Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur δεν είναι απλώς μια ακόμη εμπορική συμφωνία, αλλά πολιτικό και θεσμικό σκάνδαλο σε εξέλιξη.
Του Απόστολου Αποστόλου *
Η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου ΕΕ–Mercosur δεν είναι απλώς μια ακόμη εμπορική συμφωνία. Είναι ένα πολιτικό και θεσμικό σκάνδαλο σε εξέλιξη, όχι μόνο για το περιεχόμενό της, αλλά κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται να επιβληθεί, με παρακάμψεις, τετελεσμένα και ανοιχτή υποτίμηση της δημοκρατικής διαδικασίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που αρέσκεται να εμφανίζεται ως προπύργιο του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας, αποκαλύπτει για ακόμη μία φορά το πραγματικό της πρόσωπο, όπου οι αγορές προηγούνται και οι πολίτες έπονται.
Οι δηλώσεις του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς υπέρ της προσωρινής εφαρμογής της συμφωνίας, ακόμη και χωρίς την ολοκλήρωση της νομικής αξιολόγησης, δεν αποτελεί ένα ατυχές επικοινωνιακό ολίσθημα. Είναι μια πολιτική επιλογή και μάλιστα κυνική. Όταν ο ισχυρότερος ηγέτης της ΕΕ ζητά επί της ουσίας να παρακαμφθούν οι ευρωβουλευτές επειδή «καθυστερούν» μια συμφωνία, τότε το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: η δημοκρατία είναι αποδεκτή μόνο όταν δεν εμποδίζει τις μπίζνες.
Η λεγόμενη «προσωρινή εφαρμογή» παρουσιάζεται ως τεχνική διευκόλυνση. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για θεσμικό τέχνασμα. Μια μέθοδο δημιουργίας τετελεσμένων, ώστε όταν (και αν) έρθει η ώρα της δημοκρατικής έγκρισης, αυτή να είναι τυπική και άνευ ουσίας. Είναι η ίδια λογική που έχει εφαρμοστεί και στο παρελθόν. Πρώτα εφαρμόζουμε, μετά ρωτάμε. Αν ρωτήσουμε.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο μόνος άμεσα εκλεγμένος θεσμός της Ένωσης, έχει εκφράσει σοβαρές αντιρρήσεις για τη συμφωνία Mercosur. Όχι από ιδεοληψία, αλλά λόγω συγκεκριμένων και τεκμηριωμένων ανησυχιών: περιβάλλον, αγροτική παραγωγή, εργασιακά δικαιώματα, κλιματική κρίση. Αντί όμως αυτές οι ανησυχίες να αποτελέσουν βάση ουσιαστικής συζήτησης, αντιμετωπίζονται ως ενοχλητικός θόρυβος που πρέπει να παρακαμφθεί.
Αυτή η στάση δεν είναι ουδέτερη. Είναι βαθιά αντιδημοκρατική. Υπονομεύει ευθέως την έννοια της λαϊκής εκπροσώπησης και ενισχύει την ήδη διάχυτη αίσθηση ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί ως κλειστό κλαμπ κυβερνήσεων, τεχνοκρατών και λόμπι, αποκομμένο από τις κοινωνίες που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί.
Σ΄ αυτό το πλαίσιο, η στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης και του Κυριάκου Μητσοτάκη στη συμφωνία Mercosur μόνο έκπληξη δεν προκαλεί. Η κυβέρνηση επιλέγει για ακόμη μία φορά να στοιχηθεί με τον «σκληρό πυρήνα» των ευρωπαϊκών ελίτ, υιοθετώντας άκριτα το αφήγημα ότι η συμφωνία είναι «ωφέλιμη για την Ελλάδα», χωρίς ανάλυση, χωρίς διαβούλευση, χωρίς λογοδοσία.
Ποια ακριβώς Ελλάδα θα ωφεληθεί; Σίγουρα όχι η Ελλάδα των μικρομεσαίων αγροτών, των κτηνοτρόφων, των τοπικών παραγωγών. Αυτοί βρίσκονται ήδη στο όριο της επιβίωσης, πιεσμένοι από το κόστος ενέργειας, τις ελλείψεις εργατικών χεριών και την κλιματική αστάθεια. Η εισαγωγή φθηνών αγροτικών προϊόντων από χώρες όπου τα περιβαλλοντικά και εργασιακά πρότυπα είναι αισθητά χαμηλότερα συνιστά συνταγή οικονομικής εξόντωσης.
Το επιχείρημα περί «εξαγωγικών ευκαιριών» για την Ελλάδα μοιάζει περισσότερο με ευχολόγιο παρά με σοβαρή οικονομική στρατηγική. Πόσες ελληνικές επιχειρήσεις έχουν την κλίμακα και τη δυνατότητα να ανταγωνιστούν στις αγορές της Βραζιλίας ή της Αργεντινής; Και πόσες από αυτές ανήκουν στην πραγματική οικονομία και όχι σε ένα στενό κύκλο μεγάλων συμφερόντων;
Η συμφωνία Mercosur δεν σχεδιάστηκε για τις μικρές οικονομίες της περιφέρειας. Σχεδιάστηκε για τις μεγάλες βιομηχανίες, τις αυτοκινητοβιομηχανίες, τους κολοσσούς της αγροδιατροφής και τις πολυεθνικές. Όλα τα υπόλοιπα είναι επικοινωνιακή επένδυση.
Ακόμη πιο προκλητική είναι η περιβαλλοντική υποκρισία που συνοδεύει τη συμφωνία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται να θέτει φιλόδοξους στόχους για την «πράσινη μετάβαση», ενώ ταυτόχρονα ανοίγει διάπλατα την πόρτα σε προϊόντα που συνδέονται άμεσα με την αποψίλωση του Αμαζονίου, τη μαζική χρήση φυτοφαρμάκων και την καταστροφή οικοσυστημάτων. Οι λεγόμενες «ρήτρες βιωσιμότητας» είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ανεφάρμοστες και, στη χειρότερη, προσχηματικές.
Δεν είναι τυχαίο ότι περιβαλλοντικές οργανώσεις, αγροτικά συνδικάτα και κοινωνικά κινήματα σε ολόκληρη την Ευρώπη αντιδρούν σφοδρά στη συμφωνία. Η Mercosur δεν είναι πράσινη, δεν είναι δίκαιη και σίγουρα δεν είναι κοινωνικά ουδέτερη. Είναι μια συμφωνία που μεταφέρει το περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος στις πιο αδύναμες πλευρές της αλυσίδας, εντός και εκτός Ευρώπης.
Το πιο επικίνδυνο, όμως, είναι το θεσμικό προηγούμενο που επιχειρείται να εδραιωθεί. Αν η δημοκρατική διαδικασία μπορεί να παρακαμφθεί για χάρη μιας εμπορικής συμφωνίας, τότε τι εμποδίζει την ίδια πρακτική να εφαρμοστεί αύριο στην κοινωνική πολιτική, στην ενεργειακή στρατηγική ή στην εξωτερική πολιτική; Η λογική του «επείγοντος» και του «στρατηγικού» χρησιμοποιείται ολοένα και συχνότερα ως άλλοθι για τον περιορισμό της δημοκρατίας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δημοκρατική κρίση. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης αποξένωσης των πολιτών από τις ευρωπαϊκές αποφάσεις. Η υπόθεση Mercosur λειτουργεί ως επιταχυντής αυτής της κρίσης.
Όταν οι πολίτες βλέπουν ότι οι εκλεγμένοι εκπρόσωποί τους αγνοούνται, όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην τους και όταν η δημοκρατία αντιμετωπίζεται ως «εμπόδιο», τότε η πίστη στο ευρωπαϊκό εγχείρημα διαβρώνεται. Και αυτή η διάβρωση δεν είναι θεωρητική. Είναι πολιτική, κοινωνική και επικίνδυνη.
Η δημοκρατία δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο. Δεν είναι διαδικαστική πολυτέλεια που μπορεί να ανασταλεί για λόγους «αποτελεσματικότητας». Είναι ο πυρήνας της ευρωπαϊκής ταυτότητας — ή τουλάχιστον έτσι υποτίθεται. Αν όμως η ΕΕ επιλέξει να θυσιάσει τη δημοκρατία στον βωμό του ελεύθερου εμπορίου, τότε οφείλει να είναι ειλικρινής με τους πολίτες της.
Η συμφωνία Mercosur δεν αποτελεί απλώς μια λάθος πολιτική επιλογή. Είναι σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος: μιας Ευρώπης που απομακρύνεται από τους πολίτες της και πλησιάζει επικίνδυνα τις αγορές. Μιας Ευρώπης όπου η δημοκρατία υπάρχει «στα χαρτιά και στα λόγια», αλλά όχι στην πράξη.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν θα περάσει η Mercosur. Το ερώτημα είναι τι θα απομείνει από τη δημοκρατική υπόσχεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης αν συνεχίσει να λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο.
* Απόστολος Αποστόλου. Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας