Η πρώτη γνωστή αποζημίωση για εργατικό ατύχημα γράφεται πάνω σε ένα πειρατικό
Υπάρχουν ημερομηνίες που μοιάζουν με υποσημείωση – μέχρι να τις κοιτάξεις από κοντά.
26 Ιανουαρίου 1695: σε μια εποχή που οι ναυτικοί χάνονται χωρίς ίχνος, που τα εργατικά ατυχήματα μετριούνται ως «μοίρα» και που η ζωή ενός ανθρώπου χωράει σε μια γραμμή του λογαριασμού, ένας καπετάνιος με φήμη αμφίβολη κάνει κάτι που θυμίζει 21ο αιώνα.
Γράφει όρους εργασίας. Και μέσα τους προβλέπει, σχεδόν λογιστικά, τι «δικαιούται» ένας άνδρας αν χάσει χέρι ή πόδι στη δουλειά.
Το όνομα του καπετάνιου είναι Γουίλιαμ Κιντ. Στη λαϊκή φαντασία θα γίνει «πειρατής». Στα χαρτιά ξεκινά ως ιδιώτης κουρσάρος: παίρνει βασιλική άδεια, με αποστολή να κυνηγήσει πειρατές και εχθρικά – κυρίως γαλλικά – πλοία.
Αλλά η πραγματική ιστορία – αυτή που δένει οικονομία, πολιτική και ανθρώπινο κίνδυνο – αρχίζει πιο πριν, στις συμφωνίες που στήνονται γύρω από το πλοίο του.
Μία «startup» του 17ου αιώνα με επενδυτές και ρίσκο
Το Adventure Galley δεν είναι ένα τυχαίο σκαρί. Είναι επένδυση. Η επιχείρηση χρειάζεται κεφάλαιο, προστάτες, πολιτική κάλυψη. Σε συμφωνίες του 1695, ο Κιντ συνδέεται με ισχυρούς παράγοντες της αγγλοαμερικανικής ελίτ και με χρηματοδότηση που μοιράζεται μεταξύ του ίδιου και των υποστηρικτών του (με τον Λόρδο Bellomont να εμφανίζεται ως κεντρικός παίκτης στην εξασφάλιση χρημάτων).
Το μοντέλο είναι απλό και ωμό: μερίδιο στα κέρδη για όσους βάζουν πλάτη, πολιτική ή χρήμα – και μερίδιο στη λεία για το πλήρωμα. Αυτή η οικονομία της θάλασσας δουλεύει με μπόνους, ποσοστά και ρίσκο θανάτου.
Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται η «καινοτομία» του Κιντ.
«Αν χάσεις χέρι ή πόδι»: η αποζημίωση ως όρος εργασίας
Στις συμβάσεις που συνδέονται με το Adventure Galley, εμφανίζεται ένας κανόνας που θυμίζει ασφαλιστήριο. Η διατύπωση – σε γλώσσα του 17ου αιώνα – λέει ότι αν κάποιος άνδρας χάσει άκρο «εν ώρα υπηρεσίας», δικαιούται χρηματική αποζημίωση (600 κομμάτια των 8) ή «ικανούς σκλάβους». Η ίδια λογική αποζημίωσης για ακρωτηριασμό συναντάται και σε άλλους πειρατικούς κώδικες της περιόδου ως «τυποποιημένο» σύστημα για τραυματισμούς.
Το πιο σοκαριστικό σήμερα δεν είναι μόνο το ότι υπάρχει αριθμός. Είναι ότι υπάρχει συμφωνία: η απώλεια του σώματος μετατρέπεται σε προβλέψιμο οικονομικό γεγονός. Δεν είναι «τύχη». Είναι ρήτρα.
Γιατί σε ένα πλοίο που κυνηγάει πειρατές (ή πλοία που βαφτίζονται πειρατικά), η πειθαρχία είναι εύθραυστη. Το πλήρωμα θέλει να ξέρει ότι δεν θα πεταχτεί στον δρόμο – ή στη θάλασσα – αν γυρίσει «μισός».
Τι είναι τα «κομμάτια των 8» και γιατί μετράνε
Τα «κομμάτια των 8» δεν είναι λογοτεχνία. Είναι το διεθνές νόμισμα της εποχής: το ισπανικό δολάριο που κυκλοφορεί από λιμάνι σε λιμάνι και λειτουργεί σαν παγκόσμια μονάδα αξίας.
Η αποζημίωση των 600 κομματιών δεν είναι «φιλοδώρημα». Είναι ποσό που, για έναν ναυτικό, ακούγεται σαν υπόσχεση ζωής. Ακριβώς γι’ αυτό η ρήτρα κάνει δουλειά: αγοράζει συναίνεση.
Κι ύστερα υπάρχει η σκοτεινή πλευρά: η εναλλακτική αποζημίωση σε «σκλάβους». Το γεγονός ότι μπαίνει δίπλα στο νόμισμα, σαν ισοδύναμο, αποκαλύπτει τι θεωρείται «αξία» στον Ατλαντικό του 17ου αιώνα. Μισθός, ασφάλεια, ιδιοκτησία ανθρώπων: όλα χωράνε στην ίδια πρόταση.
Όταν ο νόμος και η πειρατεία μπερδεύονται
Ο Κιντ ξεκινά ως νόμιμος κυνηγός πειρατών. Στην πορεία, το όνομά του θα μπλεχτεί με κατηγορίες, πολιτικά παιχνίδια και μια δίκη που θα τον οδηγήσει στην αγχόνη το 1701. Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στον κουρσάρο και τον πειρατή είναι, συχνά, η πολιτική σκοπιμότητα.
Όμως η «ασφάλεια» που γράφεται για το πλήρωμα του Adventure Galley μένει ως παράδοξο αποτύπωμα: σε μια εποχή όπου τα κράτη δεν έχουν ακόμη μηχανισμούς προστασίας εργαζομένων, οι πιο βίαιες μορφές εργασίας – η πειρατεία, ο πόλεμος στη θάλασσα – δημιουργούν ιδιωτικούς κανόνες πρόνοιας. Όχι επειδή είναι δίκαιοι. Αλλά επειδή είναι πρακτικοί.
Η κληρονομιά ενός κυνικού «συμβολαίου»
Αν το δεις ψυχρά, το χαρτί του Κιντ δεν είναι ανθρωπισμός. Είναι εταιρική πολιτική κινδύνου, γραμμένη με μελάνι και αλμύρα. Ένα πλοίο χρειάζεται άνδρες που θα ανέβουν πρώτοι στο ρέλι, που θα αντέξουν τον καπνό, που θα ριχτούν σε μάχη σώμα με σώμα. Για να το κάνουν, θέλουν να ξέρουν ότι, αν μείνουν ανάπηροι, δεν θα τελειώσουν ως βάρος.
Έτσι, σε μια ημερομηνία που μοιάζει μακρινή, γεννιέται μια ιδέα τρομακτικά οικεία: η εργασία έχει τίμημα – και το ρίσκο της μπορεί να κοστολογηθεί. Η πρώτη «αποζημίωση εργαζομένων» της Αμερικής, γραμμένη όχι σε γραφείο υπουργείου, αλλά στο περιθώριο ενός ταξιδιού που θα μυρίσει μπαρούτι, χρυσό και σκάνδαλο.
Και το πιο ειρωνικό; Για να φτάσει η κοινωνία να θεσμοθετήσει εργατικά δικαιώματα, θα χρειαστούν αιώνες. Ο πειρατής, όμως, έχει ήδη κάνει τον υπολογισμό του.