Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα

Ένας «δίκαιος» νόμος

Της Ελένης Προκοπίου

Την κατάργηση του νέου άρθρου 1536 ΑΚ για τη συνεπιμέλεια των τέκνων ζητά η Συντονιστική Επιτροπή των Δικηγορικών Συλλόγων με το οποίο δίνεται η δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης δικαστικής απόφασης για τη γονική μέριμνα εφόσον μεταβλήθηκαν οι συνθήκες ακόμη και μετά από άσκηση εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αποκλειστικά στις περιπτώσεις που επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου.

Την ανάκληση ή μεταρρύθμιση αποφασίζει το εκδόσαν Δικαστήριο μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της εφέσεως, ιδίως όταν η υπό μεταρρύθμιση απόφαση εκτίμησε εσφαλμένως τις συνθήκες διαβίωσης των τέκνων και του συμφέροντος τους ή επήλθε οποιαδήποτε μεταβολή των συνθηκών ή διαπιστώθηκε μη επιτυχημένη εφαρμογή ή εξαρχής αδυναμία να εφαρμοστεί η απόφαση.

Η Συντονιστική Επιτροπή των Δικηγόρων ζήτησε την άμεση κατάργηση αυτής της δυνατότητας οποιουδήποτε γονέα για ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης αυτής ώστε να επιτύχει νέα απόφαση «προς όφελος του».

Οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η κατάργηση είναι ότι δεν ακολουθήθηκαν οι κανόνες της καλής νομοθέτησης, δεν τέθηκαν οι διατάξεις αυτές σε δημόσια διαβούλευση και ενσωματώθηκαν σε ένα νομοσχέδιο με άσχετο περιεχόμενο, η δε μεταρρύθμιση της οριστικής απόφασης ενώ εκκρεμεί η έφεση δημιουργεί δικονομική σύγχυση, ανασφάλεια δικαίου και δεν συμβάλλει στην επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης.

Η δυνατότητα ανάκλησης και μεταρρύθμισης δικαστικών αποφάσεων στις περιπτώσεις μεταβολής των συνθηκών υφίσταται όμως ανέκαθεν σε όλες τις πολιτικές δίκες, όπου αποφάσεις τακτικές και ασφαλιστικών μέτρων ανακαλούνται ή μεταρρυθμίζονται όταν συντρέχει αλλαγή των συνθηκών, προφανής ανάγκη ή ωφέλεια, κατά συνέπεια δεν είναι η πρώτη φορά που προβλέπεται η δυνατότητα αυτή σε σχέση με τη γονική μέριμνα. Ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα δικονομικής σύγχυσης και ανασφάλειας δικαίου.

Οι διατάξεις αυτές δόθηκαν στη δημοσιότητα από τον Νοέμβριο και περιέργως θυμήθηκαν τώρα στα τέλη Ιανουαρίου την έλλειψη διαβούλευσης;

Τα κριτήρια της καλής νομοθέτησης δεν είναι παρά ένα σύνολο τεχνικών και πρακτικών για την επεξεργασία και διαμόρφωση των νομικών κανόνων που δεν αφορούν την ουσία και τον σκοπό του νόμου ο οποίος εν προκειμένω είναι η προστασία του συμφέροντος των παιδιών.

Τα κριτήρια της καλής νομοθέτησης τίθενται στην υπηρεσία της ποιότητας του νόμου αλλά και της ποιότητας του νομικού συστήματος στο σύνολο του προς την κατεύθυνση διόρθωσης των κενών του νόμου και των προβλημάτων που μπορεί να ανακύψουν από την εφαρμογή προβληματικών νόμων σε δικαστικές αποφάσεις. Τα κριτήρια αυτά υπηρετούν την τελεολογία του νόμου, τη σκοπιμότητα του και εν προκειμένω την προστασία των συμφερόντων των παιδιών καθώς και την προστασία των δικαιωμάτων του γονέα ο οποίος μπορεί να απευθύνεται στις δημόσιες αρχές.

Η κανονιστικότητα του νόμου δεν αρκεί, απαιτείται και ο δίκαιος χαρακτήρας του νόμου ο οποίος πρέπει να υπηρετεί πραγματικά τα συμφέροντα των παιδιών και όχι απλώς διαδικαστικά. Απαιτείται λοιπόν να είναι ένας νόμος αποτελεσματικός όχι απλά έγκυρος και εξ αυτού του λόγου δεν μπορεί να είναι αμετάβλητος. Κατά τον ίδιο λόγο μία δικαστική απόφαση που απέτυχε στον σκοπό της να προστατέψει το συμφέρον των παιδιών, δεν μπορεί να είναι αμετάβλητη και θα πρέπει να ανακληθεί.

Η επεξεργασία της ποιότητας του νόμου και της δικαστικής απόφασης δεν είναι εμπειρική – δικονομική ενέργεια αλλά αξιολογική δραστηριότητα που αποφαίνεται σχετικά με την καλή ή κακή φύση του νόμου ή της απόφασης, που θέτει σε εξέταση την ίδια την ουσία της προστασίας των παιδιών, εμπεριέχει δηλαδή μία εσωτερική ηθική αξιολόγηση για την εκτίμηση της αξίας και της αποτελεσματικότητας σε σχέση με αυτά.

Η δικαιοσύνη δεν είναι διαδικασία, είναι «μέτρο» που αποδίδει στον καθένα αυτό που του αρμόζει. Οι δικαστικές αποφάσεις κατεξοχήν δε οι σχετικές με τη ζωή και την ανατροφή των παιδιών δεν είναι απλά ένα δικονομικό ζήτημα αλλά έχουν ως γνώμονα το συμφέρον των παιδιών, αφορούν δε εκτός από τους γονείς και το σύνολο της κοινωνίας.

Εν προκειμένω η ποιοτική αποτίμηση του περιεχομένου του νόμου δείχνει ότι η εφαρμογή του οδήγησε σε μία αποτυχία, γι’ αυτό επιδιώκεται η μεταρρύθμιση ή ανάκληση της απόφασης που μετέτρεψε δύο μικρά παιδιά σε «πλάνητες», να αλλάζουν σπίτι κάθε δύο μέρες, μεταφέροντας βαλίτσες με τα πράγματα και τα παιχνίδια τους σαν ταξιδιώτες όταν μάλιστα έχει ξεκινήσει γι αυτά η περίοδος της σχολικής ηλικίας (νηπιαγωγείο). Χωρίς μόνιμη κατοικία, χωρίς σταθερή κλίνη, χωρίς μόνιμο δωμάτιο, να ζουν ένα απόλυτα καταστρεπτικό τρόπο ζωής για ένα παιδί και για ένα μικρό μαθητή, ένα τρόπο ζωής που υπονομεύει βάναυσα και διαρκώς την ψυχική τους ισορροπία, την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους και την ομαλή κοινωνικοποίησή τους.

Η ανάγκη νέας δικαστικής κρίσης της γονικής μέριμνας και προ της εκδίκασης της έφεσης, δεν είναι προς «όφελος» της μητέρας και προς βλάβη του πατέρα, είναι αποκλειστικά προς όφελος των παιδιών, η ανάγκη προστασίας των οποίων επιβάλλει νέα προσπάθεια διευθέτησης της καθημερινής τους ζωής την οποία πρωτίστως οι γονείς θα πρέπει να επιθυμούν. Όταν όμως έχουμε ακραία μορφή αδυναμίας συνεργασίας των γονέων καθώς και αδυναμία διαλόγου μεταξύ τους για την ανατροφή των παιδιών – που είναι οι δικαιολογητικοί λόγοι της συνεπιμέλειας – τότε συντρέχει ακόμη σπουδαιότερος λόγος για την ανάκληση μιας τέτοιας αποφάσεως.

Οι δικηγόροι αντί να ζητούν την κατάργηση αυτού του «δίκαιου» νόμου που πληροί τον χαρακτήρα της δικαιοσύνης στην υπηρεσία του προσωπικού αγαθού των παιδιών που δοκιμάζονται σκληρά μετά από ένα διαζύγιο, θα περιμέναμε να πάρουν θέση απέναντι σε πολύ κρίσιμα ζητήματα όπως η ασυδοσία των funds, η δικαστική εξέλιξη της Πύλου, η προδικασία της δίκης των Τεμπών, η ψήφιση νόμων για την περιβόητη «επιτάχυνση» της Δικαιοσύνης με «έκτακτους» χειρισμούς, με πλατφόρμες και συνοπτικές ομοιόμορφες διαδικασίες που στερούν τους πολίτες από το δικαίωμά τους στην απονομή Δικαιοσύνης και στη δίκαιη δίκη.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο