Του Γιώργου Χαρβαλιά
Ο ξαφνικός θόρυβος στη δημόσια ζωή για τις φωτογραφίες των «μελλοθανάτων της Καισαριανής», λίγο πριν οδηγηθούν στο απόσπασμα, ανέδειξε την παθογένεια και την υποκρισία του σύγχρονου ελληνικού κράτους που τάχα μου… φροντίζει για τη μνήμη των παιδιών του. Ταυτόχρονα όμως φανέρωσε και την απεχθή ιδεολογική αγκύλωση των κομμάτων και των ιστορικών της Αριστεράς οι οποίοι επιμένουν να κάνουν τη δική τους διχαστική ανάγνωση στα γεγονότα με μοναδική αγωνία την υποβάθμιση του εθνικού χαρακτήρα της Αντίστασης.
Στο άκουσμα της είδησης για τη δημοπρασία, η καλή μας κυβέρνηση τινάχτηκε λες και τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Και θέλησε να αποδείξει ότι δεν παίζει με θέματα ιστορικής μνήμης. Το ευαίσθητο υπουργείο Πολιτισμού, το ίδιο που έφερε τον… καταυλισμό της Coca-Cola στο Καλλιμάρμαρο και τα ντεφιλέ στον Ιερό Βράχο, αναλώθηκε σε βαρύγδουπες προαναγγελίες καταιγιστικής δράσης ώστε να σωθούν τα «κειμήλια» και οι φωτογραφίες να τεθούν υπό ελληνική κατοχή. Μέχρι και εμπειρογνώμονες εστάλησαν στη Γάνδη για να διαπιστώσουν -λέει- αν οι… αυθεντικές φωτογραφίες είναι αληθινές. Αλλά προκαταβολικά το ΥΠΠΟ έσπευσε να τις κηρύξει επισήμως «εθνικό μνημείο»!
Πέραν της εμφανούς επικοινωνιακής εκμετάλλευσης, το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι γιατί τόση φασαρία για την απόκτησή τους; Ασφαλώς και το επίσημο ελληνικό κράτος πρέπει να τις πάρει το συντομότερο δυνατόν από τα χέρια του Βέλγου «συλλέκτη» που επιχείρησε να τις εμπορευτεί σε έναν στενό κύκλο «ερευνητών της ιστορίας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου», αρκετοί εκ των οποίων -για να ξέρουμε και τι λέμε- είναι νοσταλγοί των ναζί και θιασώτες της εγκληματικής δράσης τους.
«Υπάρχουν τεράστια γραφειοκρατικά εμπόδια για να έρθουν στη κυριότητα του υπουργείου» δηλώνει η υπερδραστήρια κυρία Μενδώνη. Σοβαρά; Γιατί; Αντί να μας ζαλίζει με πομπώδεις ανακοινώσεις για τη «δύσκολη μάχη του… επαναπατρισμού» (!) θα μπορούσε να έχει βάλει έναν από τους εφοπλιστές φίλους της να αγοράσει τις φωτογραφίες, πληρώνοντας ένα ευτελές ποσό στον Βέλγο «μαυραγορίτη», και αμέσως μετά να τις δωρίσει στο υπουργείο Πολιτισμού. Απλά πράγματα.
Πείτε όμως ότι τις πήραμε. Τι ακριβώς θα τις κάνουμε έχουμε σκεφτεί; Πού ακριβώς θα τις εκθέσουμε; Μουσείο Εθνικής Αντίστασης δεν υπάρχει στη χώρα. Ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ προνόησαν. Ας είναι καλά η κυβέρνηση Καραμανλή που έφτιαξε την επιτύμβια πλάκα στον τόπο μαρτυρίου.
Δεν υπάρχει επίσης κρατικός φορέας αρχείων Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με ελεύθερη πρόσβαση σε ερευνητές, ιστορικούς και οποιονδήποτε άλλον ενδιαφέρεται για τη διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης. Οι ίδιοι οι Γερμανοί ολετήρες έφτιαξαν μεταπολεμικά τα περίφημα Bundesarchiv, τα ομοσπονδιακά αρχεία που περιέχουν μεταξύ άλλων και χιλιάδες φωτογραφίες από τα… κατορθώματά τους με δικαιώματα ελεύθερης χρήσης για όποιον ενδιαφέρεται. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει τίποτα ανάλογο. Πριν λοιπόν από τη συγκίνηση, τα δάκρυα και την «αστραπιαία κινητοποίηση», θα έπρεπε να είχαμε επισημάνει την πλήρη ανυπαρξία υποδομής για μια αποτελεσματική προβολή και χρήση τέτοιων φωτογραφικών ντοκουμέντων με εθνική σημασία (γιατί περί ντοκουμέντων πρόκειται, ούτε κειμηλίων ούτε μνημείων).
Πάμε τώρα και στην ουσία του πράγματος. Η αποτύπωση στον φωτογραφικό φακό κάποιου Γερμανού φαντάρου της εκτέλεσης των 200 της Καισαριανής είναι ένα από τα εκατοντάδες στιγμιότυπα του δράματος που έζησε η Ελλάδα στα χρόνια της Κατοχής. Δεν μπορεί να γίνεται μικροκομματική ανάγνωση της Ιστορίας υπέρ συγκεκριμένων κατηγοριών θυμάτων. Η Ελλάδα στο σύνολό της υπέστη την εγκληματική δράση των Γερμανών εις βάρος του πληθυσμού της χωρίς διακρίσεις. Με εκτελέσεις πατριωτών ανεξαρτήτως ιδεολογικού φρονήματος και, φυσικά, σφαγές ανυποψίαστων αμάχων, αυτό που ονομάζουν κάποιοι ανερυθρίαστα σήμερα «πολεμικά αντίποινα».
Ένας από τους πιο προβεβλημένους «αριστερούληδες» ιστορικούς της εποχής μας έφτασε να ισχυριστεί ότι οι 200 εκτελέστηκαν μόνο και μόνο επειδή ήταν κομμουνιστές. Και ότι για την εκτέλεσή τους δεν φταίνε οι Γερμανοί, αλλά φταίει ο Μεταξάς που τους είχε συλλάβει στην προπολεμική περίοδο.
Ομολογώ ότι αυτή η λογική με ξεπερνάει. Οι συλλήψεις κομμουνιστών είχαν ξεκινήσει πολύ πριν από τον Μεταξά, ουσιαστικά από το 1922, και κορυφώθηκαν επί κυβερνήσεως Βενιζέλου με το «ιδιώνυμο». Το ίδιο και οι αποδράσεις. Η μεγάλη απόδραση των «8», για παράδειγμα, από τις Φυλακές Συγγρού που έγινε πράξη χάρη στη βοήθεια του κομμουνιστή δεσμοφύλακα Γρηγόρη Γρηγοριάδη, γνωστού και ως «κόκκινου δεκανέα», έγινε το 1931, όχι το 1941, για να μη μπερδευόμαστε. Παραμένει όμως μυστήριο γιατί με την αποχώρηση της κυβέρνησης Τσουδερού στην Κρήτη οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας αποδέχτηκαν μοιρολατρικά να παραδοθούν στους Ιταλο-γερμανούς, ενώ θα μπορούσαν να είχαν δραπετεύσει αφού η φρουρά της Χωροφυλακής εγκατάλειψε τις θέσεις της και όλος ο κρατικός μηχανισμός βρέθηκε υπό διάλυση.
Σε κάθε περίπτωση, οι περισσότεροι κρατούμενοι παραδόθηκαν και μεταφέρθηκαν σε άλλες φυλακές, όπως του Χαϊδαρίου. Λεπτομερής καταγραφή και ταυτοποίηση των 200 της «Μαύρης Πρωτομαγιάς» που να χαίρει ευρύτατης επιστημονικής αποδοχής δεν υφίσταται. Οι λίστες βασίζονται σε διηγήσεις άλλων αντιστασιακών και μελών του ΚΚΕ που είναι φυσικό να αναγνωρίζουν τους ομοϊδεάτες τους. Ασφαλώς και πολλοί από τους εκτελεσθέντες ήταν παλαιοί κρατούμενοι των Φυλακών Ακροναυπλίας ή εκτοπισμένοι της Ανάφης. Προσοχή όμως: Όχι απαραίτητα όλοι μέλη του ΚΚΕ, αλλά ορισμένοι και άλλων συναφών παραφυάδων (τροτσκιστές, αρχειομαρξιστές κ.λπ.).
Οι ιδεολογικές και προσωπικές διαμάχες στις τάξεις των Ελλήνων κομμουνιστών ήταν έντονες και οδηγούσαν σε πικρές αντιπαραθέσεις, αλληλοκαρφώματα και προδοσίες. Η ηγετική ομάδα δεν λειτούργησε ποτέ ως «ομονοούσα οντότητα», ούτε στα χρόνια των φυλακίσεων και της εξορίας. Αυτό προκύπτει και από μεταπολεμικά σοβιετικά αρχεία ανακρίσεων Ελλήνων κομμουνιστών (προεξάρχοντος του ίδιου του Ζαχαριάδη) τα οποία έχει μελετήσει εις βάθος ο νεότερος ιστορικός Νίκος Παπαδάτος, ένας από τους πιο σοβαρούς και αντικειμενικούς ερευνητές που διαθέτει η χώρα στον συγκεκριμένο τομέα.
Όπως και να έχει το πράγμα, όσοι κατέληγαν να «ξεμείνουν» στο Χαϊδάρι και στα χέρια των Γερμανών ήταν μικρότερα ψάρια στην ιεραρχία του κόμματος. Κάποιοι από αυτούς είχαν πολεμήσει και στο μέτωπο της Αλβανίας, γεγονός που επίσης αποκρύπτεται γιατί χαλάει το αφήγημα του… κακού Μεταξά.
Αλλά στις διαδοχικές εκτελέσεις της Καισαριανής δεν οδηγήθηκαν στο απόσπασμα μόνο παλαιοί κομμουνιστές κρατούμενοι. Υπήρξαν και άνθρωποι που συνελήφθησαν στη διάρκεια της Κατοχής. Απλοί πολίτες που «υποδείχθηκαν» από κουκουλοφόρους στα μπλόκα, οργανωμένοι αντιστασιακοί του ΕΑΜ, όπως οι πέντε της Παλαιάς Πεντέλης, καθώς και μέλη άλλων οργανώσεων που πολεμούσαν τους Γερμανούς.
Αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά τις φωτογραφίες, θα δει ότι υπάρχουν κρατούμενοι «δύο ταχυτήτων». Κάποιοι σχεδόν ρακένδυτοι και ξυρισμένοι, με σημάδια που φανερώνουν την πολύχρονη κράτηση και την ταλαιπωρία τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, και κάποιοι που φορούν κανονικά ρούχα, ακόμη και ένας με μαύρο κοστούμι και γιλέκο, που μοιάζει σαν να συνελήφθη την προηγουμένη. Δεν αποτελούν ομοιογενές σύνολο. Αλλά είναι ομοιογενείς στη συμπεριφορά τους και αυτό είναι που συγκλονίζει! Περήφανοι, ατρόμητοι και θυμωμένοι!
Επομένως, για να τελειώνουν τα ψέματα: Οι 200 εκτελέστηκαν στο πλαίσιο κτηνώδους αντεκδίκησης-τιμωρίας για την εκτέλεση του υποστράτηγου Φραντς Κρεχ από αντάρτες του Μοριά. Οι Γερμανοί πήραν τα θύματα από μια δεξαμενή ανθρώπινου κρέατος χωρίς να τους νοιάζει καθόλου αν ήταν άσπροι, μαύροι, κομμουνιστές ή αστοί. Το να προβάλλεται η κομματική τους ιδιότητα πέραν της εθνικής τους συνεισφοράς είναι γελοίο και εμφανώς αντιεπιστημονικό. Οι περήφανοι 200 τον εθνικό ύμνο του Διονυσίου Σολωμού τραγουδούσαν πεθαίνοντας στο απόσπασμα. Ούτε τη Διεθνή ούτε καν τον ύμνο του ΕΑΜ…