Στην πλευρά των ηττημένων η κυβέρνηση Μητσοτάκη, η οποία είχε σαλπίσει σύρραξη. Τα γυρίζει η Ντόρα και πλέον μιλάει για αναπόφευκτη παρουσία της Μόσχας στην ασφάλεια της Ευρώπης
Από τον Βασίλη Γαλούπη
Τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται από την αρχή ενός πολέμου που, όταν ξέσπασε στις 24 Φεβρουαρίου 2022, το αφήγημα έλεγε ότι θα ήταν μια τριήμερη συμπλοκή. Με την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία η Δύση αντέδρασε θέτοντας μη ρεαλιστικούς στόχους, όπως αποδείχθηκε, όντας πεπεισμένη ότι θα καταφέρει μια γρήγορη ήττα της Ρωσίας.
Το «οπλοστάσιο» που χρησιμοποιήθηκε ήταν συγκεκριμένο. Συνοπτικά, οι οικονομικές κυρώσεις, η διεθνής απομόνωση της Μόσχας, η αδιάκοπη χρηματοδότηση της Ουκρανίας από τα πορτοφόλια των Ευρωπαίων φορολογουμένων και η υποτιθέμενη δυσαρέσκεια των Ρώσων, που θα ανέτρεπαν, υποτίθεται, τον Πούτιν εκ των έσω.
Η Ελλάδα από την πλευρά της μπήκε στον χορό χωρίς στρατηγική εθνική πολιτική. Έχοντας προαποφασίσει ότι θα αφήσει ανεκμετάλλευτη ακόμα και αυτήν την πρωτοφανή συγκυρία του πολέμου, αντί να απαιτήσει τη διασφάλιση των δικών της μεγάλων εκκρεμοτήτων (ΑΟΖ στο Αιγαίο, εισβολή και κατοχή της Κύπρου, τουρκική επεκτατικότητα εις βάρος της), βρίσκεται περισσότερο ακάλυπτη από πρώτα. Έχει πλέον διαρρήξει κάθε σχέση με τη Ρωσία χωρίς να αποκομίσει κανένα κέρδος, ενώ η Τουρκία έχει αναβαθμίσει τον ρόλο της σε διεθνή παίκτη και περιφερειακό αφεντικό.
Εκ του αποτελέσματος, οι βασικές εκτιμήσεις της Δύσης για τον πόλεμο ήταν λανθασμένες. Όλη η στρατηγική της βασίστηκε σε υπολογισμούς που αποδείχτηκαν ψευδαισθήσεις. Τα λεφτά της Ε.Ε. για την Ουκρανία στέγνωσαν πλέον και, αντί να καταστεί η Ρωσία παρίας στη διεθνή σκηνή, το ρήγμα επήλθε τελικώς στις σχέσεις μεταξύ Ε.Ε. – ΗΠΑ.
Η στάση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν ένα παλαβό εκκρεμές που μετακινήθηκε από το ένα άκρο στο άλλο, χωρίς να διασφαλίσει ποτέ τα απαραίτητα ανταλλάγματα. Από την κήρυξη πολέμου στη Ρωσία, που σάλπισαν Κυριάκος – Ντόρα, φτάσαμε τώρα στη δήλωση-τούμπα της Μπακογιάννη ότι «στο μέλλον η Ρωσία θα έχει ρόλο στην ασφάλεια της Ευρώπης».
Οι ψευδαισθήσεις που διέλυσε ο ρωσοουκρανικός πόλεμος είναι πέντε. Συγκεκριμένα:
ΠΡΩΤΗ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ
Οι οικονομικές κυρώσεις αρκούν για να κρίνουν τον πόλεμο και να καταρρεύσει η οικονομία μιας μεγάλης χώρας: Η Δύση θεωρούσε ότι οι οικονομικές κυρώσεις από μόνες τους ήταν ικανές να καθορίσουν το αποτέλεσμα της σύγκρουσης. Σαν «έξτρα μπόνους» θα γονάτιζαν τελείως και την οικονομία της Ρωσίας.
Παρά τη βεβαιότητα για το αποτέλεσμα, όμως, η ρωσική οικονομία επιβίωσε με επιτυχία τέσσερα χρόνια αυστηρών κυρώσεων από τις ΗΠΑ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα μέλη του μπλοκ G7.
Οι κυρώσεις ήταν πρωτοφανείς και χτυπούσαν τη Μόσχα απ’ όλες τις πλευρές. Από το να κόψουν την κύρια πηγή ρωσικών εσόδων, δηλαδή τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, μέχρι να εμποδίσουν την ικανότητα της Ρωσίας να εμπορεύεται με τον έξω κόσμο. Η Ρωσία αποκόπηκε ως κι από τη χρήση του συστήματος SWIFT, το βασικό στήριγμα του παγκόσμιου δικτύου πληρωμών των τραπεζών. Όμως, η ανθεκτικότητα της ρωσικής οικονομίας σόκαρε τη Δύση. Έπειτα από μια σχετικά μικρή συρρίκνωση 1,3% στην αρχή του πολέμου το 2022, η ρωσική οικονομία σύντομα ανέκαμψε και άρχισε να καταγράφει ρυθμό ανάπτυξης 3,6% σε καθένα από τα επόμενα χρόνια. Οι εξαγωγές πετρελαίου εκτοξεύθηκαν. Επιπρόσθετα, η ανεργία στη χώρα έπεσε εξαιρετικά χαμηλά, μόλις 2%, επειδή η πολεμική μηχανή της Ρωσίας έχει απορροφήσει πολύ εργατικό δυναμικό.
Όπως φαίνεται, η Ρωσία κατάφερε να παρακάμψει όλα τα εμπόδια των κυρώσεων μέσω της χρήσης μεσαζόντων, «σκιωδών στόλων» και εναλλακτικών συστημάτων πληρωμών.
Το δυτικό μπλοκ επέβαλε κυρώσεις στις ενεργειακές εξαγωγές της Μόσχας, που αντιπροσώπευαν περίπου το 40% του ετήσιου κρατικού εισοδήματος. Το 90% των εισαγωγών πετρελαίου της Ε.Ε. από τη Ρωσία σταμάτησε λόγω του εμπάργκο. Για να αντισταθμίσει την απώλεια της ευρωπαϊκής αγοράς, η Μόσχα στράφηκε σε νέους αγοραστές, που δεν είναι ευθυγραμμισμένοι με τα καθεστώτα κυρώσεων της Δύσης, και στη χρήση του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» ώστε να μεταφέρει το πετρέλαιό της σε αγοραστές, όπως η Κίνα. Αυτός ο στόλος αποτελείται από παλιά καράβια χωρίς ασφάλιση και με ασαφή ιδιοκτησία. Υπολογίζεται σήμερα σε περίπου 1.400 πλοία. Για να συνεχίσει να εμπορεύεται ρωσικό πετρέλαιο σε τιμές αγοράς, η Μόσχα φέρεται ότι επένδυσε 10 δισεκατομμύρια δολάρια στην ανάπτυξη του «σκιώδους στόλου» της. Δημιούργησε έτσι μια εναλλακτική αγορά πετρελαίου, για το οποίο πληρώνεται σε γουάν, όχι σε δολάριο, εξέλιξη που ωφέλησε την Κίνα και έβλαψε τις ΗΠΑ, αφού πολλές χώρες παρακινήθηκαν να μεταφέρουν αποθέματα σε νομίσματα όπως το κινεζικό, ώστε να είναι λιγότερο ευάλωτες σε πιθανές κυρώσεις.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ
Η Ελλάδα μπορεί να μην απαιτεί ποτέ στήριξη στα εθνικά της δίκαια
Η Αθήνα έπραξε ολόσωστα καταδικάζοντας από την πρώτη μέρα τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η οποία δεν διαφέρει πολύ από την εισβολή και κατοχή της Κύπρου. Από εκεί και πέρα, όλες οι χώρες αντάλλαζαν παραχωρήσεις με «χάρες». Μέχρι και η Γερμανία θυσίασε τη φθηνή ρωσική ενέργεια με αντάλλαγμα τον επανεξοπλισμό της πολεμικής της μηχανής και τη γιγάντωση της οπλικής της βιομηχανίας, «εφιάλτης» που ο υπόλοιπος κόσμος έχει να φοβηθεί από τη δεκαετία του 1940.
Η ελληνική κυβέρνηση, όμως, θεώρησε ότι ακόμα και τη σπάνια, ιστορικά, στιγμή που η παγκόσμια τράπουλα ξαναμοιράζεται δεν έπρεπε να αξιώσει αναγνώριση των εθνικών της δικαίων προτού παραδώσει -δωρεάν- τα πάντα. Η αρχή έγινε με την κωμικοτραγική δήλωση του πρωθυπουργού τον Σεπτέμβριο του 2022 στο Bloomberg, όταν σε ερώτηση για την τουρκική επιθετικότητα, εκείνος δήλωσε: «Εμείς διεξάγουμε πόλεμο με τη Ρωσία». Κατάφερε, ταυτόχρονα, να ξεπλύνει την Τουρκία (αφού για τον Έλληνα πρωθυπουργό η Τουρκία έπαψε να είναι το πρόβλημα), να ακυρώσει την ως τότε πολυδιάστατη ελληνική διπλωματία (απαραίτητη για μια χώρα που απειλείται) και να αντικαταστήσει τον στρατηγικό σχεδιασμό με τον τυφλό φανατισμό.
Είχε προηγηθεί μια επικίνδυνα ερασιτεχνική τοποθέτηση της Ντόρας Μπακογιάννη, που, θέλοντας να πουλήσει εκδούλευση, δήλωσε: «Είμαστε μια χώρα που έχει συγκεκριμένη απειλή εξ ανατολών, μια χώρα που είναι σε πόλεμο με τη Ρωσία». Κατά την Μπακογιάννη, δηλαδή, η Τουρκία απλώς μας απειλεί, ενώ η Ρωσία μάς κάνει πόλεμο!
Ο πρωθυπουργός προσέφερε ολόκληρη την Ελλάδα στο πιάτο -από τα οπλικά συστήματα των απειλούμενων νησιών μέχρι τη χρήση της Αλεξανδρούπολης ως αμερικανικού κόμβου προς την Ουκρανία- χωρίς προηγουμένως να πάρει τα απαραίτητα ανταλλάγματα.
Αντίθετα η Τουρκία κινήθηκε βάσει του εθνικού της σχεδιασμού κι όχι σαν παρακολούθημα άλλων. Το αποτέλεσμα ήταν να πολλαπλασιάσει τη διπλωματική της ισχύ, τα οικονομικά της οφέλη, να «κανονικοποιήσει» τις εγκληματικές παραβιάσεις της διεθνούς νομιμότητας σε Κύπρο και Αιγαίο και να ετοιμάζεται να αρπάξει μεγάλο κομμάτι από τα ευρωπαϊκά λεφτά για πολεμικούς εξοπλισμούς, πάντα με την αβάντα του Μητσοτάκη.
Το Μαξίμου έκλεισε το παράθυρο της ευκαιρίας
Όσο η Ελλάδα καθιστούσε τον εαυτό της βουβό και «αόρατο» επέτρεπε στην Τουρκία να παγιωθεί ως ο περιφερειακός σερίφης. Την ίδια στιγμή η Άγκυρα πουλούσε ακριβά κάθε της κίνηση παίζοντας ταυτόχρονα με όλες τις πλευρές κι έτσι κατάφερε σήμερα να αποτελεί σημείο αναφοράς για ΗΠΑ, Ρωσία, Ε.Ε. και Ουκρανία.
Σήμερα η Ουκρανία πλησιάζει στη συνθηκολόγηση, αλλά η «σωστή πλευρά της Ιστορίας», κατά το αφήγημα Μητσοτάκη, μας στρίμωξε στην ολέθρια θέση να έχουμε ήδη δώσει κάθε πιθανή διευκόλυνση στους άλλους, ενώ το παράθυρο ευκαιρίας έκλεισε. Κανείς δεν μας έχει πλέον ανάγκη, άρα ουδείς έχει πια το κίνητρο να αναγνωρίσει τα εθνικά δίκαια της Ελλάδας.
Παρεμπιπτόντως, μόλις την περασμένη Πέμπτη η Τουρκία έβγαλε φιρμάνι πως οι δραστηριότητες της Ελλάδας στα ελληνικά χωρικά ύδατα στην Κρήτη είναι «παράνομες». Το πώς από τη «σωστή πλευρά της Ιστορίας» η κυβέρνηση Μητσοτάκη μάς παγίδευσε σε συνδιαχείριση του Αιγαίου αποτελεί ήττα και αυτοχειρία παγκόσμιων διαστάσεων.
ΤΡΙΤΗ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ
Η πρόβλεψη για την κατάρρευση Πούτιν
Η Δύση εμφανιζόταν σχεδόν βέβαιη ότι οι μέρες του Πούτιν ήταν μετρημένες. Θα τον ανέτρεπαν οι ολιγάρχες και η ρωσική ελίτ, έλεγε το σενάριο, επειδή θα πλήττονταν από τις δυτικές κυρώσεις. Παράλληλα, η πλειονότητα των Ρώσων θα ξεσηκωνόταν, λόγω της οικονομίας που θα στραγγαλιζόταν, και θα τον έδιωχναν. Οι Ρώσοι στρατιώτες θα λιποτακτούσαν.
Έγκυρα δυτικά ΜΜΕ δεν απέκλειαν ακόμα και σενάρια δολοφονίας του Ρώσου προέδρου. Ένας πρώην πρωθυπουργός της Ρωσίας, ο Μιχαήλ Κασιάνοφ, που μεσουρανούσε στην πρώτη προεδρία Πούτιν, αλλά αργότερα κυνηγήθηκε ως «ξένος πράκτορας», έδινε και χρονοδιάγραμμα για την κατάρρευση Πούτιν: «Σε τρεις ή τέσσερις μήνες θα υπάρξει μια κρίσιμη αλλαγή» δήλωνε το 2022 μετά την εισβολή.
Όταν τελικώς οι Ρώσοι δεν ανέτρεψαν τον πρόεδρό τους, άρχισαν να κυκλοφορούν «ειδήσεις» περί επικείμενου θανάτου του από σοβαρή ασθένεια. «Ήταν άρρωστος εδώ και πολύ καιρό. Είμαι σίγουρος ότι έχει καρκίνο. Θα πεθάνει πολύ σύντομα» δήλωνε ο Μπουντάνοφ, επικεφαλής της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών της Ουκρανίας. Προς το παρόν ο Πούτιν είναι ο μακροβιότερος ηγεμόνας της Ρωσίας από την εποχή των τσάρων. Οι Ρώσοι τού δίνουν τρέχον ποσοστό αποδοχής 86%, σύμφωνα με τις μετρήσεις δυτικών ινστιτούτων.
ΤΕΤΑΡΤΗ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ
Ο πόλεμος θα απομονώσει γεωπολιτικά τη Ρωσία
Δεν συνέβη ποτέ. Αντίθετα, «η Ρωσία αύξησε το παγκόσμιο αποτύπωμά της» λέει το αμερικανικό Ινστιτούτο Brookings. Στον υπόλοιπο πλανήτη, εκτός ΗΠΑ – Ε.Ε., οι λαοί αντιμετώπισαν τον πόλεμο ως απόδειξη της «υποκρισίας της Δύσης», που, όποτε τη συμφέρει, μια χαρά ανέχεται παρόμοιες συμπεριφορές και η ίδια χώνεται στα εσωτερικά άλλων κρατών.
Επιπλέον, χρησιμοποίησαν τον πόλεμο ως ευκαιρία να εξυπηρετήσουν πιο αποτελεσματικά τα συμφέροντά τους, αρνούμενες να πάρουν θέση κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.
Θυμίζουμε ότι αρχικά η εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου 2022 καταδικάστηκε διεθνώς από χώρες της Δύσης, ενώ τα Ηνωμένα Έθνη ενέκριναν διακήρυξη που καταδίκασε την επίθεση και ζητούσε από τη Ρωσία να αποχωρήσει από την Ουκρανία. Το Συμβούλιο της Ευρώπης απέβαλε τη Ρωσία και πολλές χώρες του δυτικού κόσμου ανακοίνωσαν οικονομικές κυρώσεις.
Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης γνωστοποίησε τη διεξαγωγή έρευνας για τέλεση εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας στην Ουκρανία από το 2013, καθώς και κατά τη διάρκεια της εισβολής το 2022.
ΠΕΜΠΤΗ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ
Η Δύση θα στηρίξει «για όσο χρειαστεί» τη σύγκρουση
Η Ουκρανία ήταν τελικά πολύ πιο σημαντική για τη Ρωσία παρά για τη Δύση κι αυτό έκρινε πολλά. Αρχικά ΗΠΑ – Ε.Ε. δεσμεύτηκαν ότι θα χρηματοδοτούν τον πόλεμο επ’ άπειρον μέχρι την τελική νίκη της Ουκρανίας. Μόνο που προτού ολοκληρωθεί η θητεία Μπάιντεν η Αμερική είχε ήδη φορτώσει τον λογαριασμό στην Ευρώπη κι άρχιζε να στρώνει το έδαφος για συνθηκολόγηση, έχοντας εξασφαλίσει τα κέρδη για τις πολεμικές βιομηχανίες της.
Μετά τις αμερικανικές εκλογές ο πρόεδρος Τραμπ σταμάτησε τελείως τη στήριξη. Αναγνώρισε ως και τη ρωσική θέση ότι η Δύση είχε πράγματι δεσμευτεί από το 1990 πως η Ουκρανία δεν θα μπει ποτέ στο ΝΑΤΟ, αναβίωσε τις επαφές ΗΠΑ – Ρωσίας και κάλεσε τον Ζελένσκι να παραδώσει εδάφη στη Μόσχα. Το ειρηνευτικό σχέδιο «28 σημείων» των ΗΠΑ – Ρωσία προβλέπει άρση των κυρώσεων που επεβλήθησαν στη Μόσχα από την Ε.Ε. και επιστροφή της ως μέλος της G8.
Όπως η Ε.Ε. σύρθηκε στη χρηματοδότηση του πολέμου, έτσι τώρα πρέπει να βρει νέο αφήγημα για τη στάση της στην ειρήνη, όποτε αυτή έρθει. Έκανε τα πάντα για να καλοπιάσει τον Αμερικανό πρόεδρο, μέχρι και τον Ρούτε να αποκαλεί τον Τραμπ «daddy» παρακολουθούσε ταπεινωτικά, αλλά οι ΗΠΑ αποσύρουν τις εγγυήσεις ασφαλείας και της γυρνούν την πλάτη. Χρησιμοποίησαν την Ουκρανία σαν εργαλείο για να αποδυναμώσουν τη Ρωσία, έστειλαν τον λογαριασμό στην Ευρώπη, κράτησαν τα κέρδη και τώρα αποτραβιούνται. Η Ε.Ε. στέγνωσε από λεφτά για τη χρηματοδότηση του πολέμου και συνειδητοποιεί ότι ήρθε η ώρα να ξαναστρίψει το καράβι, αυτή τη φορά υπέρ μιας κανονικότητας με τη Μόσχα.
Η Ντόρα Μπακογιάννη έπαιξε τον ρόλο του ανεμοδείκτη και σε αυτή τη νέα αλλαγή στάσης. Από εκεί που είχε κηρύξει τον πόλεμο Ελλάδας – Ρωσίας, απεφάνθη πριν από λίγες μέρες ότι «Η Ευρώπη πρέπει να συζητήσει με τη Ρωσία»: «Στο περιβάλλον ασφάλειας της Ευρώπης στο μέλλον η Ρωσία θα έχει ρόλο. Σημασία όμως έχει το ποια Ρωσία και ποιο ρόλο… Πρέπει απέναντί της η Ρωσία να βρει μια ενωμένη Ευρώπη, που πάντως να συζητά με τη Μόσχα. Ο διάλογος δεν είναι υποχώρηση».
Όπως βιάστηκε να κηρύξει πρώτη τον πόλεμο στη Ρωσία η κυβέρνηση Μητσοτάκη, έτσι βιάζεται σήμερα να την υποδεχτεί στην κανονικότητα. Και στις δύο περιπτώσεις λειτουργώντας προφανώς σαν μαριονέτα.