Σε ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό συμπέρασμα κατέληξαν ερευνητές, εξετάζοντας την ποιότητα των υδάτων σε μεγάλη λίμνη της Γαλλίας.
Η λίμνη του Anecy, γνωστή ως μια από τις πιο καθαρές στην Ευρώπη, αντιμετωπίζει έναν «αόρατο» περιβαλλοντικό κίνδυνο που απειλεί τη βιωσιμότητά της.
Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξαν ερευνητές, οι οποίοι τοποθέτησαν στο μικροσκόπιό τους τα νερά της λίμνης, ανακαλύπτοντας σε αυτά μια ανεξήγητα υψηλή συγκέντρωση μικροπλαστικών.
Περαιτέρω έρευνα ανέδειξε το μέγεθος του προβλήματος, καθώς τα «ξένα σώματα» τα οποία εντοπίστηκαν στα νερά της λίμνης του Anecy αποδείχθηκε ότι προέρχονταν από τα ελαστικά των οχημάτων που κινούνται στους περιφερειακούς δρόμους.
Ειδικότερα, οι ερευνητές εντόπισαν τις ουσίες 6PPD/6PPD-q, οι οποίες χρησιμοποιούνται στα ελαστικά των οχημάτων ώστε να περιοριστεί η φθορά τους.
Μάλιστα οι ίδιες ουσίες εντοπίστηκαν στο πόσιμο νερό, μέρος του οποίου προέρχεται από τη λίμνη, στον αέρα, τα ψάρια, ακόμα και στο σώμα των κατοίκων της περιοχής.
Φυσικά η λίμνη του Anecy δεν αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα, καθώς οι ίδιες ουσίες μολύνουν τα νερά όλων των περιοχών που γειτνιάζουν με ένα εκτεταμένο οδικό δίκτυο.
Στην περίπτωση της λίμνης του Anecy, υπολογίζεται ότι στους οδικό δίκτυο που την περιβάλλει, μήκους 40 χιλιομέτρων, κινούνται σε καθημερινή βάση περισσότερα από 25.000 οχήματα.
Τα μικροσωματίδια τα οποία αποκολλώνται από τα ελαστικά καταλήγουν στο οδόστρωμα, ωστόσο, μετά από τη βροχή «πέφτουν» στα νερά της γειτονικής λίμνης.
Αν και γνωστό, το πρόβλημα της εκπομπής μικροσωματιδίων από τα ελαστικά των ή ακόμα και από το σύστημα πέδησης των οχημάτων έχει ενδεχομένως υποβαθμιστεί και μέχρι σήμερα δεν έχουν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα ώστε να περιοριστούν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις του.
Αυτό πρόκειται να συμβεί την 1η Ιουλίου του 2028 όταν και αναμένεται να τεθούν σε εφαρμογή αυστηρά όρια φθοράς και έκλυσης μικροπλαστικών από τα ελαστικά των οχημάτων.
Για να επιτευχθεί αυτό θα πραγματοποιηθούν μετρήσεις σε ρεαλιστικές συνθήκες και μόνον εκείνα τα ελαστικά τα οποία θα πληρούν τις προδιαγραφές θα μπορούν να διατεθούν στις αγορές των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.