Μια νέα ιστορική αφήγηση υποστηρίζει ότι η βία – και όχι οι ιδέες – γέννησε τη Βιομηχανική Επανάσταση
Ήταν τα όπλα, η λεηλασία και η δουλεία εκείνα που έβαλαν μπροστά τη μηχανή της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας; Ή μήπως η πρόοδος γεννήθηκε αλλού – στα εργαστήρια, στα τυπογραφεία και στα μυαλά των εφευρετών;
Το ερώτημα βρίσκεται στο επίκεντρο ενός νέου, φιλόδοξου ιστορικού έργου που επιχειρεί να ξαναγράψει την ιστορία της Βιομηχανικής Επανάστασης. Σε εκτενή ανάλυσή του, ο Economist εξετάζει –και αποδομεί– αυτή την κεντρική θέση.
Αφετηρία του βιβλίου είναι μια ακραία, αλλά αποκαλυπτική μορφή του 18ου αιώνα: ο Τόμας Θίστλγουντ, ιδιοκτήτης φυτειών στην Τζαμάικα, που πλούτισε επιβάλλοντας καταναγκαστική εργασία στους σκλάβους του.
Σε αντίθεση με πολλούς ομοίους του, κατέγραψε με ανατριχιαστική ακρίβεια την καθημερινή του βία: μαστιγώσεις, βασανιστήρια, συστηματικούς βιασμούς, τιμωρίες σχεδιασμένες για να εξευτελίζουν.
Τα ημερολόγιά του, γραμμένα χωρίς πρόθεση δημοσιότητας, αποτελούν σήμερα ένα από τα πιο σκοτεινά τεκμήρια της αποικιοκρατικής πραγματικότητας.
«Χωρίς παγκοσμιοποιημένη βία, δεν θα υπήρχε Βιομηχανική Επανάσταση»
Ο συγγραφέας του βιβλίου χρησιμοποιεί ιστορίες όπως αυτή του Θίστλγουντ για να διατυπώσει ένα τολμηρό –και προκλητικό– επιχείρημα: ότι η βία δεν ήταν απλώς ένα παράπλευρο κόστος της νεωτερικότητας, αλλά η ίδια η προϋπόθεσή της.
Κατά την άποψή του, χωρίς την παγκοσμιοποιημένη χρήση της βίας για το κέρδος, η Βιομηχανική Επανάσταση δεν θα είχε συμβεί.
Το σκεπτικό είναι συγκεκριμένο. Στα τέλη του 18ου αιώνα, η Δύση γνωρίζει ραγδαία πρόοδο στην οπλική τεχνολογία.
Τα νέα όπλα δεν χρησιμοποιούνται μόνο από κράτη, αλλά και από ιδιωτικές εταιρείες – με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών. Άλλα όπλα πωλούνται σε τοπικούς πολέμαρχους, τροφοδοτώντας έναν παγκόσμιο κύκλο βίας και αρπαγής.
Έτσι, υποστηρίζει το βιβλίο, το παγκόσμιο εμπόριο μετατρέπεται σε έναν αγώνα επιβίωσης: όποιος δεν αγοράζει όπλα, κινδυνεύει να λεηλατηθεί από εκείνους που έχουν. Για να χρηματοδοτήσουν την άμυνά τους, κοινωνίες σε όλο τον κόσμο πουλούν ό,τι διαθέτουν – από κερί και καμφορά στα δάση του Βόρνεο μέχρι ελεφαντόδοντο στην Αφρική και ανθρώπους σχεδόν παντού.
Όπλα, κέρδη και εργοστάσια
Ο συγγραφέας ενισχύει το επιχείρημά του με εντυπωσιακά στατιστικά στοιχεία. Στον 19ο αιώνα, οι εισαγωγές νιτρικού καλίου της Βρετανίας από την Ινδία επαρκούσαν για την παραγωγή πυρίτιδας ικανής να τροφοδοτήσει από 1 έως 3 δισ. βολές – περισσότερες από τον παγκόσμιο πληθυσμό της εποχής.
Τα κέρδη από το εμπόριο όπλων, τη λεηλασία και τη δουλεία ήταν τεράστια και, σύμφωνα με τη θέση του βιβλίου, ένα μέρος τους επενδύθηκε στα εργοστάσια, τους σιδηροδρόμους και τις μηχανές ατμού που χαρακτήρισαν τη Βιομηχανική Επανάσταση.
Από αυτή τη σκοπιά, «η καταστροφή δημιούργησε τον σύγχρονο κόσμο» – και, ταυτόχρονα, έσπειρε τους σπόρους της σημερινής κλιματικής κρίσης.
Εντοπίζοντας τα κενά
Το αφήγημα αυτό έχει όμως σοβαρές αδυναμίες, παρατηρεί ο Economist. Πρώτον, δεν είναι καθόλου προφανές ότι ο κόσμος έγινε πιο βίαιος μετά τα τέλη του 18ου αιώνα.
Η αγριότητα της δουλείας, όσο αποτρόπαια κι αν ήταν, δεν αποτελεί ιστορική καινοτομία. Η σταύρωση στη ρωμαϊκή εποχή, οι σφαγές των μεσαιωνικών πολέμων ή οι κατακτήσεις των Μογγόλων δείχνουν ότι η μαζική βία προϋπήρχε του καπιταλισμού.
Δεύτερον, τα ιστορικά δεδομένα δείχνουν ότι η μεγάλη οικονομική τομή δεν συμπίπτει με κάποια έκρηξη βίας, αλλά με μια έκρηξη καινοτομίας. Για περίπου 18 αιώνες, το παγκόσμιο εισόδημα ανά κάτοικο παρέμενε σχεδόν στάσιμο. Μετά το 1820, όμως, εκτοξεύεται. Αυτό που αλλάζει δεν είναι η ανθρώπινη σκληρότητα, αλλά η παραγωγή νέων ιδεών.
Οι ιδέες, όχι τα όπλα
Η Βιομηχανική Επανάσταση, τονίζει το περιοδικό, στηρίχθηκε στην εφεύρεση, τη διάδοση και την εφαρμογή της γνώσης.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η τυπογραφία, που μείωσε δραστικά το κόστος των βιβλίων και επέτρεψε τη συσσώρευση και τη μετάδοση γνώσης σε πρωτοφανή κλίμακα. Η πρόοδος επιταχύνθηκε επειδή περισσότεροι άνθρωποι μπορούσαν να μαθαίνουν, να πειραματίζονται και να χτίζουν πάνω στις ιδέες των προηγούμενων.
Η δουλεία και η αποικιοκρατία ίσως συνέβαλαν περιθωριακά, αναγνωρίζει ο Economist. Όμως οι ευρωπαϊκές χώρες με μεγάλες αποικίες δεν εκβιομηχανίστηκαν ταχύτερα από εκείνες με ελάχιστες.
Το οικονομικό βάρος του δουλεμπορίου στη βρετανική οικονομία δεν ήταν μεγαλύτερο από εκείνο της προβατοτροφίας – και όμως κανείς δεν ισχυρίζεται ότι «τα πρόβατα χρηματοδότησαν τη Βιομηχανική Επανάσταση».
Ένας εντυπωσιακός μύθος
Το βιβλίο είναι πλούσια τεκμηριωμένο και φωτίζει παραγνωρισμένες όψεις της παγκόσμιας ιστορίας, από το Νταρφούρ έως τη Νέα Ζηλανδία. H κεντρική του θέση ;omvw υπερβάλλει.
Ο σύγχρονος κόσμος πράγματι σημαδεύτηκε από βία και εκμετάλλευση, αναγνωρίζει ο Economist. Δεν χτίστηκε, όμως, από δολοφόνους. Χτίστηκε από εφευρέτες, επιστήμονες και ιδέες.