Διπλός εφιάλτης Βενιζέλου για τον Μητσοτάκη. Οι επαφές στο παρασκήνιο και η «σφήνα» στο αντισυστημικό ρεύμα της Καρυστιανού
Από τον Ανδρέα Καψαμπέλη
Η δημόσια συζήτηση που άνοιξε μαζί με τις αντιπαραθέσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος και ειδικότερα του άρθρου 86 για την ευθύνη των υπουργών δεν είναι καθόλου θεωρητική, όπως δείχνει εκ πρώτης όψεως. Συνδέεται άμεσα με τις πολιτικές εξελίξεις, τις διεργασίες για την επόμενη μέρα και την κυβέρνηση που θα προκύψει εν μέσω ρευστότητας και αβεβαιότητας.
Την ώρα μάλιστα που στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας το αίτημα να μπει τέλος στην ατιμωρησία λαμβάνει σχεδόν καθολικές διαστάσεις, ήρθε να βάλει φωτιά σε αυτή τη συζήτηση με απανωτές παρεμβάσεις του ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος εξελίσσεται σε εφιάλτη και μάλιστα διπλό για το Μέγαρο Μαξίμου.
Από την πλευρά του ο Κ. Μητσοτάκης, κατά την κήρυξη της έναρξης των διαδικασιών για τη συνταγματική αναθεώρηση τις προηγούμενες εβδομάδες, υπήρξε μεν αόριστος για τις περισσότερες από τις αλλαγές που θα προτείνει, αλλά φρόντισε να είναι πιο συγκεκριμένος όσον αφορά το άρθρο 86, το οποίο αποκτά κομβικό ρόλο στην όλη διαδικασία.
Κατά τις προθέσεις του λοιπόν, οι οποίες αποτυπώνονται στην πρόταση που σχεδιάζει να καταθέσει η Ν.Δ., η παραπομπή των μελών της κυβέρνησης -πρωθυπουργός και υπουργοί- θα εξακολουθήσει να περνά από τη Βουλή, η οποία θα αποφασίζει εάν θα ασκηθεί ή όχι δίωξη σε βάρος τους, ανεξάρτητα από την αφαίρεση της αποσβεστικής προθεσμίας και την κατάργηση της σύντομης παραγραφής που ίσχυε με το προηγούμενο καθεστώς.
Αυτό, καταρχάς, ενώ ακούγεται ως πρόοδος, στην πραγματικότητα υποκρύπτει τη μεθόδευση για παρεμπόδιση της εξομοίωσης των πολιτικών προσώπων με τα φυσικά ως προς την απόδοση δικαιοσύνης. Και με την ελπίδα ότι θα έχει, αν μη τι άλλο, ρυθμιστικό ρόλο στην επόμενη Βουλή, ο κ. Μητσοτάκης πιστεύει ότι -διά της συμμετοχής στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία- θα μπλοκάρει τις πιθανές διώξεις σε βάρος μελών της κυβέρνησης και, επομένως, στην πράξη θα έχει «καεί» η όποια αλλαγή του άρθρου 86.
Αυτός είναι και ένας επιπλέον, μύχιος, λόγος που ο κ. Μητσοτάκης επιμένει από τώρα και πάση θυσία να γίνουν άμεσα επαναληπτικές εκλογές, όχι γιατί μπορεί ρεαλιστικά να κατακτήσει πάλι την αυτοδυναμία, αλλά, πρώτον, για να κρατηθεί εκβιαστικά επικεφαλής της Ν.Δ. και να μην μπορέσει να γίνει αλλαγή ηγεσίας στο ενδιάμεσο και, δεύτερον, για να ενισχύσει τον αριθμό των βουλευτών που θα του επιτρέψουν να κάνει τα παζάρια του.
Αλλωστε, ως προς το πρώτο στάδιο της «γαλάζιας» διακυβέρνησης, για να εξασφαλίσει την ατιμωρησία, φρόντισε να καθυστερήσει υπέρμετρα την ψήφιση του εφαρμοστικού νόμου για την κατάργηση της παραγραφής του άρθρου 86, με αποτέλεσμα ό,τι σκανδαλώδες έχει συμβεί μέχρι τις εκλογές του 2023 να τίθεται τουλάχιστον από ερμηνευτικής πλευράς ως παραγεγραμμένο.
Τον εφησυχασμό αυτό ήρθε να διαταράξει ο Ευ. Βενιζέλος, για τον οποίο ακόμη και άσπονδοι εχθροί τού αναγνωρίζουν ότι παίζει τα συνταγματικά θέματα στα δάχτυλα. Φαίνεται λοιπόν ότι ηγείται μιας ισχυρής και ενδεχομένως επικρατούσας σχολής στον νομικό και συνταγματικό κόσμο της χώρας, που θεωρεί ότι η ριζική αλλαγή του άρθρου 86 μπορεί να φέρει τα πάνω κάτω. Μάλιστα η πρώτη σχετική δημόσια δήλωση, την οποία έκανε κατά την έναρξη της εκδήλωσης «Οι προϋποθέσεις της αναθεώρησης του Συντάγματος» του Κύκλου Ιδεών, προκάλεσε σεισμό στους πολιτικούς κύκλους και ακόμη μεγαλύτερη αναταραχή πέριξ του Μαξίμου.
«Η κοινωνία αξιώνει, και ορθά, να αλλάξει ριζικά αυτή η διάταξη, γιατί πρέπει να ελεγχθούν στην επόμενη βουλευτική περίοδο πολύ συγκεκριμένες ευθύνες της παρούσας κυβέρνησης» είπε επί λέξει. Κι ενώ άρχισαν οι ερμηνείες και τα σενάρια για το «πού το πάει ο Βενιζέλος», μέσα σε λίγες ώρες έριξε και τη δεύτερη «βόμβα», μιλώντας στον Π. Τσίμα στο ραδιόφωνο του Σκάι, κάνοντας ευθέως λόγο για αναδρομικότητα, σε ό,τι αφορά την ευθύνη των υπουργών.
Ο διάλογος
Μπορεί να μην το εξειδίκευσε, αλλά, όπως εξηγείται, εάν το άρθρο 86 αναθεωρηθεί κατά τρόπο ώστε να μη χρειάζεται η μεσολάβηση της Βουλής για την άσκηση της δίωξης, αυτομάτως και τα περί παραγραφής θα θεωρηθούν πλέον αμιγώς δικονομικά, οπότε θα μπορούν να ελεγχθούν αναδρομικά και όλες οι εκκρεμείς υποθέσεις της σημερινής κυβέρνησης. Επιπλέον, στο πλαίσιο αυτό θεωρείται ότι θα υπερισχύσει για την κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας η συνταγματική πρόβλεψη του 2019 και έτσι η έναρξη της περιόδου ποινικού ελέγχου θα είναι από τότε και η δικαστική τσιμπίδα θα μπορεί να πιάσει όλα τα εμπλεκόμενα πολιτικά πρόσωπα της τελευταίας επταετίας.
Μάλιστα, ενώ υπό το κράτος του πανικού οι παροικούντες το Μαξίμου σπεύδουν να αποδώσουν στον Ευ. Βενιζέλο κίνητρα προσωπικής ιδιοτέλειας, αυτό που παραγνωρίζεται είναι ότι το αντισυστημικό ρεύμα που απλώνεται -και έκφραση του οποίου έχει αποτελέσει και η Μαρία Καρυστιανού- έχει ως βασικό αιτούμενο τη Δικαιοσύνη. Η ικανοποίηση και απορρόφηση αυτού του αιτήματος θεωρείται επομένως βασική προϋπόθεση για την ευστάθεια του συστήματος, η οποία έχει χαθεί εξαιτίας των επιλογών και των συνεχών συγκαλύψεων που επιχειρεί σε όλα τα ανοιχτά μέτωπα η σημερινή κυβέρνηση.
Μεθοδεύσεις από το Μαξίμου για να «καεί» η αλλαγή του άρθρου 86 και να γλιτώσουν οι επίορκοι
Στο πολιτικό πεδίο η εμμονή του κ. Μητσοτάκη για τις επαναληπτικές εκλογές -χωρίς να γίνει καν χρήση των διερευνητικών εντολών του άρθρου 37- είναι η ύστατη ελπίδα για να ξεφύγει από αυτή τη μέγκενη, η οποία τον απειλεί. Και μέσα σε αυτή τη σύγχυση εκτιμάται από ορισμένους σκληροπυρηνικούς στο Μαξίμου ότι ίσως αχρηστευθεί και εν τω συνόλω της η αναθεώρηση του Συντάγματος, επειδή θα μεσολαβήσει η λεγόμενη «Βουλή της μιας ημέρας». Αλλά κι αυτή η ερμηνεία δεν γίνεται να ευσταθεί, όπως εμπεριστατωμένα εξήγησε αυτές τις ημέρες ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Πρ. Παυλόπουλος, αναλύοντας το περιεχόμενο του άρθρου 110.
Κι αν μεν ο κ. Μητσοτάκης σχεδιάζει να μπλοκάρει τις εξελίξεις οδηγώντας σε νέες κάλπες, ήδη στο παρασκήνιο επανέρχονται και πιο έντονα οι διεργασίες με σκοπό να βρεθεί διέξοδος από τις πρώτες εκλογές. Γι’ αυτό στις επαφές που πυκνώνουν σε διάφορα επίπεδα στο παρασκήνιο, το σενάριο που τίθεται επί τάπητος αφορά τον σχηματισμό κυβέρνησης ειδικού σκοπού με όσο το δυνατόν ευρύτερη στήριξη από τα κόμματα της νέας Βουλής και με συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα. Μια τέτοια κυβέρνηση καταρχάς θα σιγουρέψει την ολοκλήρωση της συνταγματικής αναθεώρησης που συμφωνούν πολλοί ότι είναι απαραίτητη.
Επίσης, εκτός από την αποστολή της να δρομολογήσει τις διαδικασίες -μέσω και της αναθεώρησης- για διερεύνηση όλων των εκκρεμών υποθέσεων σκανδάλων, υποστηρίζεται ως αναγκαιότητα εν όψει και της ανάληψης της κρίσιμης προεδρίας της Ε.Ε. από τη χώρα μας το δεύτερο εξάμηνο του 2027 και της προετοιμασίας που απαιτείται. Ο ρόλος που θα παίξουν τα σημερινά κόμματα της αντιπολίτευσης προς αυτή την κατεύθυνση θεωρείται σημαντικός, καθώς, εάν συμπράξουν με τη Ν.Δ. στην αναθεώρηση του άρθρου 86, όπως τη σχεδιάζει, τότε στην επόμενη Βουλή θα είναι εύκολος, με απλή πλειοψηφία, ο ενταφιασμός των προσδοκιών να σταματήσει η ατιμωρησία για τους πολιτικούς.
Αντιθέτως, εάν μείνει ανοιχτό το περιεχόμενο της οριστικής ρύθμισης με 180 ψήφους μετά τις εκλογές, θα ανοίξει ο δρόμος για να διερευνηθούν και όλα τα έως σήμερα «γαλάζια» σκάνδαλα. Εάν μάλιστα στις αμέσως επόμενες κάλπες η Ν.Δ. παραμείνει κάτω από το 25% και με λιγότερους από 80 βουλευτές, δεν θα μπορεί να επηρεάσει τους μετέπειτα συσχετισμούς, αλλά κατά πάσα πιθανότητα δεν θα απαιτείται η συμμετοχή της ούτε για τον σχηματισμό της κυβέρνησης ειδικού σκοπού, που θα έχει αυτές τις συγκεκριμένες και προσδιορισμένες προτεραιότητες.