Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα

Γιατί οι οικιακές συσκευές των γονιών μας κρατούσαν περισσότερο

Αναρωτιόμαστε συχνά γιατί παλιές οικιακές συσκευές που δεν έκαναν τίποτε περισσότερο πέρα από τις βασικές λειτουργίες τους, αποδεικνύονται τόσο ανθεκτικές και μακρόβιες, ακόμη και μετά από 40 χρόνια χρήσης.

Σήμερα αυτό είναι σπάνιο. Ο μέσος χρόνος ζωής μιας νέας, ασύρματης ηλεκτρικής σκούπας είναι μικρότερος από πέντε χρόνια, ενώ μικρές οικιακές συσκευές, δύσκολα ξεπερνούν τα εννέα χρόνια, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος.

 

Η κουλτούρα «χρήσης και απόρριψης» καλπάζει παγκοσμίως με τα Ηνωμένα Έθνη να εκτιμούν ότι ο παγκόσμιος όγκος απορριπτόμενων ηλεκτρονικών συσκευών –τα λεγόμενα ηλεκτρονικά απόβλητα- θα φτάσει τους 82 εκατομμύρια τόνους έως το 2030, από «μόλις» 62 εκατομμύρια το 2022.

Ειδικοί και γνώστες που μίλησαν στην Telegraph μάς δίνουν μια εικόνα: Δεν μπορείτε να φανταστείτε την πτώση στην ανθεκτικότητα των καθημερινών προϊόντων, λέει ένας εξ αυτών, (Γιουστ Βελτχουιζεν) μέλος του Repair Café International, ενός παγκόσμιου δικτύου εργαστηρίων «φτιάξ’ το μόνος σου (DIY).

Αχρείαστα «γκατζετάκια»

Ο ίδιος θεωρεί κατ’ αρχάς υπεύθυνη την αυξανόμενη ένταση του ανταγωνισμού μεταξύ των εταιρειών, ιδιαίτερα μετά την έλευση του ηλεκτρονικού εμπορίου. Όσο ο ανταγωνισμός οξύνεται, πολλοί κατασκευαστές προχωρούν σε επιθετικές μειώσεις τιμών για να αυξήσουν τα κέρδη και να ικανοποιήσουν τους μετόχους. Και εδώ η θεωρία (του) προσθέτει ότι όσο γίνονται εκπτώσεις για τη μείωση του κόστους, τόσο και η ποιότητα αναπόφευκτα πάσχει.

Η βρετανική εταιρεία υποδημάτων Dr Martens, για παράδειγμα, έχει αντιμετωπίσει κύμα κατηγοριών για μειωμένη ανθεκτικότητα των κάποτε διάσημα σκληροτράχηλων παπουτσιών της, από τη στιγμή που μετέφερε το 98% της παραγωγής της στην Ασία, όπου το εργατικό κόστος είναι πολύ χαμηλότερο από ό,τι στο Ηνωμένο Βασίλειο.

«Για όλα φταίει η Κίνα»

Όμως φταίει πραγματικά η ποιότητα κατασκευής στο εξωτερικό; Και εδώ υπάρχουν μερικές συμβατικές σοφίες και παρανοήσεις.

«Η Κίνα κατασκευάζει ό,τι της ζητάς. Αν ζητήσεις προϊόν υψηλής ποιότητας, θα το πάρεις. Αν ζητήσεις ένα φθηνό, χαμηλής ποιότητας προϊόν, αυτό θα σου δώσουν».

Υπάρχει και το άλλο: Ο ανταγωνισμός έχει ωθήσει τις εταιρείες να κάνουν απλά προϊόντα, υπερβολικά πολύπλοκα.

Οι κατασκευαστές,  «άρχισαν να προσθέτουν “καμπανάκια και σφυρίχτρες” για να προσελκύσουν καταναλωτές που αγαπούν τα γκάτζετ. Αυτά όμως καθιστούν τα προϊόντα πιο επιρρεπή σε βλάβες και πιο δύσκολα στην επισκευή.

Στις ηλεκτρικές σκούπες, για παράδειγμα, συνήθως χαλάει ένα ηλεκτρονικό πρόσθετο, όπως ο έλεγχος αναρρόφησης.

Με τη διαφορά ότι… πραγματικά ουδείς χρειάζεται ηλεκτρονικό έλεγχο αναρρόφησης. Είναι ένα περιττό τέχνασμα που χρησιμοποιούν οι εταιρείες για να ξεχωρίζουν.

Η επισκευή ηλεκτρονικών εξαρτημάτων απαιτεί εξειδίκευση που ξεπερνά τους περισσότερους απλούς χρήστες. Ακόμη και το άνοιγμα της συσκευής έχει γίνει δυσκολότερο.

«Παλιά, τα ανταλλακτικά ήταν διαθέσιμα και με μερικές απλές βίδες άνοιγες τη συσκευή, να τη φτιάξεις, να την καθαρίσεις και να την κλείσεις ξανά. Τώρα, αυτό γίνεται όλο και πιο δύσκολο».

Διαφορά κόστους

Πάμε σε εναν ακόμη: Επειδή πολλά προϊόντα κατασκευάζονται σε χώρες με χαμηλό εργατικό κόστος, η επισκευή τους στη χώρα όπου αγοράσθηκαν, κοστίζει, συχνά, περισσότερο από την αντικατάστασή τους. Και έτσι καταλήγουν στην ανακύκλωση. Ή στον κάδο.

Προγραμματισμένη απαξίωση

Οι πιο κυνικοί υποστηρίζουν ότι όλο αυτό γίνεται σκόπιμα, στο πλαίσιο μιας στρατηγικής που ενθαρρύνει τη συχνή αντικατάσταση προϊόντων. Αυτό που αποκαλούν «προγραμματισμένη απαξίωση».

Ένα από τα πρώτα γνωστά παραδείγματα αφορά τους κατασκευαστές λαμπτήρων τη δεκαετία του 1920. Όταν η τεχνολογία ηύξησε τη διάρκεια ζωής τους στις 2.500 ώρες, οι εταιρείες θεώρησαν ότι «οι λάμπες κρατούσαν υπερβολικά πολύ».

Έτσι, κορυφαίοι κατασκευαστές παγκοσμίως συνεργάστηκαν για να μειώσουν σκόπιμα τη διάρκεια ζωής των λαμπτήρων κατά 50%, ώστε να επιβιώσουν στην αγορά.

Συνωμοσία

Υπάρχουν όμως και επιφυλάξεις σε αυτή τη θεωρία. Η Καμίλα Κράιχ, ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Περιβαλλοντικής Μηχανικής στη Ζυρίχη, δηλώνει:

«Αν όλοι οι παραγωγοί συνωμοτούσαν εναντίον μας, θα περίμενε κανείς όλα τα προϊόντα να μείωναν τη διάρκεια ζωής τους με παρόμοιο ρυθμό. Αυτό όμως δεν συμβαίνει».

Άνοδος του βιοτικού επιπέδου

Στη μελέτη της, η Κράιχ εξέτασε πώς εξελίχθηκαν οι πωλήσεις και η χρήση μεγάλων οικιακών συσκευών στη Νορβηγία από τη δεκαετία του 1940.

Παρότι η διάρκεια ζωής ψυγείων και πλυντηρίων πιάτων παρέμεινε σχετικά σταθερή, οι φούρνοι και τα πλυντήρια ρούχων παρουσίασαν σημαντική πτώση στο προσδόκιμο λειτουργίας αρχής γενομένης από τη δεκαετία του 1990 και τις αρχές του 2000.

Τα πλυντήρια ρούχων έπεσαν από τα 19,2 χρόνια ζωής στα 10,6 χρόνια, οι δε φούρνοι από τα 23,στα σε 14,3 χρόνια.

Η Κράιχ αναγνωρίζει ότι η εισροή φθηνότερων προϊόντων επηρέασε την ποιότητα, αλλά τονίζει και τον ρόλο της καταναλωτικής συμπεριφοράς.

«Υπάρχει κοινωνική διάσταση, όχι μόνο τεχνική. Για παράδειγμα, στα πλυντήρια ρούχων υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι οι άνθρωποι πλένουν πιο συχνά. Όσο περισσότερους κύκλους κάνεις, τόσο λιγότερα χρόνια θα αντέξει».

Το 1960, μια μέση νορβηγική οικογένεια έκανε δύο πλύσεις την εβδομάδα, ενώ το 2000 πήγε στις οκτώ, αποτέλεσμα απλώς της ανόδου του βιοτικού επιπέδου.

Το τέλος της μπαλωμένης κάλτσας

Πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτή την κουλτούρα απόρριψης;

Ο (σχεδόν κρατικός) βρετανικός οργανισμός ReLondon κρίνει ότι οι καταναλωτές πρέπει να ενδιαφέρονται όχι μόνο για την ποιότητα, αλλά και για τη δυνατότητα επισκευής των προϊόντων τους.

«Λίγη γνώση μπορεί να κάνει τεράστια διαφορά», λέει. «Μας κάνει και πιο έξυπνους αγοραστές μακροπρόθεσμα».

Η νομοθεσία μπορεί να παίξει επίσης ρόλο. Η Γαλλία πρωτοστάτησε με τον «Δείκτη Επισκευής», που από το 2021 βαθμολογεί τις ηλεκτρικές συσκευές όχι μόνο ως προς την ενεργειακή τους επάρκεια αλλά και ως προς το πόσο εύκολα επισκευάζονται.

Υπάρχει όμως και εδώ και ένας αντίλογος, ριζωμένος σε βαθύτερες πολιτισμικές αλλαγές που έχουν αλλάξει τη σχέση μας με τα προϊόντα.

Τη δεκαετία του ’50 και του ’60, τα πάντα ήταν σπάνια και ακριβά. Έπρεπε να τα κρατάς όσο γινόταν περισσότερο. Τώρα τα ίδια πράγματα είναι πιο φθηνά. Διαθέτουμε περισσότερα χρήματα από ό,τι διέθεταν οι γονείς μας. Και για καλό ή για κακό, οι εποχές που μαντάραμε τις κάλτσες μας έχουν μάλλον, ανεπιστρεπτί, περάσει.

 

 

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Δυστυχώς, η φόρμα σχολίων είναι ανενεργή αυτή τη στιγμή.