Του Νικήτα Χιωτίνη
Οι συζητήσεις τον τελευταίο καιρό, επικεντρώνονται στην αναγγελθείσα αναθεώρηση του Συντάγματος της χώρας μας. Δεν διαφωνούμε με την ανάγκη κάποια άρθρα του να αναθεωρηθούν. Πρωτίστως όμως, ας εφαρμόσουμε αυτό που έχουμε. Γιατί καταστρατηγείται συστηματικώς και ανερυθριάστως, ιδίως τα άρθρα που περιγράφουν και ορίζουν τον τρόπο λειτουργίας του πολιτεύματός μας. Αναφερόμαστε στα άρθρα που επιτάσσουν τη Διάκριση των Εξουσιών, όσο και σε αυτά που επεξηγούν το ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας. Εδώ και πολλές δεκαετίες είμαστε μάρτυρες συνταγματικής εκτροπής και αλλοίωση του πολιτεύματός μας. Αυτή μάλιστα η συνταγματική εκτροπή γίνεται ευχαρίστως αποδεκτή από όλα τα κόμματα της δήθεν Βουλής.
Τα σημερινά πολιτεύματα της Δύσεως επιδιώκουν να μας επαναφέρουν την Πολιτική, όπως αυτή εισήχθη από τους Έλληνες. Η ιστορία των θεωριών για τον τρόπο οργάνωσης και διακυβέρνησης των κοινωνιών, κατά τους τελευταίους αιώνες, είναι μια συνεχής επιδίωξη αναγέννησης της Πολιτικής, αυτής που θεωρεί τις κοινωνίες ως αποτελούμενες από Πολίτες. Από Πολίτες που συμμετέχουν στα κοινά της Πόλεώς τους, ως συνδεδεμένοι αδιαιρέτως με αυτήν και που ολοκληρώνονται μέσω αυτής.
Στην εποχή του Περικλή, όπου ολοκληρώθηκε η Ελληνική πολιτική πρόταση, οι Αθηναίοι θεωρούσαν ως αχρήστους τους μη ασχολούμενους με τα κοινά, «τὸν μὴ μετέχοντα τῶν κοινῶν οὐκ ἀπράγμονα ἀλλ᾽ ἀχρεῖον νομίζομεν». Στην εποχή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, στην Αθήνα, επί συνόλου πληθυσμού περίπου 300000 ατόμων, υπήρχαν 500 αντιπροσώποι των πολιτών που αναδεικνύοντο με κλήρωση. Αυτοί ήλεγχαν τις διοικητικές αποφάσεις και προετοίμαζαν τα θέματα της Εκκλησίας του Δήμου. Η Εκκλησία του Δήμου, όπου «τις αγορεύειν βούλεται», απεφάσιζε για τα πάντα.
Έκτοτε όμως αυτή η Δημοκρατία άρχισε να διολισθαίνει προς τις προ-Πολιτικές περιόδους την ανθρωπότητος. Η Ελληνιστική περίοδος οδήγησε στην αυτοκρατορία της Ρώμης και από εκεί φτάσαμε στη φεουδαρχία. Μόνο από τον 18ο αιώνα άρχισαν να γίνονται προσπάθειες επαναφοράς της, από τους Γάλλους Διαφωτιστές. Προφανώς οι συνθήκες δεν επέτρεπαν -και δεν επιτρέπουν- την αναζήτηση μια άμεσης δημο-κρατίας, όμοιας με αυτή των Αθηναίων. Έτσι, επεδίωξαν την προώθηση μιας δημοκρατικότερης αντιπροσώπευσης των λαών, η οποία αντιπροσώπευση είχε ήδη εγκαθιδρυθεί στην Αγγλία, μετά τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων -Bill of Rights- τον 17ο αιώνα. Στόχος υπήρξε ο περιορισμός της μοναρχικής εξουσίας. Προς τούτο πρότειναν τη διάκριση των Εξουσιών σε Νομοθετική, Εκτελεστική και Δικαστική. Ο λαός θα συμμετέχει στις νομοθετήσεις διά των αντιπροσώπων του, που θα είναι τα μέλη της Νομοθετικής Εξουσίας, ενώ οι άλλες δύο εξουσίες θα είναι ανεξάρτητες. Με τον τρόπο αυτόν το όλο πολιτικό σύστημα θα διαχέεται, κατά το δυνατόν, στις κοινωνίες. Έκτοτε, σε όλα τα Συντάγματα των Δυτικών κρατών, αυτή η διάκριση των εξουσιών προβλέπεται είτε αμέσως και ρητώς, είτε εμμέσως. Στο δικό μας Σύνταγμα προβλέπεται ρητώς, ουδόλως όμως εφαρμόζεται. Διανύουμε μακράν περίοδο συνταγματικής εκτροπής, άλλως επιστροφής μας σε προπολιτικές καταστάσεις.
Βουλή, ως τόπος ελευθέρων συζητήσεων και διαβουλεύσεων, μεταξύ βουλευτών , δηλαδή «βουλευομένων» αντιπροσώπων μας, δεν υφίσταται. Οι βουλευτές πράττουν ασυζητητί και αμελλητί, ότι τους πει ο αρχηγός τους -ή η «γραμμή του κόμματος», με ασαφή την προέλευσή της- κατά κανόνα επί ποινή διαγραφής τους. Μάλιστα, προς ενίσχυση αυτής της «αβουλίας των βουλευομένων», έχει παρερμηνευτεί και η «αρχή της δεδηλωμένης» Αυτή όμως δεν αφορά στις διαφωνίες που θα προκύψουν κατά την ψήφιση ενός νομοσχεδίου, μεταξύ βουλευτών του ιδίου κόμματος, δεν πέφτει έτσι η κυβέρνηση. Η «δεδηλωμένη» εφαρμόζεται μόνο για την ανάδειξη του κόμματος και του πολιτικού αρχηγού που θα κυβερνήσει και θα εφαρμοστεί ξανά μόνο στην περίπτωση «προτάσεως δυσπιστίας» (όχι προτάσεως μομφής). Τελικώς λοιπόν, οι όποιες δήθεν συζητήσεις, που δεν είναι συν-ζητήσεις, που διεξάγονται στη (δήθεν) Βουλή, δεν είναι παρά μονόλογοι, προς αναζήτηση τηλεοπτικής παρουσίας και άγρα ψήφων. Οι βουλευτές λειτουργούν αποκλειστικώς ως ψηφοθηρικά όργανα, είτε εντυπωσιάζοντας το κοινό τους, είτε μεσολαβώντας για ρουσφέτια, προς αύξηση των ψήφων των κομμάτων τους.
Οι δύο άλλες δήθεν διακριτές Εξουσίες, κατ’ ουσίαν στη (δήθεν) Βουλή υπάγονται. Οι βουλευτές γίνονται υπουργοί, δηλαδή ως μέλη της Νομοθετικής Εξουσίας τίθενται επί κεφαλής οργάνων της Εκτελεστικής Εξουσίας. Παλαιότερα, αρκετοί έμπειροι πολιτικοί αντιδρούσαν σε αυτήν την αντισυνταγματική πρακτική, π.χ. ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης, με σχετικά άρθρα του στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ και στο ΒΗΜΑ. Μάλιστα, η πρόταση μη υπουργοποιήσεως βουλευτών και ότι αν αυτό συνέβαινε ο υπουργός θα παραιτείτο από βουλευτής και δεν θα είχε δικαίωμα να συμμετάσχει στις αμέσως επόμενες βουλευτικές εκλογές, είχε υιοθετηθεί από το συνέδριο αρχών και θέσεων της ΝΔ το 2000. Ξεχάστηκε όμως. Δεν λέμε η λειτουργία των υπουργείων να μην ελέγχεται από το εκάστοτε πλειοψηφούν κόμμα. Να ελέγχεται, ο υπουργός να λαμβάνει γενικές κατευθύνσεις και να ελέγχεται από το κυβερνών κόμμα, αλλά τα υπουργεία να μην υποκαθίστανται από τον εκάστοτε βουλευτή-υπουργό, συχνά απολύτως άσχετο με το υπουργείο που αναλαμβάνει. Σήμερα οι περισσότεροι βουλευτές αναλαμβάνουν, εκ περιτροπής, κάποιο υπουργείο, θεωρούμενοι ειδικοί επί παντός. Ο εκάστοτε Υπουργός, με το πλήθος των συμβούλων που φέρει μαζί του, κατ’ ουσίαν αντικαθιστά τους δημοσίους υπαλλήλους, τους εξειδικευμένους με το αντικείμενό τους, μετατρέποντάς τους σε διεκπεραιωτές των αποφάσεών του. Έτσι διαλύεται η Δημόσια Διοίκηση: η όποια καταγγελλόμενη αργομισθία ή ανικανότητα των εξειδικευμένων δημοσίων υπαλλήλων, προκύπτει από τον ευνουχισμό τους από τους εκάστοτε Υπουργούς, που τους απαγορεύουν να έχουν λόγο και άποψη. Π.χ. δεν πιστεύουμε πως δεν έχουμε ακόμη συντάξει Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό επειδή οι υπάλληλοι του αρμοδίου υπουργείου είναι άβουλοι και ανεπαρκείς. Αλλά και οι επικεφαλής όλων των Δημοσίων Οργανισμών, διορισμένοι από την κυβέρνηση είναι. Άλλωστε το πελατειακό σύστημα διορίζει ακόμα και τους θυρωρούς των δημοσίων υπηρεσιών, αυτό διόρισε και τον ανεπαρκή σταθμάρχη των Τεμπών, που έβαλε τα δύο τραίνα να κινούνται αντιθέτως στην ίδια σιδηροδρομική γραμμή Αυτό είναι το πρόβλημα της Δημοσίας Διοικήσεως. Όλα τα άλλα που συζητούνται είναι δευτερευούσης σημασίας.
Ομοίως και η Δικαστική Εξουσία ελέγχεται από τη Νομοθετική. Η Βουλή είναι αυτή που επιλέγει τους επικεφαλής της. Σκεφτείτε τι θα προέκυπτε αν η Δικαστική Εξουσία ήταν πραγματικά ανεξάρτητη και ανεπηρέαστη. Στις ΗΠΑ έστειλαν τον Πρόεδρό τους στα δικαστήρια επειδή είχε ερωμένη, καταχρώμενος της εξουσίας του ή γιατί τούτο θεωρήθηκε ανήθικο. Στη Γαλλία έστειλαν στη φυλακή πρώην Πρόεδρό τους. Όποιος συλληφθεί να χρηματίζεται δικάζεται όπως όλοι οι άλλοι πολίτες. Εδώ γιατί η Βουλή προτάσσει επιλεκτικώς την «βουλευτική ασυλία», την οποίαν μάλιστα επεκτείνει και προς όσους άλλους θέλει να προστατεύσει ; Παλαιός Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε διατυπώσει γλαφυρώς και με πάσα ειλικρίνεια, την επικρατούσα φαυλότητα: «τον πρωθυπουργό δεν τον στέλνεις στο δικαστήριο, τον στέλνεις σπίτι του».
Τέλος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δείχνει να αγνοεί τι επιτάσσει το Σύνταγμα προς αυτόν. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο και τελετάρχης. Ο ρόλος του είναι κρισιμότατος. Το άρθρο 30 του Συντάγματος τον ορίζει ως τον «ρυθμιστή του Πολιτεύματος», δηλαδή εγγυητή και προστάτη του Συντάγματος της χώρας και του πολιτεύματός της. Εγγυώμαι και προστατεύω το πολίτευμα όμως, σημαίνει πως όποτε διαπιστώσω πως η πολιτική πρακτική παρεκκλίνει του Συντάγματος, οφείλω να παρέμβω. Δεν απαιτείται άλλη διευκρίνηση στο γράμμα του Συντάγματος. Από το Σύνταγμα προβλέπεται και πως «O Πρόεδρος της Δημοκρατίας συγκαλεί τη Bουλή τακτικά μία φορά κάθε χρόνο, και εκτάκτως κάθε φορά που το κρίνει εύλογο»( άρθρο 40). Πόσες φορές όμως έγινε κάτι τέτοιο και για ποιο λόγο ; Να θεωρήσουμε πως οι μέχρι τώρα Πρόεδροι μας έχουν εμμέσως διαβεβαιώσει πως το Σύνταγμα εφαρμόζεται πιστώς και απαρεγκλίτως ;
Τελικώς, δεν επείγει τόσο η αναθεώρηση του Συντάγματος, όσο επείγει η εφαρμογή του. Είχε δίκιο ο Ροΐδης που έλεγε πως «Ἕνας νόμος χρειάζεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁ νόμος ὅστις θέλει ἐπιβάλει τὴν τήρησιν τῶν νόμων.»