Του Κωνσταντίνου Βαθιώτη*
Στον Β΄ Τόμο του βιβλίου της «Δημοσιογραφικά χρόνια. ΠΕΝΗΝΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΙ…» (1951-1967, σελ. 165) η μακαρίτισσα εκδότρια της «Καθημερινής» Ελένη Βλάχου αναπαράγει ένα χρονογράφημά της, πρωτοδημοσιευμένο στο περιοδικό «Επίκαιρα» της 28ης Νοεμβρίου 1954.

Το χρονογράφημα αυτό (το είχε τιτλοφορήσει «Ουτοπίες») επαληθεύει στο έπακρο την υπόνοια ότι η κρατική εξουσία μεταχειρίζεται διαχρονικά τον Έλληνα πολίτη με την μέθοδο του ψευτοδημοκρατικού καρμπόν, θεωρώντας (ή προσπαθώντας να τον πείσει) ότι ο εγκέφαλός του είναι βρεφικής ηλικίας.
ΒΡΕΦΟΠΟΙΗΣΗ
Πρόκειται για το φαινόμενο της βρεφοποίησης του πολίτη (infantilization), μέσω του οποίου η εκάστοτε κυβέρνηση προσπαθεί να χειραγωγήσει τα εύπλαστα και ευάλωτα «πολιτικά βρέφη» χρησιμοποιώντας τα δύο πνευματικά μυδραλιοβόλα της προπαγάνδας: την εξαπάτηση και τον εκφοβισμό.
Η Ελένη Βλάχου εξανίσταται για την συστηματική επιχείρηση βρεφοποίησης του «ανθρώπου του δρόμου», σχολιάζοντας πρώτα την σταθερή ροπή του εξουσιαστικού συστήματος να μετέρχεται απατηλά μέσα. Γράφει, λοιπόν, με θαυμαστή ακρίβεια: «Χρόνια τώρα με εξαπατούν, σαν να ήμουν ένα άρρωστο και ελαφρώς καθυστερημένο παιδί, που πρέπει μεν να πιει όλα τα γιατρικά, αλλά να τα πιει ξεγελασμένο, λέγοντας “ευχαριστώ”, πιστεύοντας ότι καταπίνει σιρόπια».
Λίγο προτού ολοκληρώσει το χρονογράφημά της, η Ελένη Βλάχου στηλιτεύει την απόπειρα βρεφοποίησης των πολιτών, στην οποία ο κυβερνητικός μηχανισμός επιδίδεται συνεχώς, αναδεικνύοντας την επικινδυνότητα του δεύτερου όπλου που προέρχεται από την φαρέτρα της προπαγάνδας, δηλαδή τον εκφοβισμό του λαού με χρήση μπαμπούλων.
Σήμερα, οι «μπαμπούλες» που επικαλούνται οι ανά τον κόσμο πολιτικοί, προκειμένου να παραλύουν την ήρεμη και ώριμη σκέψη των μαζανθρώπων, οι οποίοι, τρέμοντας και τον ίσκιο τους, δεν τολμούν να αμφισβητήσουν την εξουσία, αντιθέτως πιάνονται από το φουστάνι της, είναι σχεδόν αμέτρητοι, διαγωνιζόμενοι σε μια υβριδική, και οπωσδήποτε σατανοκίνητη, σκυταλοδρομία «κρίσεων», ελεγχόμενων από την εγχώρια και αλλοδαπή ελίτ. Προκειμένου να μεγιστοποιηθεί ο φόβος των βρεφοποιημένων πολιτών και έτσι να επιζητούν απεγνωσμένα την προστασία των «κυβερνητικών γονέων» τους, οι δαιμόνιοι διαχειριστές της ανθρωπότητας εφηύραν τον όρο «πολυκρίση»! Άρα, στην τρίτη δεκαετία του 21ου (απατ)αιώνα άνωθεν της νηπιακής κούνιας με τα αόρατα ηλεκτρονικά κάγκελα ίπταται ένας υπερ-μπαμπούλας που, ως τέτοιος, υπόσχεται την τέλεια πειθαρχία και υπακοή εκ μέρους των λαών.
Εφόσον, όμως, η βρεφοποίηση αποτελεί στην ουσία κακοποίηση, καλούμαστε όλοι μας πρώτα να συνειδητοποιήσουμε την νοσηρή κατάσταση στην οποία μας έχουν παγιδεύσει οι «πολιτικοί κακοποιητές μας» και ακολούθως να σκεφτούμε τους δυνατούς τρόπους απελευθέρωσής μας από την ιδιότυπη θέση ομηρίας μας.
ΔΙΕΥΘΥΝΟΜΕΝΗ ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ
Ισχύει και εδώ η διαπίστωση που κάνει η Ελένη Βλάχου με αφορμή την καταγραφή των εντυπώσεών της από την Ρωσία του 1953 (η υποενότητα τιτλοφορείται «διευθυνόμενη ψυχαγωγία») και, ειδικότερα, το τέχνασμα που εφήρμοζε το σοβιετικό καθεστώς για να χειραγωγεί αποτελεσματικά τον βρεφοποιημένο-κακοποιημένο πολίτη:
Χάρη στο μηχάνημα της τηλεόρασης, «ακόμα και μέσα στο σπίτι του, μέσα στη μια και μοναδική κάμαρα», το ολοκληρωτικό καθεστώς «τρέφει τον πολίτη με τα λόγια που θέλει, του αναπτύσσει τα αισθήματα, τα μίση, τους ενθουσιασμούς που θέλει. Του δίνει και οδηγίες και συμβουλές και γλιστρά χρήσιμες προειδοποιήσεις, του αναφέρει πάλι και πάντοτε και ακούραστα τα συνθήματα που τον έχουν παραλάβει από κούνια. Και τον κρατά μακριά από το πλέον επικίνδυνο όπλο που έχει ανακαλύψει και που θα ανακαλύψει ποτέ η ανθρωπότης: από τον ένα, τον κάπως ανήσυχον άνθρωπο, που θα ξυπνήσει στην ψυχή του το αίσθημα της ανταρσίας».
ΜΟΥΔΙΑΣΜΕΝΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ
Ωστόσο, το μεγάλο σοκ που θα υποστεί ο σημερινός αναγνώστης του κειμένου της Ελένης Βλάχου σχετικά με τις αναμνήσεις της από το ταξίδι στην Ρωσία του 1953 είναι η απάντησή της στο ερώτημα πολλών Αθηναίων εκείνης της εποχής αναφορικά με το πώς έμοιαζε ο τότε Σοβιετικός πολίτης.
Ιδού η αποκαλυπτική της απάντηση: Ο Ρώσος πολίτης «δείχνει μουδιασμένος. Μοιάζει συνεχώς να φυλάγεται. […] αποφεύγει κάθε τι που θα τον κάνει να ξεχωρίσει […], πέραν της ευθύνης που του έχει ορισθεί, δεν αναλαμβάνει άλλη καμιά […], φοβάται να μη χάσει τα προνόμια, μη δεν συμπεριληφθεί σε κάποια διανομή, να μη χάσει τη σειρά του προβιβασμού του».
Τα παραπάνω λόγια της Ελένης Βλάχου πρέπει να σημάνουν ηχηρό συναγερμό λόγω της προφανούς αναλογίας που ανακύπτει ανάμεσα στον Σοβιετικό πολίτη του 1953 και τον Νεοέλληνα του 2026, ο οποίος κυβερνάται από το μητσοτακικό καθεστώς με παρόμοιο τρόπο: Μουδιασμένος από τις πηγές της καθημερινής του ανασφάλειας, την ακρίβεια, τους αλλεπάλληλους φόρους, τα πρόστιμα κ.λπ. και εξαρτημένος ταυτοχρόνως από τα ψωροεπιδόματα που του τάζει το πανούργο, νεοσταλινικό κράτος, η συμπαγής πλειονότητα του λαού παραμένει μουδιασμένη και κατά τούτο απρόθυμη ή ανίκανη να σηκώσει κεφάλι για να αμφισβητήσει και να ελέγξει τους ψευτοδημοκράτες που την κυβερνούν αντιμετωπίζοντάς την σαν ξεπουπουλιασμένη και εν ταυτώ ταπεινωμένη κότα.
ΑΥΣΤΗΡΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ
Όποιος διστάζει να συμφωνήσει ως προς την προαναφερθείσα αναλογία θα μπορέσει να την αναγνωρίσει μόλις προχωρήσει στην ανάγνωση της επόμενης υποενότητας που τιτλοφορείται «Ο εφιάλτης της βαθμολογίας»:
«Η κρατική τακτοποίηση τον έχει τοποθετήσει σε ένα μικρό διαμέρισμα μιας σιδερένιας κυψέλης. Περισσότερο έντομο παρά άνθρωπος [σ.σ.: σήμερα μας εξευτελίζουν προπαγανδίζοντας την εντομοφαγία!], ζει, τρέφεται, κινείται, γνωρίζει στιγμές ψυχαγωγίας, αλλά είναι στερεά δεμένος στον νόμο της κυψέλης. Εάν θελήσει να ελευθερωθεί, χάθηκε. Ο Ρώσος πολίτης δεν παύει ποτέ, ούτε στιγμή, ούτε ώρα, να βρίσκεται κάτω από αυστηρή παρακολούθηση. Από την ημέρα που θα γεννηθεί έως την ημέρα που θα πεθάνει, βαθμολογείται».
Αντιστοίχως, λογισμικά παρακολούθησης των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, χιλιάδες έξυπνες κάμερες, αλλεπάλληλα πρόστιμα και ηλεκτρονικές ταυτότητες με ενσωματωμένο προσωπικό αριθμό συνθέτουν το κοκτέιλ του μητσοτακικού-οργουελικού κράτους επιτήρησης και τιμωρίας.
ΠΟΘΗΤΗ ΚΗΔΕΜΟΝΙΑ
Σε συνέχεια του προπαρατεθέντος αποσπάσματος, η Ελένη Βλάχου αξιοποιεί πάλι το πρίσμα της βρεφοποίησης: «Ίσως αυτό που για τον ελεύθερο άνθρωπο αποτελεί μια εφιαλτική κηδεμονία, αυτό το σύστημα που τον κρατεί σε μια πειθαρχία ανηλίκου σε όλη του τη ζωή, να μην τον βαραίνει όσο φανταζόμαστε εμείς. Ίσως την κηδεμονία να την μεταφράζει σε προστασία, και όχι μόνο να την ανέχεται, αλλά και να την αποζητά. Πάντως όμως δεν τον έχει αφήσει να εξελιχθεί ελεύθερα, έχει κοιμίσει το πνεύμα του, έχει αφαιρέσει την δύναμη την δημιουργική από τους καλλιτέχνες, την πρωτοτυπία, την φαντασία, την πρόοδο από ανθρώπους της πένας».
Το τελευταίο αυτό χωρίο είναι αποκαλυπτικό της ομοιότητας που υπάρχει ανάμεσα στον Έλληνα του 2026 και τον Ρώσο του 1953: Όπως ο δεύτερος, έτσι και ο πρώτος φαίνεται πως έχει εθιστεί σε μια βρεφοποιητική σχέση πολίτη – κυβέρνησης, η οποία τον ευνουχίζει κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μην αισθάνεται άβολα με ένα ολοκληρωτικού τύπου καθεστώς που τον εξαπατά, τον τρομοκρατεί, τον παρακολουθεί, τον επιτηρεί, τον τιμωρεί, αλλά και τον ανταμείβει όταν είναι συνεργάσιμος. Πολύ περισσότερο, αισθάνεται ασφαλής όταν τον κυβερνούν αυταρχικοί βιοεξουσιαστές, στους οποίους θέλει και ο ίδιος να μοιάσει, όπως ακριβώς συμβαίνει με το πρότυπο του σκληρού πατέρα που αναπαράγεται από το καταπιεσμένο παιδί του, θύμα του δυστοπικού δόγματος της «μηδενικής ανοχής».
ΕΤΟΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
Καθώς μόλις αλλάξαμε χρονιά, ας κλείσουμε το παρόν κείμενο με την βασική επιθυμία που ήθελε η Ελένη Βλάχου να εκπληρωθεί από έναν παντοδύναμο Αϊ-Βασίλη, ο οποίος θα έφερνε μερικούς μποναμάδες όχι για το σπιτικό της αλλά για την ζωή των Ελλήνων. Η επιθυμία αυτή είχε να κάνει με την δωρεά της Αλήθειας, επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε για μια χώρα που δεν έχει αλλάξει σε τίποτε επί 71 (τουλάχιστον) χρόνια:
«Πώς λένε κάθε χρόνο: το Έτος του Αγρότη, το Έτος του Εργάτη; Στείλε μας, Αϊ-Βασίλη, το Έτος της Αλήθειας και του Σεβασμού προς τον Πολίτη. Να μάθει τι γίνεται γύρω του. Να του πούνε σωστά τις απαιτήσεις του κράτους, να ξέρει τι φόρους θα πληρώσει και γιατί. […] Να μην τον φοβερίζουν με τον μπαμπούλα των αναδρομικών υποχρεώσεων, να μην τον ζαλίζουν με αόριστες υποσχέσεις, με ασαφείς απειλές, με κακομελετημένες θεωρίες. […] Και θα ήθελα ακόμη… Αλλά δεν βαριέστε! […] Και αυτός ο Αϊ-Βασίλης ταξιδιώτης είναι με μεγάλο πανέρι και πολλές υποσχέσεις. Και αυτός για να με ξεγελάσει ξεκινάει…»
*Πρ. αναπλ. καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ