσει παραδείγματα βίαιου πένθους και να συζητήσει θεραπευτικές κατευθύνσεις βασισμένες στην τραυματοκεντρική προσέγγιση.
Η απώλεια αποτελεί καθολική ανθρώπινη εμπειρία. Ωστόσο, όταν ο θάνατος συμβαίνει αιφνίδια και υπό βίαιες ή απειλητικές συνθήκες, η διαδικασία του πένθους παύει να είναι γραμμική και μετατρέπεται σε τραυματική εμπειρία. Το τραυματικό πένθος δεν αφορά μόνο την απουσία του αγαπημένου προσώπου, αλλά και τη ρήξη της αίσθησης ασφάλειας, συνέχειας και ελέγχου (Parkes, 2006).
Στο πλαίσιο αυτό, το άτομο καλείται να επεξεργαστεί ταυτόχρονα την απώλεια και το τραύμα, γεγονός που συχνά υπερβαίνει τις ψυχικές του αντοχές.
Το τραυματικό πένθος περιγράφει την κατάσταση κατά την οποία η διεργασία του πένθους παρεμποδίζεται από την παρουσία συμπτωμάτων μετατραυματικού στρες (PTSD), όπως επαναβιώσεις, αποφυγή, υπερδιέγερση και σωματοποιήσεις (Shear et al., 2011). Σύμφωνα με τον van der Kolk (2014), το τραύμα επηρεάζει πρωτίστως τη νευροβιολογική ρύθμιση, με αποτέλεσμα οι αναμνήσεις να αποθηκεύονται σε αισθητηριακή και σωματική μορφή, χωρίς να εντάσσονται σε συνεκτική αφήγηση. Έτσι, η απώλεια βιώνεται ως παρόν γεγονός και όχι ως παρελθόν.
Το τραυματικό πένθος μπορεί να προκύψει από γεγονότα όπως:
- αιφνίδιος θάνατος σε τροχαίο δυστύχημα
- ανθρωποκτονία ή εγκληματική ενέργεια
- αυτοκτονία αγαπημένου προσώπου
- σοβαρό ιατρικό σφάλμα
- θάνατος παιδιού ή νέου ατόμου
- φυσικές καταστροφές ή μαζικά τραυματικά γεγονότα
Ιδιαίτερα ο θάνατος παιδιού θεωρείται ένας από τους ισχυρότερους τραυματικούς παράγοντες, καθώς ανατρέπει τη φυσική αναπτυξιακή προσδοκία της ζωής (Rando, 1993).
Ένα κρίσιμο στοιχείο της τραυματοκεντρικής προσέγγισης είναι η κατανόηση ότι το ίδιο τραυματικό γεγονός δεν παράγει την ίδια ψυχική αντίδραση σε όλους.
Τι λένε οι ειδικοί
Θυμός και εξωτερίκευση
Ο θυμός μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός άμυνας, προσφέροντας προσωρινή αίσθηση ελέγχου και κατεύθυνσης του ψυχικού πόνου προς τα έξω (Herman, 1992).
Απόσυρση και συναισθηματικό πάγωμα
Η αποσύνδεση και η σιωπή σχετίζονται με τη νευροβιολογική αντίδραση «πάγωμα» (freeze), η οποία ενεργοποιείται όταν το σύστημα απειλής υπερφορτώνεται (Porges, 2011).
Ενοχή και αυτοκατηγορία
Η ενοχή επιβίωσης (survivor guilt) αποτελεί συχνή αντίδραση στο τραυματικό πένθος, λειτουργώντας ως απόπειρα νοηματοδότησης ενός χαοτικού γεγονότος (Janoff-Bulman, 1992).
Υπερλειτουργικότητα
Η έντονη λειτουργικότητα μπορεί να αποκρύπτει βαθιά απορρύθμιση και να συνιστά μορφή αποφυγής της συναισθηματικής εμπειρίας. Η τραυματοκεντρική θεωρία υπογραμμίζει ότι το τραύμα εγγράφεται στο σώμα. Σωματικά συμπτώματα όπως αϋπνία, χρόνιος πόνος, καρδιακές αρρυθμίες και σωματική υπερένταση συχνά συνοδεύουν το τραυματικό πένθος (van der Kolk, 2014).
Η θεραπευτική παρέμβαση οφείλει να λαμβάνει υπόψη τη σωματική διάσταση και όχι αποκλειστικά τη γνωστική επεξεργασία.
Θεραπευτικές κατευθύνσεις στη διαχείριση του τραυματικού πένθους
Ρύθμιση του νευρικού συστήματος
Η σταθεροποίηση και η αίσθηση ασφάλειας προηγούνται της αφήγησης του τραύματος (Herman, 1992).
Σχέση και θεραπευτική συμμαχία
Το τραύμα επουλώνεται εντός ασφαλών σχέσεων. Η παρουσία ενός ρυθμισμένου «άλλου» είναι καθοριστική.
Σεβασμός στον ρυθμό του πένθους
Η πίεση για «προσαρμογή» ή «υπέρβαση» συχνά λειτουργεί επανατραυματικά.
Δημιουργία νοήματος
Η θεραπεία δεν στοχεύει στην εξήγηση της απώλειας, αλλά στη δυνατότητα του ατόμου να συνεχίσει να ζει με νόημα παρά την απώλεια (Neimeyer, 2001).
Η απώλεια είναι αναπόφευκτη. Το τραύμα, όμως, μπορεί να βρει δρόμο επεξεργασίας και επούλωσης. Η τραυματοκεντρική προσέγγιση μας υπενθυμίζει ότι η θεραπεία δεν αφορά τη λήθη, αλλά τη δυνατότητα μνήμης χωρίς απορρύθμιση.
Για τα άτομα που βιώνουν τραυματική απώλεια, η αναζήτηση υποστήριξης δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας αλλά πράξη φροντίδας και προστασίας. Η πρόσβαση σε ένα ασφαλές, σταθερό και εξειδικευμένο πλαίσιο μπορεί να διευκολύνει τη ρύθμιση του νευρικού συστήματος, την επεξεργασία της τραυματικής εμπειρίας και, σταδιακά, την επανασύνδεση με τη ζωή.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΑμΚΕ ΙΑΣΙΣ παρέχει δωρεάν ψυχοκοινωνική υποστήριξη σε άτομα και οικογένειες που αντιμετωπίζουν δύσκολες μεταβάσεις, απώλειες ή τραυματικά γεγονότα, μέσα από τα εξειδικευμένα Κέντρα και τις κοινοτικές της δομές. Οι παρεμβάσεις βασίζονται σε τραυματοκεντρικές, συστημικές και κοινοτικά προσανατολισμένες προσεγγίσεις, με στόχο την ενδυνάμωση, τη ρύθμιση και την αποκατάσταση της λειτουργικότητας.