Του Strange Attractor
Στην πολιτική, οι θεαματικές επιστροφές μεγαλόσχημων πολιτικών προσώπων στο προσκήνιο, και στην κυβέρνηση, συνήθως οφείλονται σε ταπεινά ελατήρια και ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες.
Κάποιες όμως (ελάχιστες) φορές πηγάζουν από την καθαρή συνείδηση του εν λόγω πολιτικού.
Έτσι, σε μια φανταστική χώρα στις άκρες της Ευρώπης, ένας έντιμος πρώην πρωθυπουργός αποφάσισε να επιστρέψει από τη λήθη, για να ανατρέψει έναν διεφθαρμένο διάδοχό του, σε μια κυβέρνηση βυθισμένη στα σκάνδαλα και την ανυποληψία, που όμως μεταμφιέζονταν ως… σταθερότητα.
Στη συγκεκριμένη μπανανία κυριαρχούσαν οι πελατειακές σχέσεις.
Απ’ ευθείας αναθέσεις δημόσιων έργων σε κολλητούς, εξαγορασμένα ΜΜΕ, και κατευθυνόμενες δήθεν ανεξάρτητες αρχές με πλημμελείς ή καθόλου ελέγχους επί της σαπίλας.
Όταν ο νυν πρωθυπουργός ανέλαβε τα καθήκοντά του, υποσχέθηκε σταθερότητα και οικονομική ανάπτυξη. Κάτι το απολύτως απαραίτητο μετά από μια τετραετία πειραματισμών, από ιδεοληπτικούς ερασιτέχνες γιαλαντζί αριστερούς, που λίγο κόντεψε να μετατρέψουν τη χώρα σε άνυδρη έρημο.
Αυτό που ακολούθησε όμως, παρά τους φανφαρονισμούς του νυν, ήταν η απόλυτη διαφθορά στο εσωτερικό, και το ξεπούλημα στο εξωτερικό.
Για επτά περίπου χρόνια, το σύστημα τον προστάτευε.
Η αντιπολίτευση διαμαρτυρόταν, κάποιοι δημοσιογράφοι έψαχναν και έβρισκαν, κινήματα οργανώνονταν, όμως οι ελεγχόμενοι θεσμοί άντεχαν παρά τα σάπια θεμέλιά τους.
Εισαγγελείς, ντόπιοι και ξένοι, δίσταζαν, εξεταστικές επιτροπές της Βουλής κωλυσιεργούσαν, και η κυβέρνηση «μεγαλουργούσε» μέσω πολιτικών ρουσφετιών, εξαγορές συνειδήσεων, και στρατηγικών (και όχι μόνο) διορισμών σε θέσεις κλειδιά.
Πολλοί ήταν οι πολίτες που δυσανασχετούσαν, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα μιας και η διαφθορά, έλεγαν, είναι το κόστος της «επιχειρηματικότητας» και της σταθερότητας.
Ένας όμως άνθρωπος δεν μπορούσε να αποδεχτεί όλη αυτή την κατάντια, ειδικά στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, όπου τα πάντα όλα ήταν προς πώληση…
Ο συγκεκριμένος είχε διατελέσει πρωθυπουργός πριν από πολλά χρόνια, σε μια κρίσιμη φάση για τη χώρα, και ανταπεξήλθε, πλην όμως ο σοφός λαός ήθελε τα πάντα όλα, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί αυτός και να έρθουν στα πράγματα οι ιδεοληπτικοί κατσαπλιάδες που λέγαμε.
Όταν λοιπόν η νυν κυβέρνηση άρχισε να βουλιάζει στα σκάνδαλα, έμεινε σιωπηλός.
Πίστευε ειλικρινά πως οι θεσμοί έχουν τη δυνατότητα να αυτοδιορθώνονται.
Όσο όμως αυξάνονταν τα σκάνδαλα, η διαφθορά, οι υποκλοπές, τα δυστυχήματα, και κυρίως τα ξεπουλήματα σε εθνικό επίπεδο, όσο οι «κολλητοί» έκλεβαν με δυο χέρια, και όσο οι δημόσιες υποδομές όπως τα νοσοκομεία, τα τρένα, κλπ. βυθίζονταν στην ανυποληψία, αποφάσισε να μιλήσει…
Τι είπε; «Πως μια χώρα δεν σαπίζει από ένα ή δυο μόνο σκάνδαλα, αλλά όταν ο απλός λαός συνηθίζει στη σκανδαλολογία, θεωρώντας την αναπόφευκτη και φυσιολογική!».
Τα λόγια του βρήκαν άμεση απήχηση, μιας και σε αντίθεση με την αντιπολίτευση το μήνυμα που εξέπεμπε ήταν μετρημένο και θεσμικό. Δεν ζητούσε ούτε διαδηλώσεις, ούτε εξεγέρσεις, ούτε κινήματα στις πλατείες, ούτε επανάσταση.
Ζητούσε απλά την επαναφορά της λογοδοσίας, του κοινοβουλευτικού ελέγχου, της εθνικής αξιοπρέπειας, και της λαϊκής εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Αυτό που ήταν το μεγάλο του όπλο ήταν η αξιοπιστία του. Στη διάρκεια της δικής του θητείας, παρά την κρισιμότητα της κατάστασης και τους χίλιους εχθρούς, ποτέ δεν ακούστηκε κάτι για διαφθορά εκ μέρους του, ή για ιδιοτελείς πολιτικές. Ακόμη και σκληροί πολιτικοί του αντίπαλοι (και εσωκομματικοί) δεν βρίσκανε τίποτα να πούνε για την προσωπική του ακεραιότητα.
Έτσι λοιπόν, βλέποντας τη χώρα να βυθίζεται όλο και σε περισσότερα σκάνδαλα, με τη διαφθορά να είναι πανίσχυρη, και με τους ίδιους ανήμπορους να κάνουν κάτι, μιας και ο πρωθυπουργός ήταν ακόμη δημοφιλής (βλ. εξαγορά ΜΜΕ, εταιριών δημοσκοπήσεων, μαϊμού επιδόματα, κλπ.), οι επικεφαλής των κομμάτων της κατακερματισμένης αντιπολίτευσης τον πλησίασαν με μια πρωτοφανή έκκληση: Να επιστρέψει, και να ηγηθεί ενός ευρύτερου συνασπισμού κομμάτων στις επερχόμενες εκλογές.
Ο πολιτικός δίστασε. Ήξερε πως για να ανατραπεί μια τόσο βαθιά θεμελιωμένη διαφθορά, χρειάζονται περισσότερα πράγματα από την προσωπική του ακεραιότητα.
Ο πρωθυπουργός ήλεγχε το κόμμα, τους μηχανισμούς του, και είχε πρόσβαση σε όλους τους κυβερνητικούς πόρους, ελέγχοντας πλήρως όχι μόνο την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, αλλά εμμέσως και τη δικαστική, και τα ΜΜΕ, και τις δήθεν ανεξάρτητες αρχές.
Εκείνο όμως που τον ενθάρρυνε, παρά τις δημοσκοπικές απογοητεύσεις, που διαρκώς έφερναν τον πρωθυπουργό πρώτο, ήταν η όλο και πιο αυξανόμενη πολιτική απάθεια και αποχή του λαού από τα πολιτικά τεκταινόμενα.
Εκεί κατάλαβε πως αυτή την απάθεια μπορεί να την εκμεταλλευτεί, και να τη μετατρέψει σε… οργή, εκφραζόμενη όχι στους δρόμους, αλλά στις κάλπες.
Γι’ αυτό και συμφώνησε να συμμετάσχει, υπό έναν μόνο όρο. Η προεκλογική εκστρατεία να μην επικεντρωθεί στα πρόσωπα, αλλά στην αναγκαία θεσμική μεταρρύθμιση.
Να ενισχυθούν δηλαδή οι θεσμικές εξουσίες όπως η δικαστική, να προστατευτεί η ανεξάρτητη δημοσιογραφία, και να γίνουν ενδελεχείς και γνήσιοι έλεγχοι στις περιουσιακές καταστάσεις και στα πόθεν έσχες των κυβερνητικών, καθώς και των φίλων τους (δήθεν) κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών.
Έτσι κι έγινε, με την επόμενη προεκλογική περίοδο να είναι εντελώς διαφορετική από τις προηγούμενες.
Δέχθηκε πυρά, δέχθηκε μαχαιριές. Οι μηχανισμοί του διεφθαρμένου πρωθυπουργού ήταν πανίσχυροι. Ανώνυμοι προστατευόμενοι μάρτυρες προσπάθησαν να τον εμπλέξουν σε σκάνδαλα, μεγαλοδημοσιογράφοι αμφισβητούσαν τα κίνητρά του, και τα πληρωμένα τρολς των σόσιαλ μίντια τον κατηγορούσαν για ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί.
Τίποτα όμως δεν μπόρεσε να τον σταματήσει.
Με τον ίδιο να απαντά με ηρεμία στους εχθρούς του πως «οι θεσμοί, και η εθνική αξιοπρέπεια είναι πάνω από τα άτομα».
Και ενώ ο πανικόβλητος πλέον πρωθυπουργός έψαχνε τρόπους να τον λυγίσει και να τον απαξιώσει, αποφεύγοντας να μιλήσει για την ταμπακιέρα (μίζες, υποκλοπές, σκάνδαλα, κλπ.) ο υποψήφιος για τη θέση του ανέλυε τα σφάλματα τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική, προτείνοντας σαφείς και ξεκάθαρες λύσεις.
Και ο λαός άρχισε σιγά σιγά να βλέπει την αλήθεια.
Δεν έβλεπε έναν ακόμη οργισμένο πολιτικάντη που πουλούσε φούμαρα, αλλά έναν ικανό statesman που μπορούσε να καταφέρει το μέχρι πρότινος αδιανόητο, να επαναφέρει δηλαδή την εμπιστοσύνη.
Οι εκλογές που ακολούθησαν σημαδεύτηκαν από συμμετοχή ρεκόρ. Χωρίς ίχνος νοθείας ο παλιός πρωθυπουργός, ανέτρεψε τον νέο, και εγκαταστάθηκε στο κυβερνητικό μέγαρο εν μέσω μαζικής λαϊκής επευφημίας, με τους βαστάζους του απελθόντος καθεστώτος να κλαίνε με μαύρα μαντίλια…
Μέσα στις επόμενες εβδομάδες, με τη νέα κυβέρνηση να έχει στρωθεί στη δουλειά, πέρασαν νόμοι που αύξαναν τη λογοδοσία δημόσιων θεσμών και λειτουργών, συστάθηκαν ειδικές διακομματικές επιτροπές για τον έλεγχο όλων των συμβάσεων δημοσίων έργων κλπ. της προηγούμενης 7ετίας, και δημοσιεύτηκαν τα δηλωμένα πόθεν έσχες των πάντων, κατόπιν επισταμένων ελέγχων από ειδικούς (και βρέθηκαν παπάδες).
Περιττό να πούμε πως ασκήθηκαν και αρκετές διώξεις για παράνομο πλουτισμό, ξέπλυμα μαύρου χρήματος, κ.ο.κ.
Και όλα αυτά με καμιά εκδικητικότητα. Τουναντίον, όπως επαναλάμβανε κάθε μέρα ο πρωθυπουργός «η δικαιοσύνη πρέπει να είναι τυφλή, και αν εργαλειοποιήσουμε τη λογοδοσία, τότε γινόμαστε κι εμείς αυτό που μισούμε!».
Ο απερχόμενος όμως δεν ανησυχούσε από όλα αυτά, καθώς είχε μετακομίσει με την οικογένειά του σε ένα από τα πολλά σαλέ του στην Ελβετία, από όπου ετοίμαζε και αυτός τη μεγάλη ρεβάνς… τη δική του επιστροφή.
Πάντως, να τα λέμε όλα, η χώρα δεν έγινε καλύτερη μέσα σε λίγους μήνες.
Τα εκτεταμένα δίκτυα διαφθοράς δεν εξατμίζονται έτσι εύκολα, ούτε ακόμη κι από εκλογές, οι οποίες αν όντως άλλαζαν τα πάντα όλα, τότε θα ήταν παράνομες εδώ και αιώνες.
Αυτό που σίγουρα άλλαξε όμως ήταν η ψυχολογική διάθεση των πολιτών, μιας και για πρώτη φορά είδαν μια σημαντική πολιτική αλλαγή να επιτυγχάνεται χάρη στο μέτρο και την ειλικρίνεια, παρά στη λαϊκίστικη οργή, και τις πάνω και κάτω πλατείες που ξέραμε…
Η επιστροφή του εν λόγω βετεράνου πολιτικού απέδειξε πως ακόμη και συστήματα βαθιά βουτηγμένα στην ιδιοτελή διαφθορά, μπορεί να «επιδιορθωθούν» αν η λαϊκή βούληση ταυτιστεί με μια ικανή και αξιόπιστη ηγεσία.
Η επιτυχία του στο να κάνει τη μεγάλη επιστροφή δεν ήταν νομοτελειακά αναπόφευκτη. Απαιτούσε συγχρονισμό, κατάλληλο τάιμινγκ, ενότητα, συμφωνία με αντιπάλους, εμπιστοσύνη από τον λαό, καθαρές εκλογές, και πάνω απ’ όλα μια εναλλακτική λύση που θα έπειθε τους πολίτες.
Στο τέλος τέλος, ο διεφθαρμένος πρωθυπουργός, που αυγάτισε την περιουσία του (και των φίλων υποστηρικτών του) επί μια επταετία, δεν έπεσε λόγω των σκανδάλων, ούτε λόγω των λαϊκών διαμαρτυριών, ούτε λόγω των πολιτικών φιλοδοξιών των αντιπάλων του.
Έπεσε από κάτι πιο συμπαγές, και διαχρονικά αληθές. Από το γεγονός ότι στη συλλογική μας μνήμη μια διακυβέρνηση μπορεί να είναι τίμια και αξιόπιστη, και μάλιστα μπορεί να επιστρέψει μετά από ένα, έστω και μεγάλο, διάλειμμα βρωμιάς, δυσωδίας, και εθνικού ξεπουλήματος…