Του Ανδρέα Καψαμπέλη
Η έντονη αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για τη Γροιλανδία φέρνει στην επιφάνεια μια δυσάρεστη αλήθεια: την επιλεκτική ευαισθησία των Βρυξελλών όταν πρόκειται για ζητήματα κυριαρχίας. Η Ε.Ε. εμφανίζεται αποφασισμένη να υπερασπιστεί τη Δανία απέναντι σε αμερικανικές βλέψεις, την ίδια στιγμή που εδώ και δεκαετίες αποδέχεται σιωπηρά την τουρκική κατοχή στην Κύπρο, σε έδαφος κράτους-μέλους της…
Η αντίφαση δεν είναι απλώς πολιτική. Είναι βαθιά στρατηγική. Για 52 χρόνια, το 37% της Κυπριακής Δημοκρατίας παραμένει υπό κατοχή, χωρίς η Ευρώπη να έχει επιβάλει ουσιαστικές κυρώσεις ή να έχει ενεργοποιήσει μηχανισμούς πραγματικής αποτροπής. Το Κυπριακό μετατράπηκε σταδιακά από ζήτημα εισβολής και κατοχής σε «πρόβλημα προς διαπραγμάτευση», με αποκλειστική ευθύνη μιας Ευρώπης που επέλεξε τη διαχείριση αντί της λύσης…
Αυτό το ιστορικό βάρος υπονομεύει σήμερα κάθε ευρωπαϊκή επίκληση στο Διεθνές Δίκαιο. Για έναν ηγέτη όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, που αντιλαμβάνεται τη γεωπολιτική με όρους ισχύος, συμφερόντων και ελέγχου χώρου, η ευρωπαϊκή στάση εκπέμπει αδυναμία. Όταν όμως η Ε.Ε. δεν μπορεί να προστατεύσει τα σύνορά της στην ανατολική Μεσόγειο, πώς μπορεί να απαιτεί σεβασμό της κυριαρχίας στον Αρκτικό Κύκλο;
Οι πρόσφατες δηλώσεις Αμερικανών αξιωματούχων, σύμφωνα με τις οποίες κανείς δεν θα φτάσει σε στρατιωτική σύγκρουση με τις ΗΠΑ για τη Γροιλανδία, δεν προέκυψαν τυχαία. Εδράζονται σε ένα προηγούμενο που έχει ήδη δοκιμαστεί, καθώς η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, παρέμεινε, εποίκισε και τελικά επιβραβεύτηκε με τη διεθνή ανοχή. Το μήνυμα ήταν (και παραμένει) σαφές: Όποιος επιβάλλει τετελεσμένα και αντέχει στον χρόνο στο τέλος διαπραγματεύεται από θέση ισχύος.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, Ελλάδα και Κύπρος δεν μπορούν να επενδύουν άλλο σε ψευδαισθήσεις ευρωπαϊκής προστασίας. Η πραγματικότητα επιβάλλει τη χάραξη μιας πιο αυτόνομης στρατηγικής, βασισμένης σε περιφερειακές συμμαχίες και απτή αποτρεπτική ικανότητα….
Η τριμερής συνεργασία Ελλάδας- Κύπρου – Ισραήλ αποκτά έτσι κομβική σημασία. Δεν πρόκειται για ένα απλό διπλωματικό σχήμα, αλλά για έναν δυνητικό πυλώνα ασφάλειας στην ανατολική Μεσόγειο, ικανό να προστατεύσει ενεργειακούς πόρους, θαλάσσιες ζώνες και κρίσιμες υποδομές. Και μπορεί να εξελιχθεί σε πραγματικό παράγοντα σταθερότητας με μόνιμες δομές, κοινό σχεδιασμό και ρήτρες αμοιβαίας συνδρομής…
Όπως εκτιμούν και έμπειροι διπλωματικοί παράγοντες, η προεδρία της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το πρώτο εξάμηνο του 2026 προσφέρει μια τελευταία ίσως ευκαιρία. Η Λευκωσία οφείλει να καταστήσει σαφές ότι η ασφάλεια της ανατολικής Μεσογείου δεν είναι περιφερειακή υπόθεση, αλλά ευρωπαϊκό ζήτημα πρώτης γραμμής.
Η ώρα της αλήθειας επομένως έχει φτάσει. Είτε Ελλάδα και Κύπρος θα επενδύσουν στη δική τους ισχύ και συμμαχίες είτε θα κινδυνεύσουν να μετατραπούν στα επόμενα «οικόπεδα» στη γεωπολιτική σκακιέρα, περιμένοντας μια προστασία που, όπως δείχνει η Ιστορία, δεν χαρίζεται, επιβάλλεται…