Του Κώστα Πρώιμου
Μέρα που είναι σήμερα η… γιορτή του έρωτα, (τάχα μου) λες και γνωρίζουν τα περισσότερα «χθεσινά» και «συναισθηματικά παράλυτα» όντα ανεξαρτήτως φύλου ή ηλικίας την πολυδιάστατη υπόσταση και τη βαθύτερη έννοιά του. Ας είναι όμως, εμείς θα την ξεσκονίσουμε την ερμηνεία του πάντα εκ του ασφαλούς (καθώς με τη φωτιά δεν παίζεις) και θα τη διαπεράσουμε κάτω από τη χρυσόσκονη και μέσα από τις δισεκατομμύρια καρδούλες, υπό μια κυνική οπτική προς χάριν μιας προκλητικότατης προσπάθειας απομυθοποίησης.
Για να ξεβολέψουμε τους απανταχού «αλλού για αλλού» αρκεί να γράψουμε εν συνεχεία ότι ο έρωτας καταρχάς είναι ο αγριότερος και ο πιο ύπουλος των πολέμων, καθώς μπορεί να σε αφήσει στον δρόμο άφραγκο με ένα αμήχανο χαμογελάκι, ενδέχεται να σου καταστρέψει μέχρι και την οικογένεια και συ αντί να θρηνείς να πανηγυρίζεις μεθυσμένος υπό την καταλυτική του επήρεια ενώ είναι σχεδόν βέβαιο στατιστικά ότι θα σε στείλει κάποια στιγμή και για μια διδακτική μετά περιηγήσεως βόλτα μέχρι την άβυσσο. Σε αυτή την ακραία αλλά διόλου απίθανη περίπτωση πραγματικά θα χρειαστείς ένα «κουβά αρχίδια» ώστε να επιστρέψεις από τα μαύρα της βάθη αλώβητος. Πολλοί άνθρωποι παραπλανημένοι συγχέουν τον έρωτα εσφαλμένα με την αγάπη αλλά θα αποδώσουμε ένα απλό και χαρακτηριστικό παράδειγμα, για να αντιληφθούμε την απόλυτή τους διαφορά. Ο έρωτας είναι σαν τη γάτα που πλησιάζει απειλητικά ένα πουλί. Όταν αυτός εμφανίζεται η αγάπη φεύγει κατατρομαγμένη, πετά μακριά… (Ψιλά γράμματα κυρίες και κύριοι…) Δεν μπορούν να συνυπάρξουν ταυτόχρονα ο διεκδικητικός και κατακτητικός έρωτας με την πραγματική αγάπη, απλούστατα διότι ο πρώτος είναι αλαζόνας, ενσαρκώνει ένα όμορφο βαμπίρ που το διακατέχει μια ακόρεστη δίψα συναισθημάτων και απαιτεί ουρλιάζοντας τον κόσμο όλο στα πόδια του, σε αντίθεση με την ανιδιοτελή αγάπη η οποία δεν ζητά, δεν μισεί, δεν διχάζει, δεν απογοητεύει, δεν αυτοπαραμυθιάζεται μήτε παραμυθιάζει και στην τελική διατηρεί τον κόσμο στην αρμονία του, δεν διεκδικεί τίποτα από κανέναν…
Σήμερα, έχουν την καθιερωμένη τιμητική τους οι αστραφτεροί πελάτες του υπέρλαμπρου συστήματος μαζικής κατανάλωσης και οι γκρούπηδες του ρηχού μουσικού στίχου – τύπου «δεν είμαι τίποτα αν δεν με αγαπήσεις και στα δυο σου χέρια αν δεν με κρατήσεις», ή το άλλο το γελοιωδέστερο «πίνω και μεθώ και για σένα τραγουδώ», κάτι εμετικά συνήθως ελαφρολαϊκά όπως κατατάσσονται στην καθομιλουμένη. Τραγουδάκια γραμμένα στο πόδι ταιριαστά σε «έρωτες του ποδαριού», ως επί το πλείστον για μαλθακούς και συναισθηματικά παράλυτους τύπους ανθρώπων της προσκολλήσεως μιας και έχουν «κολλήσει» στο μυαλό τους με την ωραία της γειτονιάς ή με τον μάτσο τύπο άνδρα, αυτόν τον «πετυχημένο» και από μόνο του φτιαγμένο. Ναι, σιγά, στο τέλος μυξοκλαίνε οι περισσότεροι σαν τα οκτάχρονα και βρίσκουν τη χαμένη κατανόηση και την άπλετη παρηγοριά στη μάνα τους. Ωστόσο, τα δύσκολα αρχίζουν στην περίπτωση που η τύπισσα εις πείσμαν το όποιο απορρέει εν μέρει και από τη γυναικεία ματαιοδοξία της δεν τον θέλει με τίποτα τον φουκαρά και γι’ αυτό οφείλει να μην κοιμάται ο έρημος πια τα βράδια και να σβήνει στο ουίσκι τα δικά της τα σημάδια σύμφωνα με το θρυλικό άσμα, προφανώς για να «τιμήσει» δεόντως τα απατηλά συναισθήματά του και κάτι τέτοιες σάχλες. Το συκωτάκι σου το ρώτησες φίλε μου που δεν το σβήνεις παρά το «ανάβεις» από τα μπουκάλια που κατεβάζεις κάθε βράδυ; Τα πνευμόνια σου από το ντουμάνι; Ξέρεις τι αναμονή έχει για μεταμόσχευση και πόσο κοστίζει φερειπείν ένα συκωτάκι; Λες και αυτά είναι τα σοβαρά προβλήματα της ζωής, αν θα δεήσει τελικά να σου «κάτσει» η μοιραία και η αναβαθμισμένη γυναικεία ή αντρική έκδοση του αξιακού σου μοντέλου… Θα μου πείτε όμως και πώς θα διατηρηθούν ρε αδερφέ γραφιά οι άληστες μνήμες ζωντανές και βαθιά χαραγμένες αν δεν τις ξύνουμε κάθε τρεις και λίγο σαν τις πληγές;
Αμ εκείνο, το «τιτανοκαψουροτεράστιο» που ανακοίνωνε και με την προσθήκη διεθνών όρων το αναπάντεχο για τον ανυποψίαστο φουκαρά αλλά νομοτελειακής φύσεως χουνέρι: «Μωρό μου σόρρυ», μα έχω βρει καλύτερο αγόρι». Αυτό το πολυδιάστατο και διαχρονικό τραγούδι της πρώην συναθλήτριάς μου Έλλης, εδώ που τα γράφουμε, θα μπορούσε να ικανοποιεί ακόμη και τις πιο σύγχρονες και απαιτητικές σεξουαλικό – κοινωνικές προτιμήσεις. Καλά ρε αδερφέ, χαμπάρι δεν πήρες τόσο καιρό; Έπρεπε να στο ανακοινώσει η μέχρι πρότινος καλή σου έτσι χύμα μια ωραία πρωία; Με τα τσαρούχια του έρωτα ρε αγόρι μου τυφλό κοιμόσουν; Δεν στο είχε ξεκαθαρίσει η μανούλα σου ότι μόνο για αυτήν είσαι ο μοναδικός άνδρας πάνω στη Γη; (Και πάλι παιζόταν.) Ε, τώρα το έμαθες για τα καλά!
Ας αφήσουμε όμως τα σεξιστικά και αιμομικτικής φύσεως υπονοούμενα και ας σταματήσουμε την καζούρα στους ηττημένους ή στους κερατάδες (όλοι μας έχουμε υπάρξει) και έστω και υπό μια καυστική χιουμοριστική οπτική ας προχωρήσουμε στο παρασύνθημα. Ο Νταλάρας για παράδειγμα, αν και παραμένει τεράστιος και θρυλικός ερμηνευτής διεθνούς ακτινοβολίας εντούτοις δεν «πουλά» μήτε πουλούσε σύμφωνα με τα ακραίας μορφής καταναλωτικά πρότυπα που επέβαλε το αχαλίνωτο καπιταλιστικό μοντέλο του τύπου «φάτε, πιείτε μέχρι να σκάσετε και αγοράστε μέχρι να χρεοκοπήσετε!». Δεν υπήρχε περίπτωση να εμφανιστεί στη μία το πρωί πάνω στην πίστα ο Γιώργος Νταλάρας σαν τους Μαζώ, τους Αργυρούς και τις Βανδήδες και να αρχίσουν να «φεύγουν» οι δεσμίδες με τα μαύρα διακοσάευρα ή πεντακοσάευρα και οι κρατικές επιδοτήσεις υπό τη μορφή χιλιάδων καλαθιών με λουλούδια. Δεν θα άδειαζαν τα μπουκάλια με το πανάκριβό ουίσκι ή τις σαμπάνιες στο λεπτό ωσάν να ήταν φιάλες με νεράκι και στο τραπέζι να κάθονταν οι απανταχού φραγκάτοι καψούρηδες με τις απαστράπτουσες καρακαλτάκες ως διψασμένοι ταξιδιώτες της ερήμου. Δεν «έφτιαχνε» τρελά, ούτε ξεσήκωνε στις τρεις το πρωί με σαχλά στιχάκια και σκηνική παρουσία ερωτευμένου σαλτιμπάγκου ο Νταλάρας τα επηρμένα από τη μέθη της καψούρας πλήθη. Δεν θα ήταν ο Νταλάρας σε αυτή την περίπτωση. Δηλαδή, για σταθείτε ρε παιδιά στο κάτω – κάτω: τι να έλεγε για να «σκοράρει» απόψε ο κάθε λιμοκοντοράκος στην ωραία και μοιραία που του είχε γυαλίσει; Εντάξει, τα τετριμμένα τα έχουν πει και τα έχουν ακούσει όλες: θα χωρίσω τη γυναίκα μου, πόσο τυχερός είμαι που μπήκες στη ζωή μου, χωρίς εσένα δεν ζω ούτε λεπτό, εν πάση περιπτώσει όλες τις γνωστές μπαρούφες της στιγμής και τα απαραίτητα ταξίματα που επί της ουσίας καθοδηγούνται από τις ορμές συγκεκαλυμμένες από δήθεν πρωτόγνωρα συναισθήματα, τυλιγμένα κι αυτά από τα λογής – λογής συμπλέγματα που κουβαλάει ο καθένας μας στο λογισμικό του. Ωστόσο, αν ο νεαρός τυπάκος πρότεινε στο ολόφρεσκο και διαλεχτό βασανάκι του το: πάμε απόψε στον Νταλάρα; Πέτρες θα του πετούσε η μαντάμ και με το δίκιο όλο δικό της, άλλωστε.
Ακόμη και οι παλαιότεροι διασκεδαστές της δεκαετίας του ’70 και ’80 του αντίστοιχου ελαφρολαϊκού είχαν μια σχετική στιβαρότητα ρε παιδί μου στη σκηνική τους παρουσία, στην ερμηνεία των τραγουδιών τους και ας ήταν οι πρώτοι που έβαλαν πλάτη στον υπερκαταναλωτισμό του έρωτα.
Πιστεύετε ότι αν δεν επικρατούσαν τα πάθη ή τα αρχέγονα ένστικτα πως θα είχε μείνει τίποτα όρθιο στην εμπορική πιάτσα; Πώς θα δούλευαν πυρετωδώς τα κοσμηματοπωλεία ή τα κυριλέ ρουχάδικα, τα λουλουδάδικα, τα αναρίθμητα hotels της ξεπέτας; Οι αυτοκινητοβιομηχανίες, η αγορά των ακινήτων κατά προτίμηση τα… διαμερισματάκια για άπορες κορασίδες και λοιπούς έξω από τις κοινωνικές νόρμες παράνομους δεσμούς… Πώς θα σε «αγαπούσε» η «καλή σου» αν δεν την έκανες βασίλισσα; Με τα κοσμήματά της, τα σινιέ ρουχαλάκια της, τις φιρμάτες τσαντούλες της, τα μπουζούκια της και τα χλιδάτα τριήμερά της. Τι να σου κάνει και ο Νταλάρας; Ο άνθρωπος είναι σπουδαίος ερμηνευτής όχι καραγκιοζάκος τροβαδούρος της πλάκας και της οικτρής πλάνης του ανδρός ή της γυναικός που, αμφότεροι σέρνονται στα πατώματα μόνο και μόνο για να ζήσουν λίγες ώρες ή μερικούς μήνες μέσα σε μια ψυχολογική ψευδαίσθηση. Με συναισθηματικά δεκανίκια μας ήθελαν και μας θέλουν να περπατάμε, δεν ήμασταν άξιοι σύμφωνα με το κοινωνικό μοντέλο και το σχετικό αφήγημα αν δεν στηριζόμασταν ψυχή τε και σώματι πάνω στον/στην, διπλανό/ή, «θεό/ά μας». Έτσι δεν ήταν και παραμένει στημένο το κόλπο; Να μη διαθέτουμε ίχνος προσωπικότητας και καμία αξιοπρέπεια και να πρέπει να τα «ακουμπάμε» συναισθηματικά, οικονομικά για το παραμικρό; Και αν δεν είχαμε τα τυπικά προσόντα τότε τα δανειζόμασταν -χωρίς δεύτερη σκέψη και παρακαλώ με σχετική ευκολία- αν θυμάστε μερικοί μερικοί… Ρε πόσα δάχτυλα έχουν σπάσει στα κουδούνια της απόγνωσης μέσα στα ξημερώματα λίγο πριν το γάμο με άλλον, ω, τι προσκλητήρια έχουν πέσει από τα χέρια, τσάμπα πήγαν τα θρυλικά βιολιά πέρσι σαν σήμερα στο περίφημο «Λάκατους» της Βουδαπέστης μωρέ;
Πάντως, να το βάλουμε καλά στο μυαλό μας, είναι πιθανότατο ότι θα επιχειρήσουν στο εγγύς μέλλον να εξαφανίσουν ακόμη και τα ηλεκτρονικά αρχεία όλων των μεγάλων του τελευταίου μισού αιώνα και βάλε. Καζαντζίδη, Νταλάρα, Χατζή, Βοσκόπουλου, Διονυσίου, Μαργαρίτη, Πουλόπουλου, Μαρινέλλας, Βιτάλη, Αλεξίου, Δήμου, και άλλων πολλών υψηλού επιπέδου ερμηνευτών. Αν και έκαστος στο είδος του, οι στίχοι τους είχαν κοινά γνωρίσματα δεδομένου πως ήταν ανθρώπινοι και υμνούσαν την αξιοπρέπεια που δικαιούνταν ακόμη και οι χαμένοι του ερωτικού παιχνιδιού ή της ζωής. Τους βολεύει κάποιους σκηνοθέτες του συστήματος χειραγώγησης πολύ, ώστε να χαθούν τα θρυλικά λαϊκά και μεγάλης ποιητικής έμπνευσης αριστουργήματα, για να ολοκληρώσουν το αριστοτεχνικά στημένο «εργάκι» τους. Ανθρώπους «καμένους» εγκεφαλικά και απόλυτα ελεγχόμενους σε όλες τους τις ψυχοσωματικές πτυχές και τις εκφάνσεις επιθυμούν στη δούλεψή τους. Να σιγοψιθυρίζουμε και να υμνούμε με ρηχούς στίχους την κατάντια μας, είτε αυτή είναι συναισθηματική, είτε πολιτική, είτε κοινωνική με ασυναρτησίες ψευδαισθήσεις και παντός τύπου αυταπάτες, περιφερόμενοι σαν τα ζόμπι πρωί, εγκλωβισμένοι και ζαλισμένοι σε μια περιστρεφόμενη πόρτα συναισθημάτων και κατώτερων ενστίκτων νυχθημερόν, πρόθυμοι να ακολουθήσουμε τις ακραίες και εξευτελιστικές προσταγές τους. Αυτό επιχειρούν με γοργούς ρυθμούς πλέον.
ΥΓ. Και για να μην σπεύσουν ταχέως οι θιγόμενοι να μας χαρακτηρίσουν και ως τίποτα απολυταρχικούς, στο φινάλε κυρίες και κύριοι… περί ορέξεως το μενού σήμερα δεν έχει τη συνηθισμένη κολοκυθόπιτα παρά καρδούλες, φρου-φρου και αρώματα….