Του Ανδρέα Καψαμπέλη
«Στοχεύει σε αποχή του κόσμου από τις κάλπες, ελπίζοντας πως έτσι -με ένα πλασματικό ποσοστό- θα του επιτραπεί να διαπραγματευτεί το προσωπικό του μέλλον». Αυτή η αποστροφή του πρώην πρωθυπουργού Αντ. Σαμαρά, αναφορικά με τον Κ. Μητσοτάκη, κατά την προχθεσινή συνέντευξή του στο Best TV της Καλαμάτας επαναφέρει στην επιφάνεια ένα θέμα που είναι πολύ πιθανό να αποδειχθεί βασικό, εάν όχι και καθοριστικό, εν όψει των επόμενων εκλογών.
Μπορεί οι δημοσκοπήσεις να καταγράφουν ποσοστά, μικρότερα ή μεγαλύτερα, αλλά αυτό που -όπως αναγνωρίζουν και οι εκλογικοί αναλυτές- δυσκολεύονται ή και αδυνατούν να «πιάσουν» είναι τον βαθμό της συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία. Άλλωστε είναι γνωστό ότι για να βγει ακόμη και αυτό το απαιτούμενο δείγμα των μετρήσεων υπάρχουν και εκείνοι, συχνά διπλάσιοι και τριπλάσιοι, που αρνούνται να «συμμετάσχουν» και δεν απαντούν.
Πέρα από τα ποσοστά, λοιπόν, υπάρχουν οι απόλυτοι αριθμοί, οι οποίοι μπορούν να εξηγήσουν καλύτερα τη σημασία της αποχής (και αντίστοιχα της συμμετοχής) για το τελικό αποτέλεσμα της κάλπης. Και για το πώς, όντως, ο κ. Μητσοτάκης αναζητά εκεί τη σανίδα της σωτηρίας του.
Ήδη στις ευρωεκλογές του 2024 σημειώθηκε ρεκόρ αποχής και στις κάλπες προσήλθαν μόλις 4.000.000 ψηφοφόροι, σχεδόν 1.200.000 λιγότεροι από τις εθνικές εκλογές του Ιουνίου του 2023 και 2.000.000 λιγότεροι από τον Μάιο της ίδιας χρονιάς. Μέσα σε περίπου έναν χρόνο, δηλαδή, δεν πήγε να ψηφίσει ένας στους τρεις Έλληνες πολίτες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η Ν.Δ., αν και έχασε -από τον Μάιο του 2023 έως τον Ιούνιο του 2024- σχεδόν 1.300.000 ψηφοφόρους και πήρε σε απόλυτους αριθμούς 1.125.510 ψήφους, κατάφερε να κρατήσει λόγω της υψηλής αποχής το ποσοστό της στο 28,31%.
Τόσο χαμηλά, σε απόλυτους αριθμούς πάντοτε, δεν είχε βρεθεί η Ν.Δ. ποτέ άλλοτε. Ούτε και στις εκλογές του Μαΐου του 2012, όταν το ποσοστό της, λόγω των γνωστών συνθηκών, είχε υποχωρήσει στο 18,85%.
Τι σημαίνει πρακτικά αυτό με ορίζοντα την επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση; Αν, για παράδειγμα, έχοντας αγγίξει τον σκληρό πυρήνα της «γαλάζιας» εκλογικής βάσης, ο κ. Μητσοτάκης κινηθεί ακόμα και στα όρια του 1.000.000 ψήφων και η γενική συμμετοχή δεν αυξηθεί, η Ν.Δ. θα έχει καταγράψει ποσοστό της τάξης του 25%. Και με το σχετικό μπόνους του εκλογικού νόμου, στη νέα Βουλή θα έχει περί τις 100 έδρες.
Κάπως έτσι ορίζεται και το «πλασματικό» ποσοστό για το οποίο μίλησε ο πρώην πρωθυπουργός. Κατ’ αναλογίαν, εάν αυξηθεί η συμμετοχή π.χ. στα 5.000.000, το ποσοστό της Ν.Δ. -με τις ίδιες ψήφους- θα πέσει αυτόματα στο 20%. Γι’ αυτό και εν τέλει η ύστατη γραμμή σωτηρίας του κ. Μητσοτάκη θα είναι «εάν πρόκειται να με καταψηφίσετε, προτιμήστε τουλάχιστον την αποχή».