Ο Riccardo Terzi, Head of News Partnerships της Google για τη Νότια Ευρώπη, εξηγεί πώς αλλάζει ριζικά η κατανάλωση ειδήσεων, γιατί η εμπιστοσύνη γίνεται επιχειρηματική ανάγκη και τι παρεξηγούν οι εκδότες για το Discover και την Τεχνητή Νοημοσύνη
Το κοινό δεν ψάχνει πια τις ειδήσεις. Τις συναντά. Αυτή είναι η πιο βαθιά – και συχνά παρεξηγημένη – αλλαγή στο οικοσύστημα της ψηφιακής ενημέρωσης, σύμφωνα με τον Riccardo Terzi, Head of News Partnerships της Google για τη Νότια Ευρώπη.
Σε μια εκτενή συζήτηση με τη Ναυτεμπορική, ο Terzi μιλά για τη μετάβαση από την αναζήτηση στην πρόβλεψη, τον ρόλο του Google Discover, τη μάχη της εμπιστοσύνης σε ένα περιβάλλον χαμηλής αξιοπιστίας και τις πραγματικές –όχι θεωρητικές– ευκαιρίες της Τεχνητής Νοημοσύνης για τη δημοσιογραφία.
Οι ειδήσεις δεν ξεκινούν πια από την αρχική σελίδα
Όπως επισημαίνει, η μεγαλύτερη αλλαγή των τελευταίων ετών είναι η έμμεση πρόσβαση στην ενημέρωση. «Βιώνουμε μια καθολική ανατροπή, όπου το κοινό – και κυρίως η Gen Z – δεν ξεκινά πλέον από την κεντρική σελίδα ενός ειδησεογραφικού μέσου, αλλά βασίζεται σε “πλευρικές εισόδους” μέσω κοινωνικών πλατφορμών βίντεο και αναζήτησης», σημειώνει.
Ωστόσο, κατά τον ίδιο, αυτό που εξακολουθεί να υποτιμάται από πολλούς εκδότες είναι κάτι βαθύτερο: «Η μετάβαση από την “αναζήτηση” στην “πρόβλεψη”. Με εργαλεία όπως το Google Discover, δεν απαντάμε απλώς σε ερωτήματα – φέρνουμε στην επιφάνεια περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντα του χρήστη, πριν καν ο ίδιος χρειαστεί να το ζητήσει».
Το λάθος που γίνεται και το σπάνιο νόμισμα
Σύμφωνα με τον Riccardo Terzi, πολλοί εκδότες εξακολουθούν να σκέφτονται με όρους παθητικής διανομής. «Συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν το περιεχόμενό τους ως ένα “αρχείο” που περιμένει έναν όρο αναζήτησης, αντί να προετοιμάζουν προνοητικά τις ιστορίες τους ώστε να “ταξιδεύουν” μέσα σε ροές πρόβλεψης», τονίζει, προσθέτοντας πως η κατανόηση αυτής της διαφοράς είναι πλέον καθοριστική για την ανάπτυξη.
Σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούν η ταχύτητα, τα formats και οι αλγόριθμοι, η εμπιστοσύνη μετατρέπεται σε κρίσιμο παράγοντα διαφοροποίησης.
«Σε μια εποχή άπειρου περιεχομένου, η εμπιστοσύνη είναι το μόνο πραγματικά σπάνιο “νόμισμα”», λέει χαρακτηριστικά.
Ο Terzi επισημαίνει ότι στην Ελλάδα μόλις το 22% των χρηστών δηλώνει πως εμπιστεύεται τις ειδήσεις τις περισσότερες φορές. Και αυτό έχει άμεσες επιχειρηματικές συνέπειες: «Η εμπιστοσύνη δεν είναι απλώς στοιχείο ταυτότητας – είναι επιχειρηματική αναγκαιότητα. Είναι η γέφυρα που μετατρέπει ένα τυχαίο κλικ σε έναν πιστό, εγγεγραμμένο χρήστη».
Τα δεδομένα της Google δείχνουν ότι εκδότες με πάνω από 7,5% συνδεδεμένο κοινό έχουν σαφώς μεγαλύτερες πιθανότητες κερδοφορίας. «Αυτή τη σχέση δεν μπορείς να τη χτίσεις αν δεν έχεις πρώτα εδραιώσει εμπιστοσύνη», υπογραμμίζει.
Η διαφορά στο Google Discover
Για το Google Discover, ο Riccardo Terzi είναι σαφής: δεν αντικαθιστά την Αναζήτηση, τη συμπληρώνει. «Είναι μια εμπειρία χωρίς ερωτήματα, όπου το περιεχόμενο βρίσκει τον χρήστη». Το συχνότερο στρατηγικό λάθος; «Να αντιμετωπίζεται με τη λογική του παραδοσιακού SEO». Σε ένα περιβάλλον χωρίς ερώτημα, οι λέξεις-κλειδιά υποχωρούν και το βάρος πέφτει στο E-E-A-T (Εμπειρία, Εξειδίκευση, Αυθεντία και Αξιοπιστία) και την οπτική αφήγηση. «Συχνά δίνεται έμφαση μόνο στη βελτιστοποίηση του κειμένου, παραβλέποντας ότι το Discover είναι ένα κατεξοχήν οπτικό περιβάλλον. Τεχνικές λεπτομέρειες, όπως η χρήση εικόνων υψηλής ποιότητας, πλάτους τουλάχιστον 1.200 pixels, συχνά υποτιμώνται, ενώ είναι καθοριστικές για την απόδοση», εξηγεί.
Το μεγαλύτερο λάθος, ωστόσο, είναι η ακινησία. «Σε ένα περιβάλλον πρόβλεψης όπως το Discover, ο αλγόριθμος επιβραβεύει τη συνέπεια και την ποιότητα που σε καθιερώνουν ως αυθεντία σε μια συγκεκριμένη θεματολογία».

Εξατομίκευση χωρίς “φούσκες” πληροφόρησης
Απέναντι στον φόβο για φίλτρα και φούσκες, ο Terzi τονίζει ότι η αποστολή της Google είναι η οργάνωση – όχι ο περιορισμός – της πληροφορίας. Παράλληλα, η εταιρεία ενισχύει την αυτονομία του χρήστη, με εργαλεία όπως οι Προτιμώμενες Πηγές στις Κορυφαίες Ειδήσεις.
«Οι χρήστες που τις ενεργοποιούν επισκέπτονται τα Μέσα που εμπιστεύονται έως και δύο φορές συχνότερα», εξηγεί, υπογραμμίζοντας ότι η εξατομίκευση πρέπει να βασίζεται στην ενεργή επιλογή και όχι σε παθητικό φιλτράρισμα.
Τεχνητή Νοημοσύνη: απειλή ή πολλαπλασιαστής ισχύος;
Ο Riccardo Terzi βλέπει την Τεχνητή Νοημοσύνη ως ιστορική ευκαιρία για την επαγγελματική δημοσιογραφία. «Τη βλέπουμε ως “πολλαπλασιαστή ισχύος” για τις αίθουσες σύνταξης», τονίζει. Αναφέρεται σε εργαλεία όπως:
- Το Pinpoint, που βοηθά τις ερευνητικές ομάδες να αναλύουν χιλιάδες έγγραφα μέσα σε μόλις λίγα δευτερόλεπτα, εντοπίζοντας ιστορίες που διαφορετικά θα έμεναν κρυφές.
- Το NotebookLM, το οποίο λειτουργεί ως ένας έγκυρος βοηθός έρευνας, βοηθώντας τους δημοσιογράφους να συνθέτουν πολύπλοκες αναφορές και να επαληθεύουν στοιχεία με παραπομπές.
- Παράλληλα η Google ενσωματώνει εργαλεία όπως το SynthID για την προσθήκη ψηφιακού υδατογραφήματος σε περιεχόμενο που παράγεται από AI, διασφαλίζοντας ότι οι οργανισμοί που υιοθετούν αυτά τα ισχυρά εργαλεία, διατηρούν τα υψηλότερα πρότυπα διαφάνειας και εμπιστοσύνης.
«Σε επιχειρηματικό επίπεδο, το AI ενισχύει την αποδοτικότητα – βελτιστοποιώντας newsletters και καμπάνιες συνδρομών, απελευθερώνοντας έτσι πολύτιμους πόρους. Σε δημοσιογραφικό επίπεδο, εργαλεία όπως το Pinpoint επιτρέπουν στους δημοσιογράφους να επεξεργάζονται τεράστιους όγκους δεδομένων για να φέρουν στο φως ειδήσεις που θα ήταν αδύνατο να εντοπιστούν χειροκίνητα. Η πραγματική ευκαιρία είναι να χρησιμοποιηθεί η Τεχνητή Νοημοσύνη για τη διαχείριση των τυποποιημένων εργασιών ρουτίνας, ώστε οι δημοσιογράφοι να μπορούν να επικεντρωθούν στο περιεχόμενο υψηλής αξίας που το ΑΙ δεν μπορεί να αναπαράγει», σημειώνει.

Τι φέρνει το μέλλον
Ο Terzi δηλώνει αισιόδοξος για το μέλλον, καθώς η ανθρώπινη περιέργεια όχι μόνο δεν μειώνεται, αλλά αυξάνεται. «Οι άνθρωποι συνεχίζουν να έχουν ερωτήματα και να αναζητούν ποιοτικές, αξιόπιστες απαντήσεις. Βλέπουμε, επίσης, ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη ενισχύει αυτή τη δυναμική, οδηγώντας σε ετήσια αύξηση των αναζητήσεων, καθώς οι χρήστες διατυπώνουν όλο και πιο σύνθετα ερωτήματα. Όσο οι εκδότες συνεχίζουν να προσφέρουν την ανθρώπινη ματιά και την αξιοπιστία που απαιτούν αυτές οι απαντήσεις, η ζήτηση για το έργο τους θα παραμένει ισχυρή».
Ταυτόχρονα, όμως, προειδοποιεί για τον μεγαλύτερο κίνδυνο: «Την έλλειψη διαφάνειας και την αδυναμία διάκρισης των επαληθευμένων γεγονότων από τον συνθετικό θόρυβο».
Γι’ αυτό, όπως λέει, η εμπιστοσύνη στο μέλλον «πρέπει να είναι τεχνικά επαληθεύσιμη», με εργαλεία σήμανσης και πρωτοβουλίες όπως ο συνασπισμός C2PA για την αυθεντικότητα του περιεχομένου.