Οι νέοι θέλουν να ταξιδέψουν πρώτη θέση
Του Μανώλη Κοττάκη
Τι κοινό έχουν ο Ακύλας Μυτιληναίος που θα μας εκπροσωπήσει στη φετινή Eurovision, o «ΛΕΞ» Λαναράς, που σαρώνει στη νεολαία και γεμίζει τα στάδια, και η Κλαυδία της «Αστερομάτας» από τον Πόντο;
Καταρχάς είναι όλοι τους παιδιά που μεγάλωσαν στην Ελλάδα των Μνημονίων και των δακρύων. Των απολύσεων, των περικοπών, των αυτοκτονιών και της ψυχοθεραπείας. Της διάλυσης των οικογενειών και της περικοπής των ονείρων. Η κρίση τούς βρήκε στην εφηβεία την ώρα που άρχιζαν ακριβώς να κάνουν σχέδια. Είδαν αίφνης το εισόδημα της οικογένειάς τους να πλήττεται, τις δαπάνες ανατροφής και σπουδών τους να κόβονται, τους γονείς τους αγχωμένους με σκυμμένα κεφάλια, τον κόσμο γύρω τους να σκοτεινιάζει αίφνης. Αυτή ήταν η Ελλάδα; Αίμα, δάκρυα και ιδρώτας; Σε αυτή την πατρίδα θα μεγάλωναν; Ιδού το πρώτο που τους ενώνει, λοιπόν: Η (υ)στέρηση.
Η πικρή γεύση της μνημονιακής Ελλάδας που τους έκοψε τα φτερά κατά την απογείωση και τους στέρησε χαρές πεζές, καθημερινές, ανεκτίμητες. Ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους, ένα ρούχο, ένα ταξίδι, μια εκδρομή, ένα ωραίο εστιατόριο, ένα θέατρο, λίγη ψυχαγωγία. Απλησίαστα τότε.
Το δεύτερο κοινό τους είναι ότι μεγάλωσαν σε οικογένειες που ανεξαρτήτως της κρίσεως είχαν οξυμένα προβλήματα. Τον ΛΕΞ τον μεγάλωσε η μητέρα του, δεν γνώρισε τον πατέρα του, αν καταλάβαμε καλά από τους στίχους των τραγουδιών του. Υπάρχουν χιλιάδες παιδιά της εποχής των Μνημονίων που μεγάλωσαν έτσι. Χάρη στις ηρωίδες μάνες τους. Τον Ακύλα τον μεγάλωσε η μητέρα του με καταγωγή προσφυγική, καθώς ο πατέρας του αντιμετώπιζε σοβαρότατα προβλήματα υγείας. Την Κλαυδία τη μεγάλωσαν η οικογένειά της και η γιαγιά της μέσα σε συνθήκες κοινωνικής αμφισβήτησης για τους πρόσφυγες από την τέως ΕΣΣΔ, τους οποίους η καθεστηκυία τάξη ονόμασε υποτιμητικά «Ρωσοπόντιους». Όπως κάποιοι ανόητοι αποκαλούσαν τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία «τουρκόσπορους». Και οι τρεις ιστορίες δείχνουν πόσο σημαντική εξακολουθεί να είναι η πυρηνική οικογένεια, παρά τα προβλήματά της. Πόσο σημαντικές είναι οι μάνες σε μια εποχή που το κυρίαρχο αφήγημα ήταν ότι σημαντικοί γονείς είναι οι ΛΟΑΤΚΙ οικογένειες.
Το τρίτο κοινό που τους ενώνει είναι ο Βορράς. Ο Βορράς είναι η ρίζα της αμφισβήτησης. Σε όλα. Και οι τρεις τους γεννήθηκαν ή είχαν καταγωγή από τον Βορρά. Ο ΛΕΞ στα δυτικά της Θεσσαλονίκης, ακόμα και σήμερα κάνει παρέα με φίλους του σε κάτι αθέατα καφέ. Ο Ακύλας στις Σέρρες. Η Κλαυδία στον Ασπρόπυργο μεν, αλλά με καταγωγή από τα ιερά χώματα του Πόντου. Ο Βορράς είναι η ρίζα της αμφισβήτησης γενικώς, γιατί είναι γνήσιος. Η Καρυστιανού, ο Φάμελλος, ο Νατσιός, ο Βελόπουλος, η Λατινοπούλου με τα πάνω τους και τα κάτω τους έχουν βγει μπροστά. Ο Κανάκης, οι Ράδιο Αρβύλα, ο Αρναούτογλου, η Ράνια Τζίμα, ο Ιορδάνης Χασαπόπουλος, η Μαρία Αντωνιάδου (ξεχνώ πολλούς) από εκεί. Ο Ρασούλης, ο Παπάζογλου, ο Σαββόπουλος, ο τελευταίος ποιητής που προκάλεσε θόρυβο, ο Χριστιανόπουλος επίσης. Για να μη φθάσουμε στον Καζαντζίδη, στη Μαρινέλλα και στον Άκη Πάνου, και βεβαίως στη Νατάσα, στον Πασχάλη και τον Βασίλη των ημερών μας. Εργοστάσιο κατασκευής ηγεσίας ο Βορράς.
Το τέταρτο κοινό τους είναι ότι δεν μετανάστευσαν. Έμειναν στην Ελλάδα για να δώσουν τη μάχη.
Το πέμπτο κοινό τους είναι η απαίτηση και η αναθεώρηση. Η απαίτηση κατά τρόπο επιθετικό ή ήπιο, αναλόγως του χαρακτήρα. Σήμερα με μια προστακτική: «Φέρ’ το!» Η απαίτηση να διακοπεί η στέρηση είναι διάχυτη στη νεολαία σε όλη την επικράτεια σταδιακά από το 2004 και μετά και κορυφώνεται με εμπροσθοφυλακή τους Βόρειους στις μέρες μας.
«Μοιάζουν τα όνειρά μας με ταινία φαντασίας, σινεμά είναι ο κόσμος, Πειραιώς και Κηφισίας, και όταν φτάνει η σειρά μας, άλλοι μπαίνουν πάντα πρώτοι, και για μας μένει μια θέση πίσω πίσω στον εξώστη!» τραγουδούσαν τη δεκαετία του 2000, στην αρχή του προβλήματος, οι Φίλοι για Πάντα, το μουσικό συγκρότημα που φτιάχτηκε σε ένα τηλεπαιχνίδι του Mega από τον Λορέντσο Καριέρε, τον Γιώργο και τον Νίκο Ελευθέρα.
Στην ίδια κατηγορία εκείνη την εποχή και οι Evnous, o αδελφός μου Δημήτρης και ο Νίκος Γκόλφης, οι οποίοι γνώριζαν τον ακομμάτιστο αντισυστημικό Παύλο Φύσσα. Και το 2022 έφθασαν να πουν «Πιάσ’ το το νήμα από την αρχή».
Έπειτα, μόλις μπήκαμε στο πρόβλημα, στον σκληρό πυρήνα του, το πρόδρομο φαινόμενο ήταν ο σκληρός τράπερ Mad Clip, o oποίος είπε με πιο ακραίο τρόπο αυτά που είπε μάλλον ευγενικά ο Ακύλας. Μίλησε ωμά για «πενηντάρικα, έσκασε το πορτοφόλι μου από τα πενηντάρικα» και ότι «θέλω κότερα, ελικόπτερα, οικόπεδα». Ότι «πρέπει να πιστέψεις τον εαυτό σου στα δύσκολα για να λυγίσεις και τα σίδερα».
Το επιθετικό «θέλω ελικόπτερα» έγινε στις μέρες μας από τον Ακύλα «θέλω ένα θρόνο κι ένα στέμμα για να κάτσω, φέρτε τα μου όλα, πάλι δεν θα χορτάσω, θέλω δόξα, αιωνιότητα και λεφτά, ρούχα επιλεγμένα που είναι τόσο ακριβά, να φωνάζουν το όνομά μου τόσο δυνατά […] όσα στερηθήκαμε παλιά».
Όταν είδαμε δεκάδες νέους να φορούν μαύρα για να πάνε στην κηδεία του Mad Clip, ο οποίος έχασε τη ζωή του σε αυτοκινητικό δυστύχημα στη Γλυφάδα, και ήταν περισσότεροι και από όσους πήγαν την ίδια μέρα στην κηδεία του Μίκη Θεοδωράκη, δεν καταλάβαμε τι συνέβη. Μας ενοχλούσε που στους στίχους αυτής της ανοίκειας στ’ αυτιά μας μουσικής υπήρχαν αναφορές σε βίζιτες και σε ναρκωτικά. Νομίζαμε ότι παραπέμπουν σε χυδαία κατανάλωση, ενώ περιέγραφαν διά της υπερβολής τη στέρηση και τη μάχη για επιβίωση. Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε επίσης τον ρυθμό και την ερμηνεία. Ο θυμός θέλει πάντα μπιτ και τέμπο, η εποχή τρέχει γρήγορα και ορμητικά, καμία σχέση με την ειρηνική νιρβάνα της περιόδου της δικής μας εφηβείας.
Αυτός που έδωσε όμως σχήμα στον ρυθμό, πάλι χωρίς να τον πολυκαταλαβαίνουμε, ήταν ο ΛΕΞ. Ξυπνήσαμε μια νύχτα και τον είδαμε να τραγουδά σε γεμάτα γήπεδα, στη Νέα Σμύρνη, στο ΟΑΚΑ, στο Καυτανζόγλειο, και αναρωτηθήκαμε: «Από πού ξεφύτρωσε αυτός;» Στην τελευταία του συναυλία ήμουν στη Θεσσαλονίκη. Στις 10.30 το πρωί ήταν καθισμένα οκλαδόν έξω από το Καυτανζόγλειο δεκάδες νεαρά αγόρια και κορίτσια για να προλάβουν να μπουν πρώτοι όταν θα άνοιγαν οι θύρες στις 8 το βράδυ. Για να ακούσουν τον ήρωά τους (που κι αυτός κοιτά να μη λείπουν από την οικογένειά του όσα στερήθηκε) να κρατά το μικρόφωνο σφιχτά και να λέει «ψαχτείτε λίγο, γεμάτοι σκάμε, ταπεινοί και πεινασμένοι, ήρθε η ώρα μας να φάμε».
Αυτό το «ταπεινοί και πεινασμένοι» έγινε πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα μας, μπήκε και σε στίχους τραγουδιού του ΛΕΞ, αλλά τι τα θέλετε, πάλι συντηρητικοί είμαστε στα μάτια τους.
Όποιοι δεν έζησαν την αφραγκία, να μετράς ευρώ το ευρώ, να ψάχνεις τις τσέπες σου για κανένα σεντ που ξέπεσε, αδύνατον να κατανοήσουν αυτό το σύμπαν. Δεν πιστεύουν καν ότι υπάρχει, θεωρούν υπερβολές όλα αυτά. Κούνια που μας κούναγε.
Υπάρχει πολύς θυμός αξιοπρέπειας εκεί έξω. Δεν σπάει τζαμαρίες αυτός ο θυμός, σπάει ντεσιμπέλ και προσεχώς μπορεί να σπάσει και τις κάλπες. Έχουν να δουν οι εκλογικοί αντιπρόσωποι τατουάζ και σκουλαρίκι στ’ αυτιά πίσω από το παραβάν άπειρο.
Πλησιάζει η ώρα που τα viral θα γίνουν ψήφος. Το σύνθημα αυτή τη φορά θα δοθεί από τη Σαλονίκη και τας Σέρρας. Είναι η νέα σταθερότητα: Εντέλλεσαι, εξουσία, να με περιλαμβάνεις στα σχέδιά σου, να με έχεις στο οπτικό σου πεδίο, να με προσέχεις. Αρκετά με τη θέα των υπογείων. Οι νέοι θέλουν να ταξιδέψουν πρώτη θέση.