Ένα νέο παρασκήνιο διαμορφώνεται μετά την ανάληψη των καθηκόντων της πρέσβειρας από την Κίμπερλι Γκιλφόιλ με πληροφορίες να αναφέρουν ότι τουλάχιστον δύο υπουργοί της κυβέρνησης έχουν ήδη ανοίξει απευθείας δίαυλους επικοινωνίας μαζί της, παρακάμπτοντας την τυπική διπλωματική οδό και το πρωτόκολλο.
Το γεγονός προκαλεί ερωτήματα για το κατά πόσο το Μέγαρο Μαξίμου έχει δώσει «πράσινο φως» σε μια τέτοια αυτονομία ή αν βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα άτυπο σχήμα «προσωπικής διπλωματίας» εντός του υπουργικού συμβουλίου.
Η ουσία δεν είναι μόνο ότι στήνονται απευθείας γραμμές με τη νέα πρέσβειρα των ΗΠΑ, αλλά και το πώς διαβάζεται αυτή η κίνηση στη σημερινή συγκυρία. Η Γκιλφόιλ, σύμφωνα με όσα έχει δηλώσει, δείχνει διάθεση για πιο ενεργή και δυναμική παρέμβαση στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, μιλώντας για ενίσχυση της συμμαχίας και για συνεργασία που θα περάσει «σε νέα επίπεδα». Κάποιοι στην Αθήνα φαίνεται πως ερμήνευσαν το μήνυμα αυτό ως ευκαιρία για απευθείας πρόσβαση όχι μόνο στην πρεσβεία, αλλά εμμέσως και στον σκληρό πυρήνα της διοίκησης Τραμπ.
Ακριβώς εδώ όμως γεννιέται και το κρίσιμο ερώτημα: ποιος συντονίζει; Διότι για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, το κεντρικό διακύβευμα είναι ο πλήρης έλεγχος της εξωτερικής πολιτικής και των διεθνών επαφών της χώρας, σύμφωνα με το Έθνος. Αν η επικοινωνία με την Ουάσιγκτον αρχίσει να «σπάει» σε παράλληλα κανάλια, με υπουργούς να κινούνται βάσει προσωπικών επαφών και δικών τους ατζεντών, ο κίνδυνος να φτάσουν στην αμερικανική πλευρά αντιφατικά μηνύματα δεν είναι θεωρητικός αλλά ορατός.