Η παγκόσμια θερμοκρασία το 2025 δεν ξεπέρασε το ιστορικό υψηλό του 2024. Όχι επειδή «γύρισε» η κλιματική τάση, αλλά χάρη στη φυσική ψύξη που προκαλεί το φαινόμενο La Niña
Παρά την ψυχρή επίδραση της La Niña, τα τρία τελευταία χρόνια είναι τα θερμότερα που έχουν καταγραφεί ποτέ. Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι, χωρίς δραστική μείωση εκπομπών, τα ακραία φαινόμενα και τα νέα ρεκόρ είναι αναπόφευκτα.
Η παγκόσμια θερμοκρασία το 2025 δεν ξεπέρασε το ιστορικό υψηλό του 2024. Όχι επειδή «γύρισε» η κλιματική τάση, αλλά χάρη στη φυσική ψύξη που προκαλεί το φαινόμενο La Niña στον Ειρηνικό.
Τα νέα στοιχεία από την Copernicus Climate Change Service και τη Met Office είναι σαφή: ακόμη και με La Niña, ο πλανήτης παραμένει πολύ θερμότερος σε σχέση με πριν από μία δεκαετία.
Και το μήνυμα των επιστημόνων είναι ξεκάθαρο: αν οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα δεν μειωθούν απότομα, τα επόμενα χρόνια θα φέρουν νέα –και πιο επικίνδυνα– ρεκόρ θερμοκρασίας.
Τα «σχετικά δροσερά» χρόνια των μέσων 2020s
«Αν κοιτάξουμε είκοσι χρόνια μπροστά και επιστρέψουμε νοητά στα μέσα της δεκαετίας του 2020, θα τα θεωρούμε σχετικά δροσερά», προειδοποιεί η Σαμάνθα Μπέρτζες, αναπληρώτρια διευθύντρια του Copernicus.
Το 2025 η μέση παγκόσμια θερμοκρασία ήταν πάνω από 1,4°C υψηλότερη σε σχέση με τα προ-βιομηχανικά επίπεδα του τέλους του 19ου αιώνα. Τα ακριβή νούμερα διαφέρουν ελαφρώς μεταξύ επιστημονικών οργανισμών –λόγω διαφορετικών μεθόδων υπολογισμού– όμως κανείς δεν αμφισβητεί την ανοδική τάση.
Όπως εξηγεί ο καθηγητής Ρόουαν Σάτον, διευθυντής του Hadley Centre του Met Office, «γνωρίζουμε πολύ καλά ότι όσο συνεχίζουμε να διοχετεύουμε αέρια του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα, οι συγκεντρώσεις αυξάνονται και ο πλανήτης θερμαίνεται».
Ακραία φαινόμενα, ακόμη και χωρίς ρεκόρ
Το 2025 μπορεί να μην ήταν το θερμότερο έτος όλων των εποχών, αλλά τα ακραία καιρικά φαινόμενα δεν υποχώρησαν. Οι πυρκαγιές στην Καλιφόρνια τον Ιανουάριο –από τις ακριβότερες φυσικές καταστροφές στην ιστορία των ΗΠΑ– και ο τυφώνας Melissa τον Οκτώβριο, που προκάλεσε καταστροφικές πλημμύρες στην Αϊτή και σε όλη την Καραϊβική, θεωρείται ότι ενισχύθηκαν από την κλιματική αλλαγή.
Η υπερθέρμανση των ωκεανών σημαίνει ισχυρότερους τυφώνες, περισσότερη υγρασία στην ατμόσφαιρα και βροχοπτώσεις με πολύ μεγαλύτερη ένταση.
Πιο κοντά από ποτέ στο όριο του 1,5°C
Η συνεχιζόμενη άνοδος φέρνει τον κόσμο επικίνδυνα κοντά στο διεθνές όριο των 1,5°C, που συμφωνήθηκε από σχεδόν 200 χώρες το 2015. Στόχος ήταν να αποφευχθούν οι πολύ πιο σοβαρές επιπτώσεις που συνεπάγεται η υπέρβαση των 2°C.
«Με βάση τα τελευταία δεδομένα, φαίνεται πως θα ξεπεράσουμε το όριο των 1,5 βαθμών μόνιμης υπερθέρμανσης πριν από το τέλος της δεκαετίας», εκτιμά η Μπέρτζες.
Χάρτες και γραφήματα δείχνουν ότι οι τρεις τελευταίες χρονιές ήταν οι θερμότερες παγκοσμίως, με σχεδόν ολόκληρο τον πλανήτη να εμφανίζεται «κόκκινος» – θερμότερος από τον μέσο όρο.
El Niño, La Niña και τα «αναπάντητα ερωτήματα»
Οι επιστήμονες υπενθυμίζουν ότι, πέρα από την ανθρώπινη επίδραση, κάθε έτος επηρεάζεται και από φυσικές διακυμάνσεις. Το El Niño τείνει να ανεβάζει τη θερμοκρασία παγκοσμίως, ενώ η La Niña την περιορίζει.
Το El Niño συνέβαλε στο ρεκόρ του 2024 και, σε μικρότερο βαθμό, του 2023. Το 2025, αντίθετα, η επιστροφή της La Niña «φρέναρε» κάπως την άνοδο. Το γεγονός όμως ότι οι θερμοκρασίες παρέμειναν τόσο υψηλές σε έτος La Niña «είναι ανησυχητικό», σημειώνει ο Ζέικ Χάουσφαδερ του Berkeley Earth.
Η απότομη «εκτίναξη» της θερμοκρασίας το 2023 αιφνιδίασε πολλούς επιστήμονες και άνοιξε συζήτηση για πρόσθετους παράγοντες – όπως αλλαγές στα σύννεφα και στα αερολύματα που αντανακλούν λιγότερη ηλιακή ακτινοβολία πίσω στο διάστημα.
«Ίσως υπάρχουν μηχανισμοί που δεν έχουμε ακόμη κατανοήσει πλήρως», παραδέχεται ο Χάουσφαδερ.
Το μέλλον δεν είναι προδιαγεγραμμένο
Παρά τα ανησυχητικά δεδομένα, οι επιστήμονες τονίζουν ότι τίποτα δεν είναι αναπόφευκτο. «Μπορούμε να επηρεάσουμε έντονα το τι θα συμβεί», λέει ο Σάτον, «τόσο με τη μείωση των εκπομπών –ώστε να σταθεροποιηθεί η υπερθέρμανση– όσο και με την προσαρμογή, κάνοντας τις κοινωνίες πιο ανθεκτικές».
Το παράθυρο, ωστόσο, στενεύει. Και τα «σχετικά δροσερά» χρόνια ίσως τα ζούμε ήδη – χωρίς να το καταλαβαίνουμε.