Ο ελληνικός τουρισμός αποτελεί αναμφίβολα έναν από τους βασικούς πυλώνες της οικονομίας. Το 2024 αποτέλεσε χρονιά-ρεκόρ για τον ελληνικό τουρισμό, με τις ταξιδιωτικές εισπράξεις να ξεπερνούν τα 21,5-22 δισ. ευρώ (σύμφωνα με εκτιμήσεις ΙΝΣΕΤΕ και Τράπεζας της Ελλάδος) σημειώνοντας σημαντική αύξηση σε σχέση με το 2023. Οι αφίξεις ξεπέρασαν τα 40 εκατομμύρια. Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως στην άνοδο των αφίξεων (12,8%) και στην αύξηση της δαπάνης ανά ταξίδι λόγω του πληθωρισμού της απληστίας (2,9%). Παρά τη δυναμική αυτή, η Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα βασικό πρόβλημα: τη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας – τόσο συνολικά στην οικονομία όσο και ειδικότερα στον τουριστικό τομέα.
Δείκτες παραγωγικότητας
Οπως δείχνουν πρόσφατες αναλύσεις της Eurostat, η Ελλάδα παραμένει σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στα βασικά μεγέθη παραγωγικότητας:
Η συνολική παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει περίπου 30% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Παρά τις μικρές αυξήσεις των τελευταίων ετών, το ελληνικό ΑΕΠ ανά εργαζόμενο ήταν περίπου 52% του μέσου όρου της ευρωζώνης το 2024 και το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας περίπου 46% του αντίστοιχου μέσου όρου.
Η χαμηλή παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας αντανακλάται στη δομή, με μεγάλη εξάρτηση από υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας (όπως τουρισμός, εστίαση) και περιορισμένη παρουσία δραστηριοτήτων υψηλής τεχνολογίας ή κεφαλαιουχικών επενδύσεων. «Οικονομία της καφετέριας» δηλαδή…
Η σύγκριση που πονάει
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για την απασχόληση στις τουριστικές δραστηριότητες, περίπου το 25% των εργαζομένων στην Ελλάδα απασχολούνταν το 2024 σε τουριστικές δραστηριότητες, ποσοστό που είναι το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Στην Ελλάδα σημαντικός όγκος εργαζομένων στην τουριστική αλυσίδα –ειδικά σε εστίαση και φιλοξενία– εργάζεται σε θέσεις χαμηλής σταθερότητας και μερικής απασχόλησης, γεγονός που περιορίζει τις θετικές επιδράσεις στην παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο. Το πρόβλημα εντείνεται από διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως έλλειψη επαρκούς κατάρτισης, επενδύσεων σε τεχνολογία και υψηλού επιπέδου υπηρεσίες.
Ας δούμε όμως μια σύγκριση που πονάει. Ο τουρισμός στην Πορτογαλία (κοινή σε πολλά οικονομία με αυτή της Ελλάδας) σε σχέση με αυτόν στην Ελλάδα. Στην Πορτογαλία ο τουρισμός αντιπροσώπευε περίπου 11,9% του συνολικού ΑΕΠ το 2024. Αντίστοιχα, στην Ελλάδα το 2024 το τουριστικό προϊόν εκτιμήθηκε γύρω στο 11% του ΑΕΠ. Επιπλέον, στον ευρύτερο δείκτη παραγωγικότητας ανά εργαζόμενο η Πορτογαλία εμφανίζει σταθερή ετήσια αύξηση γύρω στο 1,1% για το 2024, σύμφωνα με δεδομένα Eurostat – παρόμοιο με αυτό της Ελλάδας (~1,3%), αλλά σε ένα περιβάλλον πιο ολοκληρωμένων υπηρεσιών και επενδύσεων.
Μέχρι εδώ όλα καλά. Αν όμως κάποιος εντρυφήσει, βλέπει την παταγώδη αποτυχία του ελληνικού τουριστικού προϊόντος. Σύμφωνα με δεδομένα από το Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής της Πορτογαλίας, οι διεθνείς τουριστικές αφίξεις στην Πορτογαλία κατά το 2024 ξεπέρασαν τα 18 εκατομμύρια επισκέπτες, ενώ η Ελλάδα την ίδια χρονιά είχε 40 και πλέον εκατομμύρια τουρίστες. Η Ελλάδα αποκόμισε, σύμφωνα με την ΤτΕ, 21 δισ. ευρώ η Πορτογαλία περίπου 25 δισ. ευρώ! Μήπως τελικά το ΙΝΣΕΤΕ, αντί να προσπαθεί να πείσει ότι δεν είμαστε οικονομία της καφετέριας προτάσσοντας την πάταξη των αμοιβών, να στρέψει τις ερευνητικές του δραστηριότητες στο πώς θα σώσει τον ελληνικό τουρισμό από την καταβαράθρωση;
