όσα καινούρια πράγματα έχει να μας δώσει το 2026 το είδος της ταινίας επιβίωσης άραγε; Η απορία έχει μια μάλλον αυτονόητη απάντηση: ελάχιστα, τα έχουμε δει όλα. Αυτόνοητη; Μην παίρνεις και όρκο. Αυτό είναι το όμορφο με το σινεμά: ακόμα και στις εποχές της μεγάλης εμπορευματοποίησής του, όπου τα πάντα έχουν τυποποιηθεί και δημιουργοί και στούντιο παράγουν ταινίες με όσο πιο safe τρόπο γίνεται, κάπου-κάπου κάνουν την εμφάνισή τους ορισμένες ευχάριστες εξαιρέσεις και σε κάνουν να αγαπήσεις και πάλι τη μεγάλη οθόνη.
Αυτό ακριβώς πετυχαίνει και το «Send Help», η ταινία-αποκάλυψη αυτών των πρώτων ημερών του 2026. Ο Σαμ Ράιμι – ναι, ο Σαμ Ράιμι που μας έκανε να λατρέψουμε κάποτε το «Evil Dead» και από τότε συνεχώς περιμέουμε να ξαναδούμε την υπογραφή του σε κάποια παράξενη, στιλιζαρισμένη ταινία τρόμου – επιστρέφει (επιτέλους) στα βασικά του ένστικτα με μια ταινία που είναι ταυτόχρονα απλή αλλά και ασεβής απέναντι σε κάθε αξιωματική υπόθεση που νομίζεις ότι έχεις για το σινεμά τρόμου.
Η υπόθεση μοιάζει με κλασικό survival movie: δύο συνάδελφοι βρίσκονται να αιωρούνται ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο αφού επιβιώνουν από ένα αεροπορικό δυστύχημα και καταλήγουν μόνοι σε ένα ακατοίκητο νησί. Λίντα και Μπράντλεϊ, όπως λέγονται οι χαρακτήρες, είναι τύποι που τους ψυχολογείς με την πρώτη ματιά. Εκείνη είναι ένα παραμελημένο εργαζόμενο γρανάζι της εταιρείας του, εκείνος ο αλαζονικός γιος του διευθυντή που ποτέ δεν του έλειψε τίποτα και πάντα ήταν σίγουρος πως τα αξίζει όλα.
Και κάπου εκεί τα πράγματα αρχίζουν να ξεφεύγουν. Η ταινία δεν είναι απλά άλλη μια περιπέτεια επιβίωσης, αλλά ένα καθαρόαιμο σχόλιο πάνω στην τοξική επιχειρηματική κουλτούρα, στα έμφυλα στερεότυπα και σε όλα αυτά τα μικρά, καθημερινά αλλά πέρα για πέρα σπαστικά μοτίβα των εργασιακών χώρων που κάνουμε σαν να είναι φυσιολογικά. Όταν οι τίτλοι, τα κοστούμια και οι ρόλοι της δουλειάς εξαφανίζονται, μένει μόνο η ακατέργαστη ανθρώπινη επιθυμία για εξουσία και επιβίωση και αυτό το παιχνίδι εξουσίας παίζεται εδώ με έναν τρόπο που σε κάνει να γελάς και να αγχώνεσαι ταυτόχρονα.
Η ερμηνεία της Ρέιτσλ Μακ Άνταμς μοιάζει το αντικειμενικό βαρόμετρο ολόκληρης της ταινίας. Από την πρώτη στιγμή που βλέπεις τη Λίντα να προσπαθεί να επιβιώσει από όλα όσα την ταλαιπωρούν — από τον ήλιο μέχρι την έλλειψη σεβασμού — γίνεται ξεκάθαρο πως δεν είναι απλά η «κοπέλα του γραφείου». Είναι ένας χαρακτήρας που εξελίσσεται, που αντιστέκεται και τελικά μας κάνει να την υποστηρίζουμε με κάθε ανάσα. Αντίθετα, ο χαρακτήρας του Ντίλαν Ο’ Μπράιαν ως Μπράντλεϊ γίνεται το τέλειο αντίβαρο: αλαζονικός, υποτιμητικός και όσο πιο άχρηστος γίνεται όταν οι συνθήκες γίνονται πιο σκληρές. Η χημεία τους λειτουργεί σαν εκρηκτικός μηχανισμός έτοιμος να εκραγεί.
Αυτό που κάνει το «Send Help» να ξεχωρίζει ακόμα περισσότερο ωστόσο είναι η ικανότητά του να κρατά μια λεπτή, αλλά σταθερή ισορροπία ανάμεσα στη σάτιρα, την ωμή βία και το μαύρο χιούμορ. Ο Ράιμι δεν χρησιμοποιεί το gore απλά για να σοκάρει. Το χρησιμοποιεί για να το κάνει αποκρουστικό, να το κάνει δομικό στοιχείο των τεκταινόμενων. Σε πολλές στιγμές γελάς πολύ περισσότερο απ’ ό,τι λογικά θα έπρεπε και σε άλλες νιώθεις άβολα με το γιατί γελάς. Εν τέλει, το σκηνικό που αρχικά εκτίθεται στην επιφάνεια — δύο χαρακτήρες σε ένα ερημονήσι — γίνεται ένα καθρέφτισμα της σύγχρονης κοινωνίας, με όλους τους ρόλους, τις ιεραρχίες και τα παιχνίδια δύναμης που κουβαλάμε μαζί μας.
Εν ολίγοις, το Send Help δεν είναι μια κλισέ περιπέτεια τρόμου. Με αρκετό αίμα, πολλή ειρωνεία και μια ερμηνεία που ανεβάζει στα ύψη τον απλό συνάδελφο του γραφείου σε κινηματογραφικό είδωλο, αυτή η ταινία είναι ακριβώς το είδος της περισσότερο «ενοχλητικής» διασκέδασης που μας είχαμε λείψει.
