Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Ο θάνατος των αρχαίων στοχαστών ως εκφραστής του τρόπου ζωής τους

Του Παντελή Βασματζίδη*

Πολλές φορές η κατάκτηση της ύψιστης αρετής, δηλαδή η θέαση της ιδέας του Αγαθού, καθιστά άνευ νοήματος την ύπαρξη της γήινης ζωής και οδηγεί στην αυτοκτονία, επειδή ο φιλόσοφος έχει επιτύχει πλέον την ομοίωσή του με το Ον (θείο).

Χαρακτηριστικά ο Πλάτων αναφέρει ότι η ψυχή του φιλοσόφου, αδιαφορώντας για τις συνήθεις ηδονές, τις περιποιήσεις και τους καλλωπισμούς του σώματος (Φαίδων 64d), καθώς διακόπτει την επικοινωνία και τη συνεργασία με το σώμα περισσότερο από όλους τους ανθρώπους, είναι πολύ κοντά στον θάνατο (65a) και τότε «ορέγεται του όντος», δηλαδή «επιθυμεί να γνωρίσει τον υπερφυσικό κόσμο των ιδεών».

Με αυτό το σκεπτικό τερμάτισε τη ζωή του εθελοντικά ο νομοθέτης Λυκούργος (800-730 π.Χ.), «καθώς είχε φθάσει στο όριο εκείνο της ηλικίας, όπου και να ζεις και να πάψεις να ζεις είναι καιρός, και οι γύρω του έδειχναν πως ήταν πια αρκετά ευτυχισμένοι». Έτσι πέθανε από ασιτία, με την πίστη ότι των πολιτικών ανδρών και ο θάνατος ακόμα δεν πρέπει να είναι χωρίς πολιτική σημασία, μήτε πρέπει να είναι άπρακτο το τέλος της ζωής τους, αλλά να αποτελεί ένα μέρος πράξης και αρετής. Σχετικά με την αυτοκτονία του Λυκούργου ο Πλάτων είπε: «Όπως αγαλλίασε η ψυχή του θεού σαν έγινε ο κόσμος και πήρε την πρώτη κίνησή του, έτσι κι αυτού η ψυχή αγαλλίασε και ικανοποιήθηκε με το κάλλος και το μεγαλείο της νομοθεσίας του, που είχε πια μπει σε πράξη και είχε πάρει το δρόμο της» (Πλουτάρχου, Βίοι Παράληλλοι – Λυκούργος – Νουμάς 29).

Λέγεται πως, όταν έφεραν τα λείψανά του στην πατρίδα, έπεσε πάνω στον τάφο του κεραυνός, γεγονός που δεν συνέβη σε άλλους σπουδαίους, παρά αργότερα στον Ευριπίδη, που πέθανε και θάφτηκε στην Αρέθουσα της Μακεδονίας (ό.π. 31).

Για τον φιλόσοφο Σωκράτη (469-399 π.Χ.) η ιδέα του Αγαθού δεν αποτελεί ουσία αλλά «κάτι ακόμα πιο πέρα από την ουσία, ανώτερο από αυτήν ως προς το αξίωμα και τη δύναμη» (Πλάτωνος, Πολιτεία 509b 9-10). Το αγαθό δεν προσεγγίζεται μόνο γνωστικά αλλά και ως κάτι που συντελείται μέσα σε μία πληρότητα ζωής. Στο πλαίσιο αυτό η διαλεκτική του είναι μία σταθερή πορεία βίου που αυτοπροσδιορίζεται από αγωγή και δράση, από θεωρία και πράξη.

Η δόμησή της ασφαλώς έχει να κάνει με στοιχεία του χαρακτήρα και της παιδείας του Σωκράτη. Αναζητώντας τη μαρτυρία των κειμένων της αρχαιότητας και του μύθου ο Αριστοτέλης μάς πληροφορεί ότι «ο Εμπεδοκλής, ο Σωκράτης και ο Πλάτων ήταν μελαγχολικοί και άλλοι πολλοί επιφανείς και οι περισσότεροι από τους ποιητές» (Όσα περί φρόνησιν και νουν και σοφίαν 953α 1). «Κάποιες φορές είναι αμίλητοι, μοναχικοί, επιζητούν τις ερημιές, αποστρέφονται τους ανθρώπους, βλέπουν τους δικούς τους σαν ξένους· συμβαίνει όμως και σ’ αυτούς που είναι εχέφρονες να χάνουν όλα τα άλλα ενδιαφέροντα μέσα σε κατάσταση εχεφροσύνης» (Ψευδο-Ιπποκράτους – Επιστολές – Ιπποκράτης προς Φιλοποίμενα 12). Την ίδια άποψη εκφράζει και ο Έλληνας ιατρός Ρούφος ο Εφέσιος, σύγχρονος του Τραϊανού: «Οι μελαγχολικοί έχουν την τάση να αποχωρούν σε ερημικά μέρη και να αποφεύγουν τους ανθρώπους χωρίς λόγο· το ίδιο συμβαίνει σε ανθρώπους υγιείς, όταν θέλουν να μελετήσουν κάτι ή να φροντίσουν για πράγματα που θεωρούν σημαντικά» (De cogitatione melancolica).

Ενδέχεται η μελαγχολία του Σωκράτη να σχετίζεται με τις εκδηλώσεις του «δαιμονίου» του και με την «ατοπία», την ιδιορρυθμία του. Η ιστορία της «παθολογίας» του δείχνει μία συσχέτιση του δαιμονίου με το επεισόδιο καταληψίας στη μάχη της Ποτίδαιας, όπου παρέμεινε ακίνητος για ώρες (Πλάτωνος, Συμπόσιον 202b-c). Ο Σωκράτης διακρίνει τέσσερα είδη θείας παραφροσύνης· τη μαντική – Απόλλων, τη μυσταγωγική – Διόνυσος, την ποιητική – Μούσες και του έρωτα, προερχόμενη από την Αφροδίτη (Φαίδρος 265b, 244-245). Ο Πλάτων αναφέρει ότι υπάρχουν δύο είδη μανίας· το ένα οφείλεται στις ανθρώπινες ασθένειες, ενώ το άλλο είναι μία εκ θεού μεταβολή στις τακτικές μας συνήθειες (ό.π. 265a). Ο μελαγχολικός είναι ένα πλάσμα ξεχωριστό· δεν είναι κατ’ ανάγκη ασθενής, αλλά δυνάμει.

Παρουσιάζει έναν πολύπλευρο χαρακτήρα, γεγονός που πριμοδοτεί την ιδέα της δημιουργικότητας. Ιδιοφυΐα και μελαγχολία είναι αλληλένδετες. Οι «ορθώς φιλοσοφούντες» στην πραγματικότητα προετοιμάζονται να πεθάνουν και ο θάνατος ελάχιστα τους φοβίζει συγκριτικά προς τους άλλους ανθρώπους (Φαίδων 67d). Ο Σωκράτης προσλαμβάνει τον θάνατο ως μία κάθαρση, δηλαδή μία απελευθέρωση της ψυχής από τα δεσμά του σώματος. Με τέτοια φιλοσοφική θεώρηση αντιμετωπίζει το κάλεσμα του πεπρωμένου του και πίνει από τον κύλικα με το τετριμμένο φάρμακο.

Ο Αριστοτέλης, πραγματευόμενος την έννοια της ανδρείας ως μεσότητα ανάμεσα στην υπερβολή του θράσους και της δειλίας, θεωρεί ότι το να «επιδιώκει κανείς τον θάνατο για να αποφύγει την πενία, τα βάσανα του έρωτα ή κάτι άλλο το οδυνηρό δεν είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανδρείου, αλλά μάλλον του δειλού» και ότι «η πράξη της αυτοκτονίας είναι ψυχική αδυναμία» (Ηθικά Νικομάχεια Γ 1116α).

Την ίδια άποψη ενστερνίζεται και ο φυγάδας βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης Γ΄ όταν λέει στον φίλο του Θηρυκίονα που εκλαμβάνει την αυτοχειρία ως δεύτερο στην τάξη ένδοξο θάνατο, έπειτα από εκείνον της μάχης: «Δύστυχε, με το να επιδιώκεις το πιο εύκολο από τα ανθρώπινα και για όλους έτοιμο, τον θάνατο, νομίζεις ότι θα φανείς γενναίος με τέτοια φυγή; […] Ο ηθελημένος θάνατος δεν πρέπει να είναι αποφυγή πράξεων αλλά πράξη» (Πλουτάρχου, Βίοι Παράληλλοι Άγις-Κλεομένης 52[31]10).

Όταν ο Κλεομένης έπεσε στη δυσμένεια του μητραγύρτη βασιλιά Πτολεμαίου Δ΄ (219-204 π.Χ.) και απέτυχε να ξεσηκώσει τα πλήθη για την απελευθέρωσή τους, τότε «παρακάλεσε τους άντρες του να τερματίσουν τη ζωή τους αντάξια και προς αυτόν και προς όσα είχαν κατορθώσει». Όλοι αυτοκτόνησαν δίχως δισταγμό και φόβο, εκτός από τον αγαπημένο του Παντέα, που είχε λάβει την καλύτερη αγωγή από όλους τους νέους, από τον οποίο ζήτησε ο Κλεομένης να αυτοκτονήσει μόνον, όταν δει αυτόν τον ίδιο και τους άλλους να έχουν πέσει νεκροί· πράγμα που και έγινε (ό.π. 58[37]14). Η λογική σκέψη του ανθρωπιστή διδασκάλου του, του φιλοσόφου Σφαίρου, γονιμοποίησε το δυναμικό σπαρτιατικό πνεύμα του Κλεομένη της πράξης και αποφάσισε ο ίδιος για την τύχη του. Λίγες ημέρες αργότερα, εκείνοι που φρουρούσαν το ανασκολοπισμένο σώμα του Κλεομένη αντίκρισαν ένα μεγάλο φίδι κουλουριασμένο στο κεφάλι του να κρύβει το πρόσωπό του, έτσι ώστε κανένα σαρκοφάγο όρνιο να μην πλησιάζει. Εξαιτίας του συμβάντος τούτου, κυριεύτηκε ο βασιλιάς από δεισιδαιμονία και φόβο και δόθηκε αφορμή να κάνουν οι γυναίκες εξαγνισμούς, επειδή είχε φονευτεί άνθρωπος αγαπητός στους θεούς και ανώτερος κατά τη φύση.

Όσο μεγάλη αφέλεια είναι να πιστεύει κανείς απόλυτα σε αυτούς τους μύθους, άλλο τόσο είναι πτωχεία το να τους απορρίπτει. Πρέπει κανείς να υιοθετήσει μία άλλη στάση, προσπαθώντας να συλλάβει το νόημά τους, γιατί ο μύθος συνενώνει σ’ ένα σύνολο τη δοξασία και τη μοίρα, τη ζωή και τον θάνατο.

*Συγγραφέας – ψυχίατρος

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο