Θολώνει η «βιτρίνα» των κερδών για τις συστημικές τράπεζες, όπως φάνηκε από τις χθεσινές ανακοινώσεις της Eurobank και της Πειραιώς για τα αποτελέσματα του 2025 και ενώ αναμένονται σήμερα η Εθνική και η Alpha Bank.
Η Eurobank ανακοίνωσε χθες τα υψηλότερα κέρδη του κλάδου, στα 1,36 δισ. Ευρώ, με τα μισά περίπου να προέρχονται από δραστηριότητες στο εξωτερικό, κυρίως Κύπρο και Βουλγαρία, ενώ σκοπεύει να μοιράσει στους στους μετόχους 717 εκατ. ευρώ (το 55% των κερδών).
Η Πειραιώς ανακοίνωσε κέρδη 1,07 δισ. ευρώ, με διανομή στους μετόχους 600 εκατ. ευρώ (το 55% των κερδών).
Η Alpha Bank αναμένεται να ανακοινώσει σήμερα κέρδη περίπου 900 εκατ. ευρω για το 2025, ενώ και Εθνική Τράπεζα ανακοινώνει αποτελέσματα πριν το άνοιγμα του ΧΑ.
Πίσω από τις βαρύγδουπες και αισιόδοξες ανακοινώσεις, τα νούμερα αποκαλύπτουν την πίεση η οποία διαρκώς μεγαλώνει, καθώς τα έσοδα από τόκους μειώθηκαν κατά 8,9% για την Πειραιώς όπου το μέσο επιτοκιακό περιθώριο μειώθηκε στο 2,2% απο 2,7%, ενώ για τη Eurobank το περιθώριο έπεσε στο 2,51% από 2,83%.
Η πτώση των επιτοκίων στην ευρωζώνη έχει συμπιέσει τα περιθώρια κέρδους των τραπεζών καθώς δυσκολεύονται να διατηρούν την τεράστια ψαλίδα επιτοκίων μεταξύ δανείων και καταθέσεων. Τα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου αναπροσαρμόζονται προς τα κάτω πιο γρήγορα απ’ ό,τι μειώνεται το κόστος καταθέσεων.
Επιπλέον οι τράπεζες έχασαν και την εύκολη λύση των υψηλότοκων ειδικών λογαριασμών της ΕΚΤ όπου «πάρκαραν» για ίδιον όφελος τα χρήματα των Ελλήνων καταθετών στους οποίους έδιναν και συνεχίζουν να δίνουν ψίχουλα για τόκους.
Επιπλέον, και οι δύο τράπεζες εκτόξευσαν τα λειτουργικά τους έξοδα, τα οποία αυξήθηκαν περισσότερο από τα έσοδα.
Το λειτουργικό κόστος στην Πειραιώς αυξήθηκε κατά 5,7% και ο δείκτης κόστους/εσόδων ανέβηκε στο 33% από 30%.
Στην Eurobank τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν 23,3% σε επίπεδο ομίλου μαζί με την Hellenic Bank της Κύπρου, που ανέβασε σημαντικά το κόστος, αλλά και χωρίς αυτήν η αύξηση ήταν 6% και η σχέση κόστους/εσόδων ανέβηκε στο 37,8%, από 32,1% το 2024.
Σημαντική ήταν η πίεση στα κεφάλαια της Πειραιώς από την εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής καθώς ο κρίσιμος δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας (CET1) κατέρρευσε πέφτοντας στο 12,7% από 14,4%.
Στην Eurobank, ο CET1 παρέμεινε σε πιο άνετα επίπεδα, στο 15,5% αλλά η ενοποίηση Hellenic Bank, CNP Cyprus Insurance και Eurolife απορρόφησε σημαντικό κεφάλαιο και δημιουργεί πιέσεις, με τη CNP μόνη να κοστίζει 0,20 ποσοστιαίας μονάδας σε CET1.
Ο δείκτης CET1 είναι ένα μαξιλάρι κεφαλαίων που έχουν οι τράπεζες για να απορροφήσουν, εάν χρειαστεί, ζημιές.
Στην περίπτωση των ελληνικών συστημικών τραπεζών περίπου τα μισά κεφάλαια ασφαλείας είναι λογιστικά, αφού αποτελούνται ται κατά 40-50% από «αναβαλλόμενη φορολογία» (DTC) και όχι πραγματικά κεφάλαια.
Η αναβαλλόμενη φορολογία είναι φορολογικές εκπτώσεις από μελλοντικά κέρδη που μετράνε ως κεφάλαιο αλλά πρέπει να αποσβένονται κάθε χρόνο.
Οι προκλητικές διανομές μερισμάτων τα τελευταία χρόνια από τις συστημικές τράπεζες οδήγησαν σε ταχύτερη απόσβεση της αναβαλλόμενης φορολογίας και η κατάσταση αυτή αρχίζει να φαίνεται και στους ισολογισμούς, καθώς τα εύκολα επιτοκιακά κέρδη τελείωσαν και η εμφάνιση κερδών και η διανομή μερισμάτων δεν είναι πια τόσο εύκολη υπόθεση.
Το ζήτημα της κεφαλαιακής επάρκειας θα έρθει εντονότερα στο προσκήνιο καθώς και οι 4 συστημικές τράπεζες, προκειμένου να αγοράσουν «έτοιμους» τζίρους και να στηρίξουν τα έσοδα τους που βρίσκονται υπό πίεση προαναγγέλλουν εξαγορές ασφαλιστικών, επενδυτικών και άλλων εταιρειών, που θα δημιουργήσουν κεφαλαιακή πίεση.
Στην περίπτωση της Eurobank, τα προσαρμοσμένα κέρδη που αφαιρούν έκτακτα στοιχεία και δίνουν μια πιο πραγματική εικόνα εμφάνισαν υποχώρηση (7,6% στο 9μηνο) δείχνοντας την πραγματική λειτουργική δυναμική.
Για την Eurobank η ανησυχία προέρχεται από την Κύπρο, όπου η Hellenic Bank στηρίζει μεν τα αποτελέσματα του ομίλου, αλλά το γεγονός ότι έχει πλεονάζουσα ρευστότητα την καθιστά πιο ευάλωτη στις μειώσεις επιτοκίων και αυτό μπορεί να φανεί στο άμεσο μέλλον.
Σύμφωνα με έκθεση της DBRS σε χώρες όπου κυριαρχούν τα δάνεια κυμαινομένου επιτοκίου, όπως η Ελλάδα, οι μειώσεις επιτοκίων χρειάζονται 6-12 μήνες για να φανούν πλήρως στους ισολογισμούς κι αυτό σημαίνει ότι ο πλήρης αντίκτυπος των 4 μειώσεων στα επιτόκια της ΕΚΤ το 2025 δεν έχει φανεί ακόμη.
Αυτό που κράτησε τα κέρδη σε υψηλά επίπεδα, παρά τη δομική πίεση στα έσοδα από τόκους, ήταν η εκρηκτική αύξηση των προμηθειών και τα κέρδη από αντιστάθμιση κινδύνου (hedging).
Στην Πειραιώς, τα καθαρά έσοδα προμηθειών εκτινάχθηκαν στα 696 εκατ. ευρω (+26% από το 2024), αντιπροσωπεύοντας το 26% των καθαρών εσόδων που είναι ο υψηλότερος δείκτης προμηθειών/ενεργητικού στην ελληνική αγορά. Η συμβολή της Εθνικής Ασφαλιστικής έγινε άμεσα αισθητή καθώς προσέφερε περίπου 10 εκατ. ευρώ σε προμήθειες μετά από μόλις ένα μήνα ενοποίησης.
Στην Eurobank, τα έσοδα προμηθειών αυξήθηκαν κατά 23,7% στο εννεάμηνο, φθάνοντας τα €557 εκατ., καθοδηγούμενα από wealth management, bancassurance και χρηματοδοτήσεις.